Εκατόν σαράντα τέσσερα είδη πουλιών έχουν καταγραφεί μέσα στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης

Εκατόν σαράντα τέσσερα είδη πουλιών έχουν καταγραφεί μέσα στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης

Εκατόν σαράντα τέσσερα είδη πουλιών έχουν καταγραφεί τα τελευταία είκοσι χρόνια μέσα στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης, γεγονός που αποδίδεται στη γειτνίαση της πόλης με τις εκβολές των ποταμών της περιοχής στον Θερμαϊκό Κόλπο αλλά και με το δάσος του Σέιχ Σου, περιοχές που συγκεντρώνουν πολλά και διαφορετικά είδη πανίδας. Τα παραπάνω επισημαίνει στο ΑΠΕ – ΜΠΕ το μέλος της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας, βιολόγος, Δημήτρης Μπούσμπουρας, με αφορμή την πραγματοποίηση εκδήλωσης το απόγευμα στο δημαρχείο Θεσσαλονίκης, με διοργανωτές την πρωτοβουλία νέων για το Δήμο Θεσσαλονίκης «Μένουμε Θεσσαλονίκη».

«Ο αριθμός είναι μεγάλος λόγω των υδρόβιων πουλιών που τα παρατηρούμε μπροστά στη θάλασσα και των δασικών πουλιών από το Σέιχ Σου και τον Χορτιάτη. Τα περισσότερα από τα είδη αυτά δεν αναπαράγονται εδώ αλλά κατεβαίνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα το χειμώνα στην πόλη» λέει ο κ. Μπούσμπουρας. Μεταξύ άλλων αναφέρεται στους κορμοράνους και τους πελεκάνους που κινούνται στο θαλάσσιο περιβάλλον, το βραχοκιρκίνεζο, τις γερακίνες και τους φιδαετούς που «κατεβαίνουν» από το Σέιχ Σου, τους μπούφους και τις κουκουβάγιες που μπορεί να δει κανείς στα κάστρα της Θεσσαλονίκης αλλά και τους μεγαλόσωμους πράσινους παπαγάλους που έχουν απασχολήσει κατά καιρούς την πόλη. Ειδικά για την περίπτωση των παπαγάλων τονίζει ότι πρόκειται για ασιατικό είδος που ξέφυγε από κάποιο κλουβί και αναπαράγεται πλέον στη φύση καθώς το κλίμα είναι παρόμοιο με το κλίμα των περιοχών από τις οποίες προέρχεται ενώ το είδος φωλιάζει σε τρύπες δέντρων που φύονται σε μεσογειακά κλίματα.

Στο ερώτημα κατά πόσο η παρουσία των πολυάριθμων αυτών ειδών πουλιών είναι δείκτης μιας καλής περιβαλλοντικής κατάστασης απαντά: «η κατάσταση δεν είναι πολύ καλή στη Θεσσαλονίκη γιατί έχουμε λίγο πράσινο. Εκείνο όμως που σώζει κάπως την κατάσταση είναι ακριβώς αυτή η παρουσία των υγροτόπων και της θάλασσας αλλά και το περιαστικό δάσος της πόλης». Ο βιολόγος της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας εκτιμά ως πολύ θετική την πρωτοβουλία της Εταιρείας για την τοποθέτηση τεχνητών φωλιών στην πανεπιστημιούπολη καθώς όπως λέει ήδη τα πουλιά κατέλαβαν τις περισσότερες από αυτές και υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να διατηρηθούν και να πολλαπλασιαστούν οι εστίες πρασίνου στο αστικό περιβάλλον για να συνδέσουν καλύτερα το Σέιχ Σου, τα ρέματα που έχουν απομείνει, τα όποια πάρκα υπάρχουν και το παραθαλάσσιο μέτωπο της πόλης.

Σε αυτό το μήκος κύματος η Αρχιτέκτονας Τοπίου και Γεωπόνος ΕΔΙΠ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ελένη Αθανασιάδου, μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ διατυπώνει προτάσεις για την ένταξη φυσικών στοιχείων στο αστικό τοπίο, όπως τα δίκτυα πρασίνου, η αξιοποίηση των ακάλυπτων χώρων, η δημιουργία παιδότοπων με περισσότερη φύτευση, οι κάθετοι κήποι, τα φυτεμένα δώματα αλλά και οι συμμετοχικοί κήποι γειτονιάς που εντάσσουν το κοινό στη διαχείρισή τους.

Ως παραδείγματα από τη διεθνή εμπειρία αναφέρει το Central Park στη Νέα Υόρκη, τα πάρκα που δημιουργήθηκαν στη Γαλλία τη δεκαετία του 1970, τη διαμόρφωση αστικών υπαίθριων χώρων στη Βαρκελώνη λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων του 1992 και τονίζει ότι κοινή συνιστώσα όλων αυτών των περιπτώσεων είναι ότι οι χώροι αποτελούν από μόνοι τους δείκτη ποιότητας ζωής σε μια πόλη, θύλακες υπαίθρου και πρασίνου αλλά και κοινωνικών δραστηριοτήτων.

Ειδικά για τη Θεσσαλονίκη, η κ. Αθανασιάδου χαρακτηρίζει τη διαμόρφωση της παραλίας ως εξαιρετικό παράδειγμα που ανήκει στην παραπάνω κατηγορία. «Ο μεγαλύτερος δείκτης επιτυχίας ενός αστικού υπαίθριου χώρου είναι η επισκεψιμότητα και η νέα παραλία μιλά από μόνη της όσον αφορά αυτό το κομμάτι. Είναι ένας μεγάλος ενιαίος υπαίθριος αστικός χώρος στην υπηρεσία του δημότη με επισκέπτες και από άλλες πόλεις και από το εξωτερικό» σημειώνει.

Πηγή: ΑΠΕ