Δυσβάσταχτο το κόστος του γεωργού για τα λιπάσματα

του Νίκου Λάππα, από την «ΥΧ» #14 (05-02-2016)

Δυσβάσταχτο το κόστος του γεωργού για τα λιπάσματα

«Πώς είναι δυνατόν να έχουν μειωθεί οι διεθνείς τιμές πετρελαίου κατά 45% από τον Ιούνιο του 2014, το ίδιο περίπου και οι τιμές φυσικού αερίου και να διαβάζω ότι οι τιμές λιπασμάτων στην Ιρλανδία προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7% το 2015; Θα καλέσω τη συνάδελφό μου αρμόδια επίτροπο να εξετάσει κάθε περίπτωση παράβασης των κανόνων λειτουργίας του ανταγωνισμού». Αυτά είχε δηλώσει ο επίτροπος Γεωργίας, Φ. Χόγκαν, τον Ιανουάριο του 2015, για ένα θέμα που συνέχισε να έχει ευρωπαϊκή προβολή και τους μήνες που ακολούθησαν. Είναι πράγματι τόσο προβληματική η λειτουργία της αγοράς λιπασμάτων που οδηγεί έναν επίτροπο της ΕΕ να προβαίνει σε μία τόσο (σπάνια) σκληρή τοποθέτηση;

Η λίπανση αποτελεί βασικό συντελεστή της καλλιεργητικής διαδικασίας και της διαμόρφωσης του κόστους παραγωγής. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για κάθε ένα ευρώ που δαπανά σήμερα ο μέσος καλλιεργητής για την αγορά αναλώσιμων μέσων φυτικής παραγωγής, τουλάχιστον τα 13 λεπτά αφορούν προϊόντα λίπανσης. Σύμφωνα με μελέτη της ΕΕ, το μέσο κόστος λίπανσης στην Ελλάδα είναι 16% περίπου του καλλιεργητικού κόστους για την περίοδο 2004-2012, κατατάσσοντας τη χώρα μας στην 4η θέση της Ευρώπης.

Η διαμόρφωση των τιμών

Η Ελλάδα, πριν από την κρίση, ήταν η 10η χώρα της ΕΕ σε λιπαντικές μονάδες ανά στρέμμα, στη συμβολή της λίπανσης στη διαμόρφωση του κόστους παραγωγής ήταν 4η. Ένας από τους λόγους στους οποίους οφείλεται αυτό το φαινόμενο είναι οι τιμές που καταβάλλει ο Έλληνας παραγωγός.

  • Οι διεθνείς τιμές λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 34% (από τις 142,6 στις 93,5 μονάδες), ενώ, την ίδια περίοδο, οι τιμές λιπασμάτων στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 9% (από τις 110,1 στις 119,4 μονάδες).
  • Στο διάστημα αυτής της περιόδου, οι τιμές που εισέπραττε ο γεωργός από την πώληση των προϊόντων φυτικής παραγωγής παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητες.

Συνεπώς, ο Έλληνας αγρότης κάθε άλλο παρά ωφελήθηκε από την παγκόσμια μείωση της τιμής λιπασμάτων. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα της αγοράς καταγράφεται από τις άμεσες συγκρίσεις τιμών διάφορων τύπων λιπασμάτων. Ο σχετικός πίνακας παρουσιάζει το επίπεδο τιμών που καταβάλλει ο Έλληνας αγρότης σε σύγκριση με τον Βρετανό, αλλά και, σε κάποιες περιπτώσεις, με τον Ιταλό παραγωγό.

Δυσβάσταχτο το κόστος του γεωργού για τα λιπάσματα

Σε επίπεδο τιμών, η αγορά της Βρετανίας θεωρείται μια μέση αγορά, ενώ της Ιταλίας από τις πιο ακριβές. Οι τιμές για την ελληνική αγορά συγκεντρώθηκαν από συνεταιριστικές ή άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Όπως καταγράφεται στον πίνακα, ο Έλληνας παραγωγός καταβάλλει από 20% έως 60% υψηλότερες τιμές από ό,τι ο Ιταλός συνάδελφός του. Αντίθετα, η διαφορά από τον Βρετανό αγρότη διευρύνεται και κυμαίνεται από 50% (στο λίπασμα 17-17-17) έως 100% (σε urea 46-0-0 ή 20-10-10, για παράδειγμα).

Συμπεράσματα

Την τελευταία περίοδο, υπάρχει μια τάση μείωσης ή σταθεροποίησης της λίπανσης στην Ευρώπη λόγω των πολιτικών περιορισμού της χρήσης. Η τάση αυτή είναι πιο έντονη στην Ελλάδα, όπου παρατηρούνται πλέον και φαινόμενα υπολίπανσης ή λανθασμένων καλλιεργητικών πρακτικών. Όλα αυτά διαταράσσουν το ισοζύγιο θρεπτικών στοιχείων των καλλιεργειών, το παραγωγικό αποτέλεσμα και τις στρεμματικές αποδόσεις.
Η κατάσταση για τον Έλληνα γεωργό γίνεται πολύ πιο δύσκολη, αν συνυπολογιστούν τα οικονομικά στοιχεία της λίπανσης. Η διάρθρωση της εγχώριας αγοράς είναι ιδιαίτερα προβληματική, μια και οι τιμές, σε απόλυτα μεγέθη, είναι ιδιαίτερα υψηλές, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τους Έλληνες αγρότες έναντι εκείνων των άλλων χωρών της ΕΕ. Ως αποτέλεσμα, καθηλώνεται η ανταγωνιστική θέση και περιορίζονται οι δυνατότητες και οι προοπτικές ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα. Μοναδική ίσως διέξοδος για την αντιμετώπιση του ανεξέλεγκτου χαρακτήρα της αγοράς αποτελούν η Επιτροπή Ανταγωνισμού και οι υπηρεσίες του ΥΠΑΑΤ.

(1) European Parliament, 2015, Overview of the agricultural inputs sector in the E.U. (2) FAO, 2015, World fertilizer trends and outlook to 2018