Γιώργος Κωνσταντίνου: Βλέπω έναν τοίχο μόνο και με τρομάζει

"Το καθήκον του καλού ηθοποιού είναι να μπει στην ψυχολογία και την κατάσταση του ήρωα που θέλει να ενσαρκώσει"

Γιώργος Κωνσταντίνου: Βλέπω έναν τοίχο μόνο και με τρομάζει

Συνέντευξη στον Νίκο Γαργαλάκο

Σε ένα σταυροδρόμι των Αμπελοκήπων που σφύζει από καλλιτεχνική αύρα, είχαμε τη μεγάλη χαρά να συναντήσουμε έναν άνθρωπο που, με τρόπο μοναδικό και ουσιώδη, έχει κομίσει στις ζωές μας ετερόκλητα συναισθήματα. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου δεν χρειάζεται συστάσεις. Το έργο του είναι ψυχαγωγία, προβληματισμός, συγκίνηση, εξιλέωση· κομμάτια που όλα μαζί συνθέτουν το παζλ της πολυποίκιλτης καλλιτεχνικής του ύπαρξης. Τον υποδεχτήκαμε στον χώρο της ιστορικής καφετέρειας «Σόνια», που έφτιαξε τη φήμη της ως το στέκι προσωπικοτήτων του καλλιτεχνικού και κοσμικού στερεώματος μιας άλλης εποχής.

Ξεκινώντας, θα ήθελα να μας μιλήσετε για τη νέα σας θεατρική δουλειά, «Το σώσε» του Μάικλ Φρέϊν, και τα θέματα που πραγματεύεται.

Μετά από δύο χρόνια στη Θεσσαλονίκη, στο Κρατικό Βορείου Ελλάδας, επανέρχομαι στην Αθήνα και βρίσκομαι σε αυτόν τον θίασο, που αποτελείται από άξιους καλλιτέχνες, όπως ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης, ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, η Μπέσυ Μάλφα, η Χριστίνα Τσάφου και ο Πάνος Σταθακόπουλος. Ανεβάσαμε αυτό το έργο, το οποίο είναι μια «επιτυχία» που έχει παιχτεί και παλιότερα, διαθέτωντας εξωφρενική τρέλα και χιούμορ. Αναφέρεται σε κάποιους τριτοκλασσάτους ηθοποιούς, οι οποίοι αποφασίζουν να κάνουν μια περιοδεία, με αποτέλεσμα να γίνεται… το σώσε! Δεν ξέρουν πού περπατάνε, πού βρίσκονται και τι λένε. Είναι πολύ ωραία κωμωδία και ο κόσμος γελάει.

Γιώργος Κωνσταντίνου: Βλέπω έναν τοίχο μόνο και με τρομάζειΠοιοι είναι οι πιο απαιτητικοί ρόλοι που έχετε κληθεί να ενσαρκώσετε στο θέατρο;

Καταρχήν, είμαι 55 χρόνια στο θέατρο κι έχω παίξει τα πάντα, από μιούζικαλ μέχρι επιθεώρηση, κωμωδία και δράμα, γιατί από τότε που ξεκίνησα την καριέρα μου πιστεύω ότι ο ηθοποιός δεν πρέπει να τυποποιείται σε ένα είδος. Μέσα σε αυτά, λοιπόν, βρίσκεις πολλές δυσκολίες, γιατί υπάρχουν ρόλοι που είναι κόντρα σε σένα ή που δεν τους έχεις ξανακάνει, και εκεί χρειάζεται πολύ επίπονη δουλειά για να μπορέσεις να τους βγάλεις εις πέρας. Ένας ρόλος που ήταν εντελώς κόντρα σε μένα όσον αφορά τη δραματουργία, ήταν όταν έπαιξα στους «Άθλιους» τον Γιάννη Αγιάννη, ο οποίος αρχικά ήταν ένας άγριος άνθρωπος, ένα «θηρίο», μέχρι που άλλαξε η ζωή του κι έγινε δήμαρχος. Το ενδιάμεσο, του «άγριου», δεν μου πήγαινε εμένα, και εξωτερικά αλλά και σαν διάθεση. Ωστόσο, είχε μεγάλη επιτυχία, και παίχτηκε και στο Ηρώδειο. Ένας άλλος σταθμός, και μεγάλη πρόκληση, ήταν ο «Αμπιγιέρ», όπου έπαιζα έναν δευτεροκλασσάτο ηθοποιό, και εκεί έβγαζα όλη την ψυχή του έργου. Επίσης, να αναφέρω το «Αρτ», μια σάτυρα, η οποία ήταν η «κοινωνική» ιστορία τριών φίλων που, ενώ πιστεύεις ότι είναι οι καλύτεροι φίλοι του κόσμου, ενδιαμέσως βγάζουν τα «απλυτά» τους.

