Καπουσούζ Χαλήλ Χουσεΐν: Ποτισμένος στην αλμύρα και την μυρωδιά του καπνού

Η ρομαντική σχέση του «στρατηγού» από τη Ροδόπη με την μεγάλη του αγαπημένη: τη γη

Καπουσούζ Χαλήλ Χουσεΐν Ποτισμένος στην αλμύρα και την μυρωδιά του καπνού

Στα αγροτικά μπλόκα στη Ροδόπη τον φωνάζουν «στρατηγό», γιατί φωνάζει ότι πρέπει να επιμείνουν μέχρι να δικαιωθούν και δίνει διαρκώς το «παρών».

Παλιός αγροτοσυνδικαλιστής και καπνοπαραγωγός από τον Πάσσο, ο Καπουσούζ Χαλήλ Χουσεΐν πήγαινε πάντα αντίθετα στο ρεύμα, το οποίο στα 15 του τον οδήγησε στην Ακτή Μιαούλη για το πρώτο του μπάρκο.

Μια διαδρομή από Αγγλία, Νότιο Αφρική, Αυστραλία, Παναμά και πάλι Αγγλία. Το 1980, στην Αμερική, έκανε έναν μήνα απεργία απέναντι στην εταιρεία. «Ξεκινήσαμε πολλοί την απεργία, αλλά έμεινα μόνος μου και με απέλυσαν. Ήθελαν να δουλεύουμε και να μην πληρώνουν».

Αισθάνεται απογοητευμένος από τους συναδέλφους του αγρότες στη Ροδόπη, καθώς δεν τους θεωρεί ιδιαίτερα μαχητικούς. Βγαίνει στα ραδιόφωνα, πηγαίνει στα χωριά, προσπαθεί να ενημερώσει τους αγρότες, αλλά δεν συναντά πάντα εύφορο έδαφος. «Ο κόσμος δεν θέλει να μαθαίνει τα προβλήματα, ειδικά οι καπνοπαραγωγοί. Οι εφοπλιστές έχουν αφορολόγητο πετρέλαιο και δεν έχουμε εμείς, που είμαστε στη βάση της οικονομίας. Η Ελλάδα έχει ατού τη γεωργία και, αν δεν τη στηρίξουν, θα σβήσει. Από το φορολογικό, δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν πλήττεται. Η πρόταση Κατρούγκαλου έλεγε ότι, για 1.000 ευρώ φορολογητέο εισόδημα, θα πληρώνω 1.500 για ασφάλιση το 2019, ενώ οι καπνοπαραγωγοί παίρνουν επιδότηση το πολύ 1.500 ευρώ».

Πολυτεχνίτης

Καπουσούζ Χαλήλ Χουσεΐν Ποτισμένος στην αλμύρα και την μυρωδιά του καπνού
Αρχιθερμαστής εν δράσει…

Ο Καπουσούζ Χαλήλ Χουσεϊν γεννήθηκε στην ορεινή Οργάνη, σε μια οικογένεια με τέσσερα παιδιά. Από μικρός ήταν στα καπνά, όπου δούλευε όλη η οικογένεια. Αγαπάει τη μυρωδιά τους, την εικόνα του φυτού, όταν βγάζει σπόρο. «Κάθε μέρα πηγαίνουμε να δούμε αν μεγάλωσε. Όταν πηγαίνεις συνέχεια, δεν καταλαβαίνεις πότε μεγαλώνει, όπως τα παιδιά».

 

Τα καλοκαίρια από το 1966 μέχρι το 1972 βοσκούσε αρνιά, ενώ τον χειμώνα πήγαινε στο σχολείο. Το 1972, έφυγε στα καράβια, επέστρεψε το 1977 και πήγε στον στρατό. Το 1980 παντρεύτηκε την όμορφη Αϊσέ και απέκτησαν δύο κόρες. Στα τεχνικά έπιαναν τα χέρια του, έγινε μηχανοτεχνίτης με μαθητεία μίας εβδομάδας κοντά σε μάστορα και στο χωριό διατηρούσε μαγαζί με μοτοποδήλατα. Το 1995, το έκλεισε και από τότε ασχολείται μόνο με τον καπνό. Την τέχνη του θερμαστή την έμαθε στο καράβι.

