Όταν η «μαύρη» οικονομία, ευνοεί το «μαύρο» κρασί

Όταν η «μαύρη» οικονομία, ευνοεί το «μαύρο» κρασί

Η διακίνηση «μαύρου οίνου», κρασιού δηλαδή που διακινείται χωρίς κανείς να μπορεί να εντοπίσει από που έρχεται και που πηγαίνει (σ.σ. διαδικασία που ονομάζεται ιχνηλασιμότητα), βλάπτει παραγωγούς, οινοποιούς και καταναλωτές αλλά και το κράτος, που χάνει πολλά χρήματα από φόρους. Επωφελείται μόνο όποιος πουλάει… φύκια για μεταξωτές κορδέλες, δηλαδή Αγιωργίτικο από τη Νεμέα, που όμως έχει φτιαχτεί με σταφύλια από τη Βουλγαρία.

Όταν στο ταβερνάκι της γειτονιάς έρχεται η καράφα με το «Σαντορινιό», κανένας δεν φαντάζεται ότι το συγκεκριμένο κρασί δεν έχει παραχθεί στην Ελλάδα, αλλά έχει ταξιδέψει από πολύ μακριά. Και όμως, συμβαίνει πολύ συχνά, όπως δείχνουν οι ποσότητες, αφού το κρασί που παράγουμε είναι πολύ λιγότερο από το κρασί που κυκλοφορεί ως ελληνικό. Πολύ περισσότερο τώρα που η τακτική της ελληνοποίησης, της εισαγωγής δηλαδή κρασιού που στη συνέχεια «μπαίνει» στην αγορά ως ελληνικό, απαλλάσσει όποιον τα καταφέρει από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης που επιβλήθηκε.

Οι έλεγχοι από τον τομέα εμπορίου του υπουργείου Ανάπτυξης είναι από ελάχιστοι έως ανύπαρκτοι

Πώς θα μπορούσε, λοιπόν, να προστατευθεί η ελληνική παραγωγή, η τιμή αλλά και η υπόληψη του ελληνικού κρασιού, αφού πολύ συχνά οι ποσότητες που εισάγονται είναι χαμηλής ποιότητας και δυσφημούν το επώνυμο κρασί;

Στα σύνορα, απαιτείται έλεγχος των φορτίων που εισάγονται, έτσι ώστε να προσδιορίζεται η χώρα προέλευσης και στη συνέχεια να μπορεί να διαπιστωθεί με βάση τα παρασταστικά που τα συνοδεύουν πού αυτά τα φορτία καταλήγουν. Όπως εξηγεί, όμως, ο διευθυντής του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου (ΣΕΟ), Θεόδωρος Γεωργόπουλος, «είναι δώρον άδωρον να ελέγχεις τα παραστατικά, αν δεν αντανακλούν μια υγιή κατάσταση στην παραγωγή οινοστάφυλων. Πάρα πολλά αμπέλια στην Ελλάδα δεν έχουν δικαιώματα φύτευσης (σ.σ. και άρα είναι σαν να μην υπάρχουν). Έτσι, κυκλοφορεί “μαύρο κρασί”, που δεν ξέρουμε ποιοι το παράγουν, ποιοι το διακινούν και πού καταλήγει».

Αναντιστοιχία

Τα στοιχεία του ισοζυγίου κρασιού ζήτησε η «ΥΧ» από τον αρμόδιο φορέα (ΚΕΟΣΟΕ), προκειμένου να παρουσιάσει την κατάσταση που καταγράφει επίσημα η πολιτεία. Αναλύοντάς τα, αυτό που αποτυπώνεται είναι μια καταρχήν αναντιστοιχία μεταξύ της εικόνας που «περνάει» ο κλάδος εστίασης και εμπορίας σχετικά με την κατανάλωση… ελληνικού κρασιού (και ειδικά στα χύμα κρασιά), σε ό,τι αφορά το τι είναι ελληνικό. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που συγκεντρώνει η ΚΕΟΣΟΕ από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, το κρασί, τη χρονική περίοδο 2013-2014 άγγιξε τα 4.529,7 χιλιάδες χιλιόλιτρα (HL).

Οι εισαγωγές ανέρχονται στα 187,1 χιλιάδες χιλιόλιτρα, οι εξαγωγές 242,4 χιλιάδες χιλιόλιτρα. Τα τελικά αποθέματα αγγίζουν τα 1.373 χιλιάδες χιλιόλιτρα. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι το σύνολο των εγχώριων χρήσεων στον οίνο αγγίζει τα 3.101,4 χιλιάδες χιλιόλιτρα. Επιπλέον, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Κομισιόν, η παραγωγή της Ελλάδας την περίοδο 2014-2015 μειώθηκε στα 2.800 χιλιάδες χιλιόλιτρα, ενώ εκτιμά ότι η ελληνική παραγωγή την φετινή σεζόν θα σημειώσει περαιτέρω μικρή μείωση, στα 2.650 χιλιάδες χιλιόλιτρα.

Και όμως υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου

Την ίδια στιγμή που εμείς δεν έχουμε βρει τρόπο να προστατεύουμε καν την ελληνική παραγωγή, προηγμένες επιστημονικές μέθοδοι που εφαρμόζονται σε άλλες οινοπαραγωγές χώρες μπορούν να εντοπίσουν από πού προέρχεται το κρασί με ακρίβεια «αμπελιού». Όπως λέει η διευθύντρια Ερευνών στο Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας του Δημόκριτου, Λιάνα Ντότσικα, «έχουμε πλέον τη δυνατότητα με τις ισοτοπικές μεθόδους να προσδιορίζουμε την εντοπιότητα των κρασιών. Με χημικές εξετάσεις μπορούμε να πάμε από το κρασί στο σταφύλι και από την πρώτη ύλη στο τελικό προϊόν». Τα γαλλικά και τα ιταλικά κρασιά που θέλουν να προστατέψουν τη φήμη τους και τις εξαγωγές τους, συνοδεύονται από πιστοποιητικά ισοτόπων, μέσω των οποίων πιστοποιείται ότι είναι αυτό που αναγράφουν στην ετικέτα τους. «Στη συνέχεια, το κράτος πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για να διαπιστώσει αν υπάρχουν παραβάσεις», λέει η κ. Ντότσικα. Ανάλογο πρόγραμμα εφαρμόζουν και ελληνικά οινοποιεία, πιλοτικά.

«ΥΧ»