Η Νάντια απαντάει για το «νόμο Βαλαβάνη»

Η Νάντια απαντάει για το «νόμο Βαλαβάνη»

Η πρώην αναπληρώτρια υπουργός Οικονομικών Νάντια Βαλαβάνη, προχώρησε σε μακροσκελή απάντηση – ανακοίνωση σχετικά με «το αίτημα αγροτών προς την κυβέρνηση σχετικά με τη φορολόγηση των αγροτικών ενισχύσεων και αποζημιώσεων». 

Συγκεκριμένα, στη δήλωσή της, επισημαίνει:

«Με έκπληξη διάβασα στο “υπόμνημα” προς τον Πρωθυπουργό και τους αρχηγούς των κομμάτων της Βουλής, που κατέθεσαν εκπρόσωποι ορισμένων αγροτικών μπλόκων, κυρίως της Πελοποννήσου και Μακεδονίας, αλλά και δύο της Κρήτης, και συνυπέγραψαν και άλλοι φορείς από τις παραπάνω περιοχές, να συμπεριλαμβάνεται αίτημα κατάργησης της «τροπολογίας Βαλαβάνη» ή – σε επόμενη σελίδα – του «Νόμου Βαλαβάνη» (!) Εξαιτίας του οποίου «νόμου», μάλιστα, στο τέλος εκτιμάται ότι οι αγρότες πλήρωσαν 260 εκ ευρώ «περισσότερα» για τα εισοδήματα του έτους 2014… Με ακόμα μεγαλύτερη κατάπληξη είδα ειδικά αυτό το νούμερο, καθώς στη δεύτερη σελίδα της Έκθεσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το περυσινό σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή, αναφερόταν ότι το ύψος της απώλειας (δημοσίων εσόδων από το φορολογικό 2014, και όχι βέβαια εισοδήματος των αγροτών) δε μπορούσε να υπολογιστεί: Επειδή η τροποποιούμενη διάταξη της (από το πρώτο ευρώ) φορολόγησης αποζημιώσεων και ενισχύσεων ήταν καινούργια και, αν δεν τροποποιόταν, θα είχε εφαρμοστεί για πρώτη φορά.

Η αναφορά στο συγκεκριμένο «υπόμνημα αιτημάτων» έχει να κάνει με το άρθρο 2, παρ. 1 του ν.4328/14-5-2015 και αφορά τη δραστική τροποποίηση της φορολογίας των αγροτικών αποζημιώσεων και ενισχύσεων που προέβλεπε ο μνημονιακός νέος Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν.4172/2013) και ο συμπληρωματικός μνημονιακός ν. 4174/14, οι οποίοι θα εφαρμόζονταν για πρώτη φορά για τα εισοδήματα του έτους 2014 (δήλωση εισοδήματος 2015). Η τροποποίηση αυτή ήταν αναγκαία προκειμένου να μη φορολογηθούν κατ’ εφαρμογή του νέου μνημονιακού φορολογικού καθεστώτος με το γενικό (τότε ακόμα) φορολογικό συντελεστή 13% από το πρώτο ευρώ όχι μόνο οι επιδοτήσεις και ενισχύσεις, αλλά ακόμα και οι αποζημιώσεις από φυσικές καταστροφές ζωϊκού ή φυτικού κεφαλαίου – με προφανή εξαιρετικά καταστροφικά αποτελέσματα για τη μικρομεσαία αγροτιά.

Γι’ αυτό και η τροποποίηση που είχα εισηγηθεί στη Βουλή, η οποία και την υπερψήφισε, προέβλεπε το εξής νέο εδάφιο στον ΚΦΕ: «Ειδικά για τους ασκούντες ατομική αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα, οι αγροτικές ενισχύσεις και επιδοτήσεις που χορηγούνται στα πλαίσια της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, περιλαμβάνονται στον προσδιορισμό του κέρδους από αγροτική επιχειρηματική δραστηριότητα μόνο κατά το μέρος των ενισχύσεων και επιδοτήσεων που υπερβαίνει τα 12.000 ευρώ, οι δε αγροτικές αποζημιώσεις στο σύνολο τους δεν συνυπολογίζονται.» Με άλλα λόγια, με τη διάταξη αυτή οι μεν αποζημιώσεις έμειναν τελείως αφορολόγητες, ενώ οι πάσης φύσεως ενισχύσεις και επιδοτήσεις μετά το αφορολόγητο των 12.000 ευρώ έμειναν επίσης παντελώς αφορολόγητες για πάνω από το 90% των αγροτών, καθώς για τη μεγάλη πλειονότητα των αγροτών οι ενισχύσεις και επιδοτήσεις της ΕΕ δεν ξεπερνούν πλέον τα 2.000 ευρώ το χρόνο…