Γεύση αλμύρας

Καπουσούζ Χαλήλ Χουσεΐν Ποτισμένος στην αλμύρα και την μυρωδιά του καπνού
Βγαίνει στα ραδιόφωνα, πηγαίνει στα χωριά, προσπαθεί να ενημερώσει τους αγρότες, αλλά δεν συναντά πάντα εύφορο έδαφος… Επάνω, σε παλαιότερο ταξίδι στο Σιάτλ

Στο καράβι δούλευαν οκτάωρο, κάποιες φορές έφταναν και τις 12 ώρες, αλλά πληρώνονταν τις υπερωρίες. Συνολικά, ταξίδεψε με 17 πλοία τουριστικά και, κυρίως, φορτηγά. «Οι συνθήκες εργασίας στη θάλασσα είναι πολύ δύσκολες. Να δουλεύεις με φουρτούνα, χωρίς σταματημό. Η μόνη επικοινωνία με τους δικούς μου ήταν με γράμματα και αυτά έρχονταν κάθε έξι μήνες». Όσο τα ταξίδια διαδέχονταν το ένα το άλλο, τόσο τα κορίτσια του μεγάλωναν. «Μέχρι το 1992, πήγαινα στα καράβια τον χειμώνα, γιατί τα καλοκαίρια δούλευα εδώ. Μετά δεν μπορούσα να βρω εύκολα δουλειά». Στα 59 του δεν γίνεται να επιστρέψει στα καράβια, καθώς όπως ο ίδιος ομολογεί «είναι δουλειά για νέους, όχι για μεγάλους».

Αγαπημένος του προορισμός είναι η Αμερική. «Στις κομμουνιστικές χώρες, όπως η Ρωσία και η Κίνα, ζούσαν κάτω από άσχημες συνθήκες. Την τελευταία φορά που πήγα στη Ρωσία διαπίστωσα ότι δεν άλλαξε τίποτα μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Βέβαια, και στην Αμερική όταν πρωτοπήγα, είδα ότι ήταν δύσκολα για τους μαύρους, αφού, για παράδειγμα, έπρεπε να σηκωθούν από το κάθισμα στο λεωφορείο, όταν έμπαινε ένας λευκός. Τώρα, τα πράγματα άλλαξαν, ο πρόεδρος είναι μαύρος».

Ταξίδεψε τα χρώματα της ορεινής Ροδόπης στα πέρατα της γης

Καπουσούζ Χαλήλ Χουσεΐν Ποτισμένος στην αλμύρα και την μυρωδιά του καπνού
Ακτή Μιαούλη 1972, το πρώτο μπάρκο

Στη θάλασσα κουβαλούσε τα σαγηνευτικά χρώματα της ορεινής Ροδόπης, που θεωρεί ιδανικό τόπο ζωής, γιατί εκεί βρίσκονται όλοι όσοι αγαπάει: γυναίκα, αδέλφια, δυο κόρες και τρία εγγόνια. Μετά την οικογένεια, η μεγάλη του αγαπημένη είναι η γη, με την οποία η σχέση του είναι ρομαντική. Τη φροντίζει από παιδί χωρίς να του ανήκει ούτε ένα στρέμμα. Τα 15 στρέμματα καπνού που καλλιεργεί τα νοικιάζει, γιατί καλλιεργεί μόνος με τη γυναίκα του. Παρά τις οικονομικές δυσχέρειες, δεν θα άλλαζε τον τόπο του. «Ο αγρότης είναι δεμένος με τη γη, αγαπάει τον τόπο του και τους ανθρώπους του. Τόπος είναι οι άνθρωποι».

Η καλλιέργεια του καπνού είναι σκληρή δουλειά. «Είναι δύσκολο να κουβαλήσεις το νερό στα ορεινά, γι’ αυτό δυσκολευόμαστε να καλλιεργούμε. Δικά μου χωράφια δεν έχω καθόλου. Νοικιάζω. Τα καπνοχώραφα δεν βγάζουν άλλη παραγωγή, γι’ αυτό και βρίσκουμε να νοικιάσουμε. Ο Μπασμάς Θράκης είναι ο καλύτερος στον κόσμο, αλλά δεν παίρνουμε καλή τιμή. Με τα χέρια μαζεύουμε τον καπνό και τον κρεμάμε στο σχοινί να ξεραθεί. Η όλη διαδικασία, από τη σπορά και έπειτα, κρατάει πέντε μήνες, αλλά θέλει 16 με 18 ώρες δουλειά την ημέρα. Ξεκινάμε από τις 3:00 τη νύχτα και δουλεύουμε μέχρι τις 10:00 το βράδυ».

Οι συνθήκες επιβίωσης των καπνοπαραγωγών γίνονται όλο και πιο δύσκολες. «Οι οικογένειες πλέον κάνουν ένα παιδί για να μπορούν να το θρέψουν, καθώς, αν είχαν πολλά παιδιά, δεν θα ήταν εύκολο».

Μαρία Αμπατζή