Μιας και αναφέρατε τον Αμπιγιέρ, έχετε δηλώσει ότι αυτή είναι η κορυφαία στιγμή της καριέρας σας…

Είναι! Όχι μόνο από τις κριτικές που πήρα και την εν γένει αποδοχή. Ήταν ένα πράγμα που ίσως ο κόσμος δεν το περίμενε. Διότι, όταν σε έχουν ταυτίσει με το «προφιτερόλ» ή τον Αντωνάκη του «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» και ξαφνικά βρίσκονται αντιμέτωποι με το δράμα ενός θεατρίνου που θέλει να πιστεύει ότι είναι μεγάλος, αλλά δεν έγινε ποτέ, και στο βάθος το ξέρει, είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό.

Θέατρο, σινεμά, τηλεόραση. Καταπιαστήκατε με όλα και μάλιστα με τριπλή ιδιότητα (ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος). Καλλιτεχνική ανησυχία;

(γέλια) Όχι, καλλιτεχνική ανάγκη! Η ανάγκη της δημιουργίας. Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε να πλάθω φαντασίωση. Έβαζα τους φίλους μου κάτω, και τους έλεγα διάφορες ιστορίες. Με είχαν βγάλει και «Ο Φαντασίας» μάλιστα! Αυτή ήταν μια σκηνοθετική και συγγραφική αρχή. Μετά, όταν πήγα στο Θέατρο Τέχνης, ήθελα να σκηνοθετήσω ένα έργο. Δεν ξέρω για ποιο λόγο. Γιώργος Κωνσταντίνου: Βλέπω έναν τοίχο μόνο και με τρομάζειΕπειδή έβλεπα τα σωστά και τα λάθος, νόμιζα ότι μπορούσα να το κάνω. Η συγγραφική μου ανησυχία ξεκίνησε από παιδί. Ήθελα να φτιάξω περιοδικό μόνος μου. Στο Θέατρο Τέχνης έγραψα το δικό μου μονόπρακτο. Από τότε, όταν ακόμη δεν ήμουν τίποτα. Μετά συνέχισα να γράφω, και πλέον έχω κάποια πάρα πολύ καλά έργα. Έχει κυκλοφορήσει και ένα βιβλίο μου, με τίτλο «Άρλεκιν». Αυτά με ακολουθούν πάντα.

Το καλλιτεχνικό οικογενειακό σας υπόβαθρο (σσ. υιός του τενόρου Μιχαήλ Κωνσταντίνου και της ηθοποιού Νίτσας Φιλοσόφου) τροφοδότησε το ενδιαφέρον σας να στραφείτε στην υποκριτική ως επάγγελμα;

Όχι. Αυτό είναι το αστείο! 15 χρονών έκανα ερασιτεχνικούς θιάσους, έπαιζα κωμικά σκετς, συμμετείχα σε μπουλούκια, μετά το 47’ έκανα περιοδείες με τη μητέρα μου. Δεν είχα σκεφτεί όμως ποτέ να γίνω ηθοποιός. Ήρθε «φλασιά», έτσι ξαφνικά. Η μητέρα μου, βλέποντας ότι δεν έκανα και τίποτε άλλο, μου λέει μια μέρα: «Θες να γίνεις ηθοποιός;» Και λέω «ναι». Τελείωσε. Όταν πήγα στο Θέατρο Τέχνης, μπήκε στο αίμα μου. Ήταν ένας ναός του θεάτρου. Ήσουν υποχρεωμένος να προσέξεις, να ακούσεις, να μάθεις και να διαβάσεις. Με τον Καζάκο και τη Βούρτση διαβάζαμε τόμους!

Είναι μαγικό πράγμα η αλληλεπίδραση με τον κόσμο;

Είναι. Όταν μπαίνεις μες στη σκηνή, δεν μιλάς στην πρώτη σειρά, αφήνεις την αύρα να κάνει τον κύκλο της πλατείας και να ξανάρθει σε σένα. Είναι ένα πάρα πολύ ωραίο «μπούμερανγκ». Υπάρχει η ανάγκη της έκφρασης, να μεταδώσεις τα συναισθήματά σου στον κόσμο και να δεις την αγάπη του, να τα εισπράττει. Η επικοινωνία με τους ανθρώπους είναι ό,τι πιο όμορφο.