Με το «υπόμνημα αιτημάτων» των συγκεκριμένων μπλόκων και φορέων, οι εκπρόσωποι μέρους του αγροτικού κόσμου εμφανίζονται να υιοθετούν αυτό που κατά την περυσινή άνοιξη αποτελούσε αποκλειστικά ισχυρισμό βουλευτών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ: Ότι μέχρι το φορολογικό έτος 2013, και επίσης με το νέο μνημονιακό νομοθετικό πλαίσιο που ψηφίστηκε από το καλοκαίρι του 2013 και θα εφαρμοζόταν για πρώτη φορά για τα εισοδήματα του 2014, αποζημιώσεις και ενισχύσεις ήταν αφορολόγητες. Οι τελευταίοι ήδη από το φθινόπωρο του 2014 και υπό την πίεση αγροτικών συλλόγων και δήμων και, βέβαια, των αγροτών ψηφοφόρων τους, απευθυνόμενοι στον Υπουργό Οικονομικών της τότε κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου μάταια προσπαθούσαν να εκμαιεύσουν δήλωση ότι το νέο φορολογικό καθεστώς δεν επιφέρει φορολογία αποζημιώσεων και επιδοτήσεων από το πρώτο ευρώ. Όπως μου είχε πει ειρωνικά υπηρεσιακός παράγοντας της ΓΓΔΕ, φαινόταν να μην καταλαβαίνουν για ποιο λόγο ούτε ο Υπουργός Οικονομικών της τότε κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ ούτε η ΓΓΔΕ δεν έδωσαν οποιαδήποτε απάντηση στα αγωνιώδη ερωτήματα βουλευτών και όχι μόνο (μέχρι και της Γραμματείας Αγροτικών Συλλόγων της ΝΔ, με σχετικό υπόμνημα της προς τη ΓΓΔΕ, το οποίο είχα επιδείξει κατά τη περυσινή συζήτηση στη Βουλή).

Επειδή το θέμα είχε εξαντληθεί κατά τη συζήτηση του στη Βουλή, όπως μπορεί ν’ αποδείξει μια ματιά στα σχετικά πρακτικά, θα περιοριστώ να δώσω για πρώτη φορά στη δημοσιότητα τη γραπτή γνωμοδότηση της ΓΓΔΕ, «υπεράνω κάθε υποψίας», με ημερομηνία 30.4.2015 και υπογραφή των αρμόδιων υπηρεσιακών παραγόντων και της τότε Γενικής Γραμματέως Δημοσίων Εσόδων Κατερίνας Σαββαίδου, σε σχετικό ερώτημα μου. Το ερώτημα μου αφορούσε: Τι ίσχυε για τη φορολόγηση επιδοτήσεων και αποζημιώσεων, αλλά και σχετικά με την εμφάνιση για πρώτη φορά προκαταβολής φόρου εισοδήματος 55% σ’ εξίσωση της αγροτικής απασχόλησης με τις πάσης φύσεως επιχειρήσεις (κι αυτή επίσης κατ’ εφαρμογή του νέου μνημονιακού φορολογικού καθεστώτος της κυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) – και τη δυνατότητα νομοθέτησης, πρώτον, πλήρους απαλλαγής των αποζημιώσεων και του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους των επιδοτήσεων και, δεύτερον, μείωσης στο μισό της προκαταβολής φόρου.

