Νέο σχήμα στην Αλεξανδρούπολη δίνει δεύτερη ευκαιρία στο λευκό μανιτάρι

Ξεφύτρωσε ξανά το λευκό μανιτάρι

Νόμισμα με δύο όψεις θυμίζει η υπόθεση της καλλιέργειας μανιταριών στη χώρα μας, με τις προοπτικές για τα δύο βασικά είδη, το πλευρωτό (Pleurotous) και το λευκό (Agaricus), να παρουσιάζονται εκ διαμέτρου αντίθετες.

Στην πρώτη περίπτωση, η αγορά, ύστερα από μια σχεδόν δεκαετή πορεία ταχύτατης ανάπτυξης, που οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αυξάνονταν σε ποσοστό έως και 30% ετησίως, αρχίζει να εμφανίζει τα πρώτα σημάδια κορεσμού, κουβαλώντας στις πλάτες της και το φορτίο της οικονομικής κρίσης. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνεται και στις τιμές παραγωγού, οι οποίες, για την πλειονότητα των περιπτώσεων, κυμαίνονται αυτό το διάστημα στα επίπεδα των 3 ευρώ το κιλό, όταν το κόστος της καλλιέργειας κινείται μεταξύ 2,50 και 2,60 ευρώ το κιλό.

Διαφορετική είναι η εικόνα για το λευκό, που η ζήτηση μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες καλυπτόταν αποκλειστικά από τις εισαγωγές, αφού το υψηλό κόστος λειτουργίας, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες (όπως οι οικονομικές περιπέτειες ορισμένων εκ των επενδυτών του χώρου) οδήγησαν τα τελευταία χρόνια στο κλείσιμο όλων των εγχώριων μονάδων παραγωγής. Σε αυτό ακριβώς το κενό έρχεται να «πατήσει» μια νέα επιχειρηματική προσπάθεια στην Αλεξανδρούπολη, πίσω από την οποία βρίσκεται ο Μάκης Μπαξεβάνης, ένας άνθρωπος που έχει συνδέσει το όνομά του με το μανιτάρι στη χώρα μας, αλλά και ακόμα δύο γνωστοί επιχειρηματίες.

Σε μεταβατικό στάδιο η αγορά

Σύμφωνα με τον κ. Λαχουβάρη, εκ των ιδιοκτητών της εταιρείας Δίρφυς, στην ελληνική αγορά διακινούνται ετησίως περί τους 10.000 τόνους μανιτάρια. Σχεδόν το 50% διατίθεται σε νωπή ή –όλο και περισσότερο εσχάτως– σε αποξηραμένη μορφή. Από αυτά, η ελληνική παραγωγή περιορίζεται σε 2.000 τόνους πλευρωτά μανιτάρια, ενώ στην εξίσωση, τα τελευταία χρόνια, έχουν προστεθεί, με «ευθύνη» της Δίρφυς (που έφερε την καλλιέργεια στη χώρα μας), και τα μανιτάρια λεντινούλα, με μια μικρή ποσότητα που δεν ξεπερνά τους 30 τόνους (άλλοι 30 εισάγονται). Οι υπόλοιποι 5.000 τόνοι, όπως μας λέει ο κ. Λαχουβάρης, διατίθενται στο κανάλι της HORECA (εστιατόρια, ξενοδοχεία, εταιρείες catering) σε μεγάλες κονσέρβες των τριών κιλών, ενώ ένα πολύ μικρό ποσοστό αφορά τις μικρές κονσέρβες που βρίσκει κανείς στα ράφια των σούπερ-μάρκετ.

Σύμφωνα με τον συνομιλητή μας, η αγορά, αυτήν τη στιγμή, βρίσκεται σε ένα μεταβατικό στάδιο. «Η καλλιέργεια του πλευρώτους κέρδισε στρέμματα από το 2004 και μετά με ρυθμούς ανάπτυξης 30% ετησίως. Όμως, τελευταία έχουμε την αίσθηση ότι έχει πιάσει ταβάνι», αναφέρει, αποδίδοντας την εξέλιξη αυτή στο πλήθος μονάδων που δημιουργήθηκαν και στον συνακόλουθο ανταγωνισμό, στον «πόλεμο» των τιμών από τις εισαγωγές, αλλά και στο «φρένο» στις αυξητικές τάσεις της ζήτησης.