«Δεν τυποποιήθηκα, για αυτό δεν έκανα πολλές ταινίες»

Είστε ένας ηθοποιός που δεν κατέφυγε ποτέ σε μανιερισμούς, κόντρα στις επικρατούσες νοοτροπίες. Μιλήστε μας για τη μέθοδο με την οποία προσεγγίζετε τον κάθε χαρακτήρα που καλείστε να ερμηνεύσετε.

Το καθήκον του καλού ηθοποιού είναι να μπει στην ψυχολογία και την κατάσταση του ήρωα που θέλει να ενσαρκώσει. Αυτό είναι το «άυλο». Το εισπνέεις και μετουσιώνεσαι στον ρόλο. Το άλλο είναι η μελέτη. Πώς θα περπατούσε ο Αντωνάκης; Πώς θα φερόταν; Αυτός είναι και ο λόγος που κάθε φορά που ερμήνευα έναν ρόλο, ήταν διαφορετικός από τον άλλον. Κι όταν μου είπαν «προσπάθησε να τυποποιηθείς γιατί δεν θα πας καλά στην καριέρα σου» εγώ είπα ότι δεν θα το ακολουθήσω αυτό. Στην Ελλάδα ήταν κανόνας να τυποποιείσαι. Να είσαι ο ψηλός, κουτός, αλλά να είσαι παντού. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν έκανα πολλές ταινίες, γιατί δεν τυποποιήθηκα και δεν φέρνανε εισιτήρια. Τότε λέγανε: «Πάμε να δούμε τον Βέγγο να τρέχει», «Πάμε να δούμε τον Κώστα (σσ. Βουτσά) να κάνει “Φσσστ… Μπόινγκ”», «Πάμε να δούμε τον Γκιωνάκη να λέει “λεμονάδα από λεμόνι”». Δεν το συζητώ ότι ήταν καταξιωμένοι ηθοποιοί σε αυτό που κάνανε. Ήταν σπουδαίοι ηθοποιοί, διότι και αυτό ήταν τρομερά δύσκολο να το κάνεις. Εδώ, στη χώρα μας, μας αρέσει πολύ αυτό το οποίο γνωρίζουμε. «Α, πες ξανά το τραγούδι εκείνο». Περνάνε χρόνια. «Α, ξαναπές το το τραγούδι αυτό». Το έχεις ακούσει 500 φορές, άκου και κάτι καινούργιο! Ο κόσμος ήθελε έναν συγκεκριμένο «τύπο», που να τον ακολουθεί.

Εκ των υστέρων, νιώθετε δικαιωμένος;

Από τον κόσμο βγήκα δικαιωμένος, όταν ήρθαν οι ταινίες αυτές στην τηλεόραση. Αλλά μετά από πολλά χρόνια.

Άρα υπήρχε λάθος εντύπωση για το τι ήθελε ο κόσμος;

Δεν ξέρω. Μπορεί να προχώρησε ο κόσμος από τότε! Ή μάλλον, προχώρησε. Γι’ αυτό και τώρα, πολλές από τις ταινίες που έχω κάνει θεωρούνται κλασικές. Είναι μία και μία. Τον καιρό εκείνο όμως ήταν μία μέσα σε άλλες 150.

Είχατε απογοητευτεί τότε;

Μέσα στα σχέδια της ζωής είναι κι αυτό. Για μένα η ζωή είναι ένας κύκλος. Απογοητεύεσαι, μετά κάνεις κάτι άλλο και δοξάζεσαι, ύστερα ξαναπέφτεις και ξανασηκώνεσαι. Σε όποιον είναι τυχερός, ο κύκλος γυρνάει γρήγορα. Πιστεύω πολύ στην τύχη, είμαι μοιρολάτρης. Σε κάθε περίπτωση, ο κύκλος θα γίνει. Εγώ, μάλιστα, ήμουν και πάρα πολύ γρήγορος σε αυτούς. Τελευταία μόνο, καμιά δεκαετία, είχε κολλήσει ο κύκλος και δεν πέρναγε. Στην τηλεόραση είχα πετύχει 100%. Ξύπνησαν ένα πρωί στα κανάλια και είπαν: «Δεν θέλουμε εκείνους, τους παλιούς». Δεν είχε σημασία αν είχες ή αν μπορούσες να κάνεις επιτυχία. Αυτό ήταν ένα «στοπ».

