Λεμόνι: Τσιμπάνε οι τιμές, αυξάνονται οι εκτάσεις

Με το δεξί φαίνεται ότι μπαίνει η νέα χρονιά για τους παραγωγούς λεμονιού, καθώς μετά την «σχεδόν καταστροφική», όπως τη χαρακτηρίζουν αρκετοί, περίοδο των εορτών, οι τιμές έχουν αρχίσει να «τσιμπάνε» ξανά, αφήνοντας υποσχέσεις για το υπόλοιπο της εμπορικής σεζόν.

Λεμόνι: Τσιμπάνε οι τιμές, αυξάνονται οι εκτάσεις

Η εξέλιξη αυτή σκορπάει χαμόγελα και σε όσους αγρότες αποφάσισαν τα τελευταία χρόνια να (ξανα)δουν με άλλο μάτι την καλλιέργεια επενδύοντας σε στρέμματα, είτε μέσω νέων φυτεύσεων είτε μέσω εμβολιασμών των ήδη υπάρχοντων δένδρων. Μια απόφαση που, βεβαίως, δε στηρίζεται τόσο στη συγκυριακή μεταβολή των τιμών, όσο στα θεμελιώδη της αγοράς που δείχνουν σημαντικό έλλειμμα στην προσφορά εγχώριου λεμονιού σε σχέση με την εντονότερη ζήτηση.

Σύμφωνα με τον Θανάση Σωτηρόπουλο, πρόεδρο της Παναιγιάλειου Ένωσης Συνεταιρισμών, οι τιμές παραγωγού, αυτή τη στιγμή, στον νομό Αχαΐας, διαμορφώνονται μεταξύ 35 και 40 λεπτών το κιλό, ενώ επιπλέον 10-15 λεπτά λαμβάνουν οι παραγωγοί βιολογικών λεμονιών. «Υπάρχει μια ανοδική κίνηση αυτή τη στιγμή. Μένει, φυσικά, να δούμε τι διάρκεια θα έχει. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή, διαφαίνεται μια καλή δυναμική, η οποία μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα καταφέρουμε να καλύψουμε κάποιο από το χαμένο έδαφος των εορτών, στη διάρκεια των οποίων η αγορά πλημμύρισε με φθηνές εισαγωγές από την Τουρκία. Πρόκειται για λεμόνι κατώτερης ποιότητας που φαίνεται ότι σιγά-σιγά μπαίνει στην άκρη από την αγορά», τονίζει.

Πρώιμες ποικιλίες «ψηλώνουν» τη λεμονιά

Ο κ. Σαρρής διαθέτει 500 στρέμματα με Ιντερτονάτο και 120 στρέμματα της ποικιλίας Ζαμπετάκη η οποία, εκτός από την Πελοπόννησο, έχει την… τιμητική της στην Κρήτη.
«Χρειάζεται να επενδύσουμε σε πιο πρώιμες ποικιλίες», συμπληρώνει ο κ. Σαρρής, προσθέτοντας ότι μπορούν να προσφέρουν και άκρως ικανοποιητικές τιμές. «Στην περιοχή μας έχουμε τώρα πολύ μικρές ποσότητες, όμως πιάσαμε ακόμα και τα 90 λεπτά», εξηγεί.
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να καταγραφεί το αυξημένο ενδιαφέρον των καλλιεργητών για το λεμόνι, με πολλούς από αυτούς να προχωρούν σε εμβολιασμούς «εις βάρος» άλλων εσπεριδοειδών, ιδίως πορτοκαλιών (Μέρλιν). Το κόστος ενός δενδρυλλίου φτάνει τα 5 ευρώ, ενώ η απόδοση μπορεί να φτάσει έως και τους 6 τόνους το στρέμμα. Τα νεαρά δένδρα αρχίζουν να δίνουν καρπούς από το 3ο έτος και μετά. Σε σύγκριση με άλλα εσπεριδοειδή, ωστόσο, μπορεί να αφήσει υψηλότερο εισόδημα αφού -σε αντίθεση π.χ. με τα πορτοκάλια- δίνει καρπό πολύ μεγαλύτερο μέρος του χρόνου.

Κερδίζει έδαφος σε βάρος των πορτοκαλιών

Λεμόνι: Τσιμπάνε οι τιμές, αυξάνονται οι εκτάσειςΑκόμα και αυτές οι ποσότητες, ωστόσο, θα αρκούσαν για να καλυφθεί η εγχώρια ζήτηση, «εάν με κάποιο τρόπο μπορούσε να μπει φρένο στις εισαγωγές, οπότε ο καταναλωτής θα απολάμβανε εξαιρετικής ποιότητας λεμόνι και οι καλλιεργητές καλύτερες τιμές». Ωστόσο, δεδομένου του υφιστάμενου εμπορικού πλαισίου, αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμβεί. Εξ ου και το ολοένα ζωηρότερο ενδιαφέρον των καλλιεργητών για πιο πρώιμες ποικιλίες, που στοχεύουν στο κενό που εντοπίζεται τους καλοκαιρινούς μήνες (ιδίως Ιούλιο και Αύγουστο).

H Mαγληνή είναι η δημοφιλέστερη ποικιλία στη χώρα μας, αρκετά παραγωγική, με κορυφαία αρωματικά χαρακτηριστικά αλλά και ευαίσθητη στην κορυφοξήρα. Η συγκομιδή ξεκινά νωρίς το φθινόπωρο και το δένδρο δίνει καρπούς σχεδόν όλο το χρόνο. Η Iντερτονάτο, αν και θεωρείται μάλλον κατώτερη ποιοτικά, είναι πιο ανθεκτική, η συγκομιδή της αρχίζει νωρίτερα, και ολοκληρώνεται στα τέλη Οκτωβρίου, και «καλύπτει έστω ένα μικρό μέρος από την καλοκαιρινή ζήτηση», τονίζει ο Στέλιος Σαρρής, πρόεδρος της Οργάνωσης Παραγωγών Σκάλας Λακωνίας.

Αντιπαγετική προστασία, αλλιώς χαμένος κόπος

Ο παραγωγός θα πρέπει να λάβει υπόψη του -και πιθανότατα να συμπεριλάβει στον προϋπολογισμό του- την «απειλή» του παγετού. «Δίχως αντιπαγετική προστασία δεν μπορεί να υπάρξει λεμόνι», τονίζει ο κ. Σωτηρόπουλος. Μια λύση θα μπορούσε να είναι οι ανεμομίχτες, δηλαδή ανεμογεννήτριες που κατεβάζουν τον θερμό αέρα σε χαμηλότερα ύψη, κάτι που εφάρμοζε παλαιότερα ο ΕΛΓΑ αλλά πλέον έχει ατονήσει ή εγκαταλειφθεί.
Όσοι έχουν από 10-15 στρέμματα και πάνω θα μπορούσαν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις (δηλαδή να το επιτρέπει ο τοπικός υδροφόρος ορίζοντας), να αξιοποιήσουν το θερμό νερό από γεωτρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, πρόκειται για ένα επιπλέον και διόλου ευκαταφρόνητο κόστος.