Βραδυφλεγής βόμβα οι ελληνοποιήσεις στα όσπρια (upd)

Φασόλια με καταγωγή από τις ΗΠΑ μέχρι την Κίνα, φακές από τον Καναδά και ρεβίθια από το Μεξικό (ο κατάλογος των χωρών προέλευσης είναι μακρύς) καταφθάνουν στην Ελλάδα σε πολύ χαμηλές τιμές

Βραδυφλεγής βόμβα οι ελληνοποιήσεις στα όσπρια
Είναι πολύ δύσκολο οι Έλληνες παραγωγοί με τα υψηλά κόστη τους να ακολουθήσουν τις πολύ χαμηλές τιμές με τις οποίες αγοράζουν το εισαγόμενο οι χονδρέμποροι

Σε μια επικερδή φάμπρικα από την οποία αποκομίζουν τεράστια κέρδη, βάζοντας ταυτόχρονα τρικλοποδιές στους Έλληνες παραγωγούς, έχει αναγάγει μια «κάστα» χονδρεμπόρων κατά κύριο λόγο και μεταποιητών κατά δεύτερο, την πρακτική των ελληνοποιήσεων στα όσπρια, δρώντας υπό την ιδιότυπη ανοχή –αν όχι συνενοχή, όπως επισημαίνουν δηκτικά στην «ΥΧ» ορισμένοι καλλιεργητές– της πολιτείας.

Φασόλια με καταγωγή από τις ΗΠΑ μέχρι την Κίνα, φακές από τον Καναδά και ρεβίθια από το Μεξικό (ο κατάλογος των χωρών προέλευσης είναι μακρύς) καταφθάνουν στην Ελλάδα σε πολύ χαμηλές τιμές κι εμφανίζονται στους πάγκους των λαϊκών και των καταστημάτων ως «ελληνικά», αιτούμενα από το καταναλωτικό κοινό το… ανάλογο αντίτιμο. Η παραπλάνηση του καταναλωτή, ωστόσο, δεν είναι παρά η μία πλευρά του νομίσματος. Η δεύτερη και μάλλον πιο σημαντική, έχει να κάνει με τον αθέμιτο ανταγωνισμό που υφίστανται οι εγχώριοι καλλιεργητές και την υπεραξία των προϊόντων τους που χάνεται στη «μαύρη τρύπα» του συγκεκριμένου κυκλώματος.

Η εικόνα που μας περιγράφει ο Στέργιος Νόνας, καλλιεργητής από τις Πρέσπες, είναι αποκαλυπτική: «Η παραγωγή πέρυσι στην περιοχή μας, λόγω της χαλαζόπτωσης, μόλις και μετά βίας “έπιασε” τους 1.500 τόνους από 3.500 τόνους μιας συνηθισμένης χρονιάς. Παρ’ όλα αυτά, η αγορά πλημμύρισε από “Φασόλι Πρεσπών”». Αντίστοιχη η εικόνα και στον Καστοριά, η οποία επίσης επλήγη πέρυσι από το χαλάζι, με αποτέλεσμα η σοδειά να είναι να είναι μειωμένη, όμως, όπως σημειώνει στην «ΥΧ» ο Θωμάς Μάνος, πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Φυτικής Παραγωγής του Δήμου Άργους Ορεστικού, αυτό δεν εμπόδισε τα τσουβάλια να γεμίσουν με «Γίγαντες Ελέφαντες Καστοριάς».

«Το φαινόμενο της νοθείας εντοπίζεται περισσότερο σε επίπεδο λαϊκής και συνοικιακών καταστημάτων και λιγότερο στο οργανωμένο λιανεμπόριο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και εκεί δεν υπάρχουν “κρούσματα”» υπογραμμίζει ο κ. Νόνας. Αναφέρει μάλιστα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Αλυσίδα σούπερ μάρκετ διαθέτει αυτές τις μέρες, προϊόν γνωστής επιχείρησης που αγοράζει γίγαντες από την Καστοριά, σε τιμή 2,49 ευρώ για δύο συσκευασίες των 500 γραμμαρίων. Αυτό, όταν στον παραγωγό για το συγκεκριμένο προϊόν η τιμή ήταν φέτος κατά μέσο όρο 2,60-2,70 ευρώ το κιλό;» αναρωτιέται.

Απαξίωση των πιστοποιημένων προϊόντων

«Θα περίμενε κανείς ότι τουλάχιστον σε προϊόντα με κατοχυρωμένη ονομασία προέλευσης, όπως οι Ελέφαντες της Καστοριάς (ΠΓΕ), θα υπήρχε ένας μηχανισμός ελέγχου για προϊόντα που δεν είναι πιστοποιημένα. Όμως η πραγματικότητα άλλα λέει» προσθέτει ο κ. Μάνος.

