Μπαλσάμικο με… σφραγίδα αρχαία από την Καλαμάτα

Πώς η οικογένεια Παπαδημητρίου «κατέκτησε» τον χώρο από μια μικρή αποθήκη τις παραμονές του πολέμου

Μπαλσάμικο με… σφραγίδα αρχαία από την Καλαμάτα

Από την αρχαιότητα, οι Έλληνες έφτιαχναν κρασί, αλλά δεν ήξεραν πώς να το δυναμώσουν. Αυτό που ανακάλυψαν ήταν ότι, αν έβαζαν μέσα σταφίδα και ζάχαρη, γινόταν πιο δυνατό, δεν χάλαγε και  κατάφερναν να το φτάσουν στους 15 βαθμούς.

Επειδή, όμως, δεν διέθεταν τη γνώση, δεν προσέθεταν κανένα συντηρητικό, με αποτέλεσμα να χαλάει το κρασί και να μετατρέπεται σε γλυκό ξίδι. Αυτό ήταν το πρώτο αρχαίο βαλσαμικό ξίδι από σταφίδα. Ακριβώς αυτή την παράδοση αναβίωσε η εταιρεία Παπαδημητρίου Χ.Κ. ΑΒΕΤ, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων στη Νότια Ελλάδα, δημιουργώντας μια σειρά καινοτόμων μεσογειακών προϊόντων.

Στους χώρους της εταιρείας, μάς υποδέχθηκε ο πρόεδρός της, Κώστας Παπαδημητρίου, ο οποίος μοιράστηκε μαζί μας την παραπάνω ιστορία και την αρχαία συνταγή: «Την παράδοση αυτή αναβιώσαμε εμείς, μιμηθήκαμε και λίγο τους Ιταλούς, οι οποίοι φαντάζομαι ότι ξεκίνησαν από την ίδια ιστορία. Φτιάξαμε, λοιπόν, ένα βαλσαμικό ξίδι, το οποίο προέρχεται κατ’ αποκλειστικότητα από τη σταφίδα, σε μια προσπάθεια να αναβιώσει η αρχαία συνταγή με πιο μοντέρνο τρόπο, έτσι ώστε να είναι πιο υγιής και προσαρμοσμένη στις ελληνικές συνθήκες».

Μπαλσάμικο με… σφραγίδα αρχαία από την Καλαμάτα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η εταιρεία ξεκίνησε το 1939 από τον πατέρα του, Χρήστο Παπαδημητρίου, ο οποίος υπηρετούσε, λίγο πριν από τον πόλεμο, τη στρατιωτική του θητεία και αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Καλαμάτα, αν και Πατρινός.

Στην αρχή, όπως μας εξιστορεί ο Κ. Παπαδημητρίου, έφτιαξε μια μικρή αποθήκη, με περισσότερα σύκα και λιγότερες σταφίδες και σιγά σιγά κατάφερε να δημιουργήσει μια καλή εταιρεία και εργοστάσιο. «Τότε, η σταφίδα δεν ετοιμαζόταν για τελική επεξεργασία και ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος, τουλάχιστον στην περιοχή της Μεσσηνίας, που σκέφτηκε και έβαλε πλυντήρια. Την έπλενε από τυχόν σκόνες και απομάκρυνε πέτρες, που μπορεί να υπήρχαν, λόγω του ότι η ξήρανση της κορινθιακής σταφίδας γίνεται κοντά στο έδαφος», μας εξηγεί.

«Προσαρμοστήκαμε στους καιρούς»

«Όταν μπήκα εγώ στη δουλειά, τη δεκαετία του ’70, η μαύρη κορινθιακή σταφίδα ήταν περίπου 55.000 με 60.000 τόνους, άλλο τόσο ήταν η σουλτανίνα, η οποία παραγόταν στην Κρήτη, και η Τουρκία είχε μόνο 60.000 τόνους σουλτανίνα. Σήμερα, εμείς έχουμε μηδέν σουλτανίνα, 20.000 τόνους κορινθιακή και η Τουρκία έχει 300.000 τόνους σουλτανίνα», λέει ο Κ. Παπαδημητρίου. Τονίζει, επίσης, ότι «εμείς επιβιώνουμε, γιατί, παίρνοντας αυτή την εταιρεία από τον πατέρα μου, προσαρμοστήκαμε στους καιρούς και στις καταστάσεις, δημιουργώντας από τη σταφίδα πιο εξελιγμένα προϊόντα».

Μπαλσάμικο με… σφραγίδα αρχαία από την Καλαμάτα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τα προϊόντα της εταιρείας έχουν τεράστια απήχηση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Εξάγουν σε περισσότερες από 30 χώρες το 70% της παραγωγής και, αν «δεν είχαμε κάνει αυτό, θα ήμασταν μία από τις προβληματικές εταιρείες της κρίσης. Και τη σταφίδα την εξάγουμε όλη, γιατί δυστυχώς εδώ δεν έχει κατανάλωση. Η Ελλάδα έζησε από τη σταφίδα τον 19ο αιώνα και ένα μεγάλο τμήμα του 20ού. Σήμερα έχουμε φτάσει στους 20.000 τόνους. Οι παραγωγοί δεν είναι ευχαριστημένοι με τις τιμές που απολαμβάνουν, ενώ ο ανταγωνισμός, κυρίως από την Τουρκία, είναι μεγάλος. Ο αγρότης είχε συνηθίσει να μπορεί να ζει με ένα μικρό κτήμα και σήμερα αυτό δεν είναι δυνατό», μας λέει.

Η συμβολαιακή με την Τράπεζα Πειραιώς

Μπαλσάμικο με… σφραγίδα αρχαία από την Καλαμάτα Στους λόγους της επιτυχίας της εταιρείας, ο κ. Παπαδημητρίου προσθέτει ότι έχει συμβάλει και η συμβολαιακή γεωργία με την Τράπεζα Πειραιώς, ενώ αναφερόμενος στη φιλοσοφία τους λέει ότι «μπαίνουμε μέσα στη νοοτροπία του πιθανού πελάτη, να δούμε τι θέλει, αλλά, συγχρόνως, να είμαστε και ανταγωνιστικοί. Στο ξίδι ξεκινήσαμε έχοντας στον νου μας ότι πρέπει να είναι έτοιμο για χρήση και πετύχαμε. Και στις κρέμες σημειώνουμε τρομερή επιτυχία. Μπαλσάμικο με… σφραγίδα αρχαία από την Καλαμάτα Προσπαθούμε να έχουμε ένα προϊόν, που ο συντελεστής ποιότητας να είναι αποδεκτός από τον καταναλωτή. Ταυτόχρονα, προσπαθούμε να σκεφτούμε την ανάγκη του καταναλωτή και όχι να μιμούμαστε κάτι το οποίο ήδη υπάρχει, δεν έχουμε αυτήν τη νοοτροπία. Προσπαθούμε να ξεχωρίζουμε. Για παράδειγμα, το βαλσαμικό ξίδι δεν έχει καθόλου συντηρητικά, δεν έχει καν θειώδη, που έχουν τα βιολογικά κρασιά. Ξεχωρίζουμε, αλλά δεν παίρνουμε αέρα ότι μπορούμε να το πουλήσουμε σε οποιαδήποτε τιμή. Προσαρμοζόμαστε στις τιμές που μπορεί να πληρώσει ο καταναλωτής».

Ανθή Γεωργίου