Γιώργος Κωνσταντίνου: Βλέπω έναν τοίχο μόνο και με τρομάζει
Αυτή την περίοδο, ο Γιώργος Κωνσταντίνου βρίσκεται στο τελικό στάδιο συγγραφής της αυτοβιογραφίας του. «Χωρίς προσωπικά δεδομένα» όπως μας ξεκαθάρισε, αλλά «με φιλοσοφία ζωής».

Έχετε μετανιώσει ποτέ για επιλογές σας;

Όλοι οι άνθρωποι έχουν μετανιώσει. Να σου πω. Ακούω καμιά φορά που λένε «εγώ δεν μετανιώνω για τίποτα!» και λέω: «Μα είσαι βλάκας;» (γέλια)

«Βλέπω έναν τοίχο μόνο και με τρομάζει»

Πώς βλέπετε να αποτυπώνεται ο αντίκτυπος της κρίσης στον κλάδο σας;

Στο θέατρο έχει λιγοστέψει το κοινό, λόγω οικονομικής ανάγκης. Επίσης, έχει μειωθεί το εισιτήριο, με αποτέλεσμα μειωμένες εισπράξεις και μισθούς. Είναι αξιοθαύμαστο, παρ’ όλα αυτά, ότι το θέατρο επιζεί και προχωράει. Μιλάμε για 200 σκηνές, όχι αστεία.

Είναι ίσως στο αίμα του Έλληνα να στηρίζει το θέατρο ακόμη και στη δύσκολη συγκυρία;

Ίσως τώρα πια έχει γίνει και πιο φτηνή η ψυχαγωγία. Το περίεργο είναι ότι, κι επί γερμανικής κατοχής, που δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις στον δρόμο, τα θέατρα δούλευαν, πήγαινε κόσμος. Ο Έλληνας φαίνεται ότι το έχει στο αίμα του, από τους αρχαίους χρόνους μέχρι σήμερα.

Στο οικονομικό αδιέξοδο τι μας οδήγησε;

Το βασικότερο είναι ότι εκείνοι οι οποίοι κυβέρνησαν, για να κρατήσουν τη θέση τους, δανείστηκαν και σκόρπισαν χρήματα χωρίς να τους ενδιαφέρει αν θα τα δώσουν ποτέ πίσω. «Πάρε από δω, πάρε κι εσύ». Ασφαλώς θα τους λατρέψεις. Ούτε αυτοί σκέφτηκαν το μέλλον, ούτε ο λαός. Όταν πήγαινες κι έπαιρνες τις κάρτες, τα δάνεια, δεν σκέφτηκες ποτέ πώς θα τα δώσεις πίσω. Κι εσύ μεν, ο στερημένος άνθρωπος, το καταλαβαίνω να το κάνεις αυτό. Εκείνοι όμως; Χρεωθήκαμε από τη φιλοδοξία των κυβερνητών, από πολύ, πολύ παλιά.

Γιώργος Κωνσταντίνου: Βλέπω έναν τοίχο μόνο και με τρομάζει
«Χρεωθήκαμε από τη φιλοδοξία των κυβερνητών, από πολύ, πολύ παλιά»

Μέσα σε αυτόν των κυκεώνα, υπάρχει χώρος για μελλοντικά σχέδια;

Κοιτάξτε… Από μικρός έζησα την στέρηση, από την κατοχή και μετά, που η χώρα, και όλοι μας, ήμασταν πολύ φτωχοί. Υπήρχε όμως ένα φως στο βάθος. Μια ελπίδα, ότι κάτι θα αλλάξει. Τώρα, βλέπω έναν τοίχο, κλειστό. Έναν τοίχο, ο οποίος πραγματικά με τρομάζει, γιατί έχω κι εγώ παιδιά… Κάποιοι σκέφτηκαν να τον σπάσουν τον τοίχο· είναι αυτοί που ζήτησαν να κάνουμε μία επανεκκίνηση. Να τελειώσει, να μη δώσουμε τίποτα, να επιβιώσουμε και να ζήσουμε με τις δικές μας δυνάμεις. Εγώ, φοβάμαι… Άμα σπάσει ο τοίχος, τι είναι από πίσω; Είναι ο γκρεμός; Είναι το σκοτάδι; Είναι η ελπίδα;

Δηλαδή να ενδώσουμε στον φόβο για το άγνωστο;

Αν ήμουν εγώ προσωπικά, μπορεί και να μην ενέδιδα. Αλλά δεν μπορώ να το καθορίσω για τα παιδιά μου, ή τα παιδιά του κόσμου. Θα μου πεις, «τώρα πώς ζούμε;» Επιφανειακά. Αλλά ζούμε.