Κοζάνη: Από τα οικονομικά στην καλλιέργεια λεβάντας

Οι αριθμοί και η λογιστική οδήγησαν μια 25χρονη από την περιοχή να επενδύσει στη γη

Η 25χρονη Ευδοκία Αμανατίδου, πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος του ΑΠΘ και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Eλεγκτική, είναι ένα νέο δροσερό και δραστήριο κορίτσι που, παράλληλα με την ενασχόλησή της σε θέματα σχετικά με το γνωστικό της αντικείμενο και τις σπουδές της, αποφάσισε να δραστηριοποιηθεί και στην ύπαιθρο. Το ενδιαφέρον της εστιάστηκε στον τομέα της αγροτικής παραγωγής και των αρωματικών φυτών και για τον λόγο αυτόν παρακολούθησε σεμινάρια.

Στην έρευνα που έκανε κατέληξε στην καλλιέργεια των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών και, συγκεκριμένα, στη καλλιέργεια της λεβάντας. Η Κοζάνη, και γενικότερα η Δυτική Μακεδονία, είναι μια αγροτική περιοχή, όπου τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι νέοι αποφασίζουν να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που δίνει ο τόπος, μας αναφέρει στην «ΥΧ» η Εύα Αμανατίδου. Έτσι, κατέληξε πως η λεβάντα και γενικότερα τα αρωματικά φυτά, όπως λέει (με ναυαρχίδα τον κρόκο Κοζάνης), είναι ιδιαίτερα δυναμικές καλλιέργειες με μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης που γνωρίζουν άνθηση τα τελευταία χρόνια στη Δυτική Μακεδονία. Το φθινόπωρο του 2015, μετά τον απαιτούμενο εδαφολογικό έλεγχο για τη διαπίστωση της καταλληλόλητας του χωραφιού, εγκατέστησε στη Μεσιανή Κοζάνης σε μια ενιαία έκταση 20 στρεμμάτων μία φυτεία λεβάντας. Στα 20 στρέμματα έχουν φυτευτεί 36.000 ρίζες. Όσον αφορά τον λόγο που επέλεξε να ασχοληθεί με την καλλιέργεια λεβάντας, η 25χρονη τονίζει πως ήταν η βοήθεια και η στήριξη που της προσέφεραν, στα πρώτα της βήματα, επίσης νέοι άνθρωποι που και αυτοί αποφάσισαν τα τελευταία χρόνια να ασχοληθούν με την καλλιέργεια των αρωματικών φυτών και πέρα από την εγκατάσταση φυτειών να προβούν και στην ίδρυση αποστακτηρίου αιθέριων ελαίων.

Στα μελλοντικά σχέδια της Εύας Αμανατίδου είναι η συνεργασία με το αποστακτήριο για την παραγωγή ελαίου. Όπως η ίδια αναφέρει «επόμενος στόχος μου είναι η δημιουργία μιας έκτασης, όπου θα έχει γίνει η εγκατάσταση πολλών διαφορετικών φυτών, όπως είναι η ρίγανη, το θυμάρι, το φασκόμηλο, το τσάι του βουνού και άλλα αρωματικά φυτά, καθώς επίσης και η συνεργασία μου με μελισσοκόμους της περιοχής ή με άλλες μονάδες μεταποίησης προϊόντων, ώστε να παράγονται προϊόντα ξεχωριστά και μοναδικά. Όλες οι καλλιέργειες θα είναι βιολογικές».

Η 25χρονη οικονομολόγος-αγρότισσα εκτιμά πως το χρυσάφι της ελληνικής γης είναι τα αρωματικά φαρμακευτικά φυτά και για τα επόμενα χρόνια θα εξακολουθήσουν να είναι ένα αναπτυσσόμενο πεδίο δράσης στον ελλαδικό χώρο και αυτό γιατί προσφέρουν μια δυναμική ανάπτυξη στον πρωτογενή τομέα, ενώ δίνουν ώθηση και στον τομέα της μεταποίησης. «Το ανταγωνιστικό μας πλεονέκτημα στην αγορά», καταλήγει, «είναι η άριστη ποιότητα που μπορούμε να προσφέρουμε, σε αντίθεση με τα εισαγόμενα προϊόντα άγνωστης προέλευσης και ποιότητας που έχουν κατακλύσει την αγορά».