Ελληνικό κρασί: Καλές προοπτικές σε δύσκολες συνθήκες

Οι προοπτικές για το ελληνικό κρασί τη νέα χρονιά είναι πραγματικά πολύ καλές. Το ερώτημα –και ίσως και μια από τις προκλήσεις της χρονιάς- είναι αν και οι παραγωγοί οινοστάφυλων θα επωφεληθούν αυτής της άνθησης, κατοχυρώνοντας οφέλη, στη λογική της παραγωγής πρώτης ύλης με συγκεκριμένες προδιαγραφές.

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΡΑΣΙ Καλές προοπτικές σε δύσκολες συνθήκες

Μια ακόμα πρόκληση, όχι μόνο για αυτή τη χρονιά, αλλά και για τα χρόνια που έρχονται, είναι η στροφή του ελληνικού αμπελώνα σε ελληνικές ποικιλίες που δίνουν κρασιά, τα οποία έχουν πραγματική ζήτηση. Καμπερνέ υπάρχουν πολλά, καλά και παντού, ασυρτικά, μαλαγουζιές, ξινόμαυρα, αγιωργίτικα όμως είναι λίγα και μόνο εδώ.

Το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει αρκετές ποικιλίες με τόσο δυνατό και ξεχωριστό χαρακτήρα είναι πολύ σημαντικό και μπορεί να αξιοποιηθεί, ωστόσο απαιτείται έρευνα και πειραματισμός που θα μπορούσαν να στηριχθούν και από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης.

Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται περίπου 650 οινοποιεία, τα περισσότερα από τα οποία ωστόσο έχουν περιορισμένη παραγωγή. Από αυτά, όμως, μερικές δεκάδες επιχειρήσεις μόνο μπορούν να χαρακτηριστούν εδραιωμένες και με καλή φήμη.

Υπάρχουν ακόμα περιθώρια αύξησης της κατανάλωσης εμφιαλωμένου οίνου (για την κατανάλωση οίνου γενικά στην Ελλάδα τα στοιχεία δείχνουν ότι είναι σταθερή εντός της χώρας εδώ και αρκετά χρόνια· με την οικονομική κρίση υπήρξε στροφή προς φθηνότερα κρασιά), αλλά στις παρούσες οικονομικές συνθήκες, όχι πολύ μεγάλα. Χαρακτηριστικά, στα σούπερ μάρκετ έχει μειωθεί η αγορά κρασιών, καθώς οι καταναλωτές ξαναγύρισαν σε πολλές περιπτώσεις στο χύμα, λόγω της τιμής φυσικά.

H Ελλάδα διαθέτει αρκετές ποικιλίες με πολύ δυνατό και ξεχωριστό χαρακτήρα

Σύμφωνα με κλαδικές έρευνες όμως, υπάρχει η δυνατότητα αύξησης των εξαγωγών σε υφιστάμενες αγορές, αλλά και διείσδυση σε καινούριες. Υπάρχουν ακόμα πολλά περιθώρια ανάπτυξης οινοτουρισμού και του γαστρονομικού τουρισμού. Οι τουρίστες που φθάνουν στην Ελλάδα και οι οποίοι αυξάνονται συνεχώς τα τελευταία χρόνια (14,4 εκατομμύρια το 2005 αλλά 22,5 εκατομμύρια το 2015) μπορούν όχι μόνο να αυξήσουν την κατανάλωση του ελληνικού κρασιού, αλλά να γίνουν και οι καλύτεροι πρεσβευτές του.

Εφόσον βέβαια τους δώσουμε τη δυνατότητα να δοκιμάσουν ποιοτικό ελληνικό κρασί, σωστά διατηρημένο και τιμολογημένο. Με λίγα λόγια, να γευτούν επώνυμο εμφιαλωμένο κρασί. Αν αναλογιστούμε ότι το κρασί είναι ένα από τα βασικά συστατικά της Μεσογειακής διατροφής, που ωφελεί πολύ στην υγεία, το ελληνικό κρασί έχει ακόμα περισσότερη στήριξη στην προσπάθειά του να βρει κοινό στο εξωτερικό.

ΠΓΕ ένα στα τέσσερα

Η Ελλάδα έχει το 25% των κρασιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι αναγνωρισμένα ως Προϊόντα Γεωγραφικής Ενδειξης (ΠΓΕ). Κατατάσσεται, έτσι, στη δεύτερη θέση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές οινοπαραγωγές χώρες. Αντίστοιχα το μερίδιο της Ελλάδας στα ΠΟΠ κρασιά φτάνει μόλις το 3% των αναγνωρισμένων κρασιών της Ε.Ε. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι υπάρχουν πολλές δυνατότητες ανάπτυξης όσον αφορά κυρίως στην προώθηση και εκμετάλλευση των κατοχυρωμένων κρασιών που αναγνωρίζονται στην Ευρωπαϊκή αγορά ως οίνοι ποιότητας.

Ένα από τα δύσκολα στοιχήματα βέβαια είναι η εξέλιξη της διοικητικής «μηχανής» που χρειάζεται το ελληνικό κρασί για να στηριχθεί, όπως και οι έλεγχοι στη διακίνηση και την εμπορία. Γιατί δεν μπορεί να προσπαθούμε να αυξήσουμε την «αξία» του αγιωργίτικου με προγράμματα προώθησης και ταυτόχρονα, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, να πωλείται ως Αγιωργίτικο, κρασί αγνώστου προελεύσεως και ταυτότητας και συχνά πολύ χαμηλής ποιότητας.

Παράλληλα, είναι σημαντικό, τουλάχιστον όσον αφορά στο εξωτερικό, να μπούμε στη λογική της προώθησης του ελληνικού κρασιού, συγκεκριμένης ποικιλίας από συγκεκριμένη περιοχή, σε σχέση με το κρασί ενός μεμονωμένου παραγωγού που μπορεί να φτιάχνει το καλύτερο κρασί του κόσμου, αλλά έχει περιορισμένες δυνατότητες στη διεθνή αγορά, κυρίως λόγω μεγέθους.

Μια προσπάθεια που επίσης έχει ξεκινήσει από κάποιους παραγωγούς αλλά μπορεί να βελτιωθεί πολύ, είναι η συνεργασία που θα φέρει οικονομίες κλίμακας, εφόσον στην Ελλάδα οι εκμεταλλεύσεις είναι μικρές.  

Τάνια Γεωργιοπούλου