Πιέζεται η τιμή του πλευρωτού

Η μεταστροφή του κλίματος φανερώνεται και στο πεδίο της τιμής, η οποία, σύμφωνα με τον κ. Λαχουβάρη, για τα πλευρωτά κινείται σήμερα στα επίπεδα των 3 ευρώ το κιλό, αν και ορισμένοι παραγωγοί καταφερνουν να πουλήσουν έως και τα 4 ευρώ το κιλό, τη στιγμή που το κόστος καλλιέργειας ανέρχεται σε 2,50-2,60 ευρώ το κιλό. Πολύ ψηλότερη, στα 12 ευρώ το κιλό, είναι η τιμή για τα λεντινούλα. Ωστόσο, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, το κοινό τους στην Ελλάδα θεωρείται σήμερα πολύ περιορισμένο.

Το 50% του κόστους αφορά το υπόστρωμα, ενώ επιπλέον 15%-20% απορροφά ο σπόρος που εισάγεται από το εξωτερικό, δεδομένου ότι αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει σποροπαραγωγή για το πλευρωτό στη χώρα μας. Αυτό, ωστόσο, δεν αποκλείεται να αλλάξει σύντομα, καθώς, όπως αποκαλύπτει ο κ. Λαχουβάρης, η Δίρφυς, σε συνεργασία με πανεπιστημιακά ιδρύματα, έχει κάνει προεργασία για την παραγωγή σπόρου και βρίσκεται σε επαφές με υποψήφιους επενδυτές για το πρότζεκτ.

Στην αγορά το «Μανιτάρι Βόρειας Ελλάδας»

Να ξαναβάλει το λευκό μανιτάρι στον χάρτη της ελληνικής παραγωγής επιχειρεί ένα νέο σχήμα, που εδώ και δύο μήνες πραγματοποιεί τα πρώτα του βήματα στην Αλεξανδρούπολη. Εμπνευστής του εγχειρήματος, που έχει προϋπολογισμό 3 εκατ. ευρώ και χρησιμοποιεί ως βάση τις εγκαταστάσεις της πάλαι ποτέ Sabignon Ελλάς, είναι ο Μάκης Μπαξεβάνης, ο άνθρωπος που μέχρι πριν από έναν χρόνο περίπου είχε την ευθύνη της παραγωγής της μονάδας της Ιπποτούρ στη Λαζαρίνα Τρικάλων, της τελευταίας, δηλαδή, που παρήγαγε το εν λόγω είδος στην Ελλάδα, αλλά έβαλε λουκέτο την άνοιξη του 2015.

«Με τη συνεργασία ακόμα δύο επιχειρηματιών, ξεκινήσαμε την επένδυση το καλοκαίρι», σημειώνει στην «ΥΧ» ο κ. Μπαξεβάνης και προσθέτει: «Ο σκοπός ήταν να ξεκινήσουμε τον Σεπτέμβριο, όμως, λόγω των προβλημάτων στην εισαγωγή του εξοπλισμού αρχίσαμε την παραγωγή τον Δεκέμβριο», εξηγεί.

Αυτήν τη στιγμή, η εταιρεία παράγει 10 τόνους μανιτάρια την εβδομάδα, ενώ βρίσκεται σε φάση επέκτασης, με σκοπό η παραγωγή να φτάσει το φθινόπωρο τους 30 τόνους την εβδομάδα. Το προϊόν διατίθεται με την ετικέτα «Μανιτάρι Βόρειας Ελλάδας» στις λαχαναγορές μέσω της Μενέλαος Φρούτα ΕΠΕ, αλλά και στο δίκτυο της αλυσίδας Μασούτης.

Γιάννης Τσατσάκης