Όπως φαίνεται και από την «επίσημη» ερμηνευτική απάντηση της ΓΓΔΕ τόσο αναφορικά με το νέο μνημονιακό καθεστώς όσο και με την προηγούμενη φορολογία, με το τότε εν ισχύ καθεστώς ενισχύσεις και αποζημιώσεις θα φορολογούνταν κανονικά συμπεριλαμβανόμενες ολόκληρες στα ακαθάριστα έσοδα – με άλλα λόγια, από το πρώτο ευρώ-, ενώ με το προηγούμενο, από το 1994, φορολογικό καθεστώς φορολογούνταν επίσης – συνυπολογιζόμενες στο λογιστικό (αντικειμενικό) υπολογισμό του αγροτικού εισοδήματος.

Η, ανούσια λοιπόν από την άποψη της δημόσιας συζήτησης, ανακίνηση σήμερα του ίδιου θέματος από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, μπορεί να απαιτεί θράσος, καθώς η κυβέρνηση τους ήταν αυτή που είχε ψηφίσει τους ν.4172/2013 και 4174/14 φορολογώντας πολύ περισσότερο επαχθώς αγρότες, ελεύθερους επιχειρηματίες, ατομικές και γενικότερα μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά είναι κατανοητή: Πως αλλιώς να κρύψουν αυτό που έγινε μπροστά στα μάτια ολόκληρου του ελληνικού λαού, πολύ περισσότερο του αγροτικού κόσμου, την ψήφιση από κοινού με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ του ν.4336/14-8-2015 (Γ’ Μνημόνιο); Είναι αυτός ο, από κοινού ψηφισμένος, νόμος, δηλ. το ίδιο το Μνημόνιο, ο οποίος προβλέπει, μεταξύ άλλων, εξαπλασιασμό εντός 2016 του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης του αγροτικού ντίζελ, την επαναφορά σε 55% με σταδιακή εξομοίωση στο 100% της προκαταβολής φόρου εισοδήματος των αγροτών, την αύξηση σταδιακά μέχρι το 2017 από 13% στο 26% της φορολογίας εισοδήματος τους (μ’ εξαίρεση τις αποζημιώσεις και ενισχύσεις).

Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πως, εκπρόσωποι μέρους του αγροτικού κόσμου, υιοθετούν αυτές τις ανοησίες, ζητώντας από τον Πρωθυπουργό και τους αρχηγούς των κομμάτων να καταργηθεί η μοναδική «μονομερής» διάταξη για την ανακούφιση των αγροτών, απ’ τις απολύτως προκαταρκτικές που είχα εισηγηθεί και είχαν ψηφιστεί απ’ τη Βουλή, η οποία δεν καταργήθηκε με το Γ’ Μνημόνιο. (Απολύτως προκαταρκτικές, επειδή οι υπόλοιπες θα συμπεριλαμβάνονταν στο νομοσχέδιο φορολογίας εισοδήματος που, όπως είχα δηλώσει τότε δημόσια, θα είχε κατατεθεί το φθινόπωρο του 2015 για τα εισοδήματα του ίδιου έτους: Ένα νομοσχέδιο που δεν ολοκληρώθηκε και δεν κατατέθηκε ποτέ στη Βουλή λόγω της ξαφνικής μνημονιακής εξαλλαγής και των υποχρεώσεων σε αντίθετη κατεύθυνση που ανέλαβε, από κοινού με τη μνημονιακή αντιπολίτευση, η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.)

Αν γίνει δεκτό αυτό το «αίτημα» του «υπομνήματος»; Άλλο που δε θα ήθελαν τρόικα και κουαρτέτο, καθώς αυτό θα σήμαινε αύξηση της μνημονιακής φοροκαταιγίδας, που σήμερα χτυπά αδυσώπητα αγρότες, κτηνοτρόφους και ψαράδες με στόχο το δραστικό περιορισμό του αριθμού τους – με αντικατάσταση της απασχόλησης τους από μεγάλες επιχειρήσεις στον πρωτογενή τομέα. Είναι πραγματικά κρίμα να υπάρχουν εκπρόσωποι του, αγωνιζόμενου με συγκλονιστικό τρόπο, αγροτικού κόσμου, οι οποίοι να εμφανίζονται με διαπραγματευτικά «αιτήματα» τροϊκανικότερα των τροϊκανών…».