Και μπορεί η μειωμένη, λόγω των καιρικών συνθηκών, περυσινή συγκομιδή να έφυγε σχετικά γρήγορα και σε ικανοποιητικές τιμές, που κινήθηκαν από 2,60 έως 2,85 ευρώ το κιλό (στον παραγωγό) για τους γίγαντες και έως 2,90 ευρώ στα ψιλά (τουλάχιστον στο ξεκίνημα ωστόσο της εμπορικής περιόδου, αν και υποχώρησε αργότερα), το πρόβλημα γίνεται οξύτερο και πολύ πιο ασφυκτικό για τους καλλιεργητές στις πιο… νορμάλ σεζόν: «Πριν από δύο χρόνια είχαμε βρεθεί σε μια κατάσταση που δεν μπορούσαμε να πουλήσουμε το προϊόν μας» υπογραμμίζει ο κ. Μάνος επισημαίνοντας ότι είναι πολύ δύσκολο οι Έλληνες παραγωγοί με τα υψηλά κόστη τους να ακολουθήσουν τις πολύ χαμηλές τιμές με τις οποίες αγοράζουν το εισαγόμενο οι χονδρέμποροι. «Όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο η τιμή και η διάθεση, έχει να κάνει και με την απαξίωση των προϊόντων μας, κάτι που έχει και πιο μακροπρόθεσμες συνέπειες», εξηγεί ο συνομιλητής μας.

Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι η Ελλάδα παραμένει σε μεγάλο ποσοστό ελλειμματική στα όσπρια, παρά το «ζεστό» ενδιαφέρον που δείχνουν το τελευταίο διάστημα πολλοί παραγωγοί για τις συγκεκριμένες καλλιέργειες –και το οποίο ενισχύεται από τη νέα ΚΑΠ και το κίνητρο της συνδεδεμένης. Σύμφωνα με τον Νίκο Νούλα, επικεφαλής της Ομάδας Παραγωγών Οσπρίων του Συνεταιρισμού Λαρισαίων Αγροτών, «στη χώρα μας δεν παράγουμε πάνω από το 30%-40% των οσπρίων που καταναλώνουμε. Οι Έλληνες αγοράζουν ετησίως περί τους 12.000 τόνους φακές, 34.000 τόνους φασόλια και 8.000 τόνους ρεβύθια. Ωστόσο, ο ίδιος σημειώνει ότι «στα όσπρια έχουμε σοβαρό ζήτημα με τα φυτοπροστατευτικά. Είναι ελάχιστα αυτά που είναι εγκεκριμένα και ακόμα λιγότερα αυτά που κάνουν πραγματική δουλειά».

Πώς θα μπορούσαν ωστόσο οι παραγωγοί να «οχυρωθούν» απέναντι στο φαινόμενο των ελληνοποιήσεων;

«Μια λύση που εκ πείρας συστήνω είναι η καθετοποίηση. Να προχωρήσει δηλαδή ο καλλιεργητής στη συσκευασία και τη διάθεση της παραγωγής του ως επώνυμο προϊόν. Αυτό προϋποθέτει βεβαίως μια επένδυση της τάξης των 10.000 – 15.000 ευρώ, όμως είναι χρήματα που θα πιάσουν τόπο» υποστηρίζει ο κ. Νόνας.
Ωστόσο, είναι εύλογο ότι η λύση δεν μπορεί να δοθεί μόνο από ατομικές ή μεμονωμένες προσπάθειες. Ένα σημαντικό όπλο στα χέρια της πολιτείας θα μπορούσε να αποτελέσει το Εργαστήριο Ταυτοποίησης Αγροτικών Προϊόντων, που δημιουργήθηκε επί υπουργίας Αλέκου Κοντού και σήμερα έχει περάσει στον έλεγχο του Πανεπιστημίου Δυτικής Ελλάδας. Πρόκειται για μια πλήρως εξοπλισμένη μονάδα που χρησιμοποιεί τη μέθοδο των ιστοτόπων ως μέσο ταυτοποίησης. Σε πρόσφατη συνάντησή τους με τον αναπληρωτή υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, Μάρκο Μπόλαρη, οι καλλιεργητές επισήμαναν την ανάγκη να πιστοποιηθεί και να αξιοποιηθεί άμεσα το εν λόγω εργαστήριο.

του Γιάννη Τσατσάκη

Ρεπορτάζ  από την εφημερίδα «Ύπαιθρος Χώρα» που κυκλοφόρησε την Παρασκευή 8 Απριλίου