Ανεπαρκείς οι έλεγχοι στις λαϊκές αγορές

Πραγµατοποιήθηκαν 260 στο πρώτο εξάµηνο του 2016, διαπιστώθηκαν 63 παραβάσεις και επιβλήθηκαν πρόστιµα 65.000 ευρώ

Ανεπαρκείς οι έλεγχοι στις λαϊκές αγορές

Η οικονομική κρίση, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και οι λανθασμένες επιλογές των εκάστοτε κυβερνώντων, σε θέματα δημόσιας διοίκησης, δεν θα μπορούσε να αφήσει στο απυρόβλητο τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της αγοράς. Αυτό αποτυπώνεται στο γεγονός ότι οι έλεγχοι στις λαϊκές αγορές της Αττικής για την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας ανέρχονται σε μόλις δέκα την εβδομάδα (ήτοι δύο λαϊκές την ημέρα) σε σύνολο 270 λαϊκών αγορών που λειτουργούν σε όλη την Αττική. Αυτό, όπως αντιλαμβάνεται ο καθένας με απλά μαθηματικά, σημαίνει ότι είναι αδύνατον να έχουν ευρείας κλίμακας θετικό αποτέλεσμα στην καταπολέμηση της παραβατικότητας και στην αποτροπή των κάθε λογής αετονύχηδων.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «ΥΧ», μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2016, διενεργήθηκαν από τα κλιμάκια του υπουργείου Ανάπτυξης συνολικά 260 έλεγχοι. Στη διάρκεια των ελέγχων, διαπιστώθηκαν 63 παραβάσεις που αφορούν κυρίως παραπλάνηση με ψευδείς ενδείξεις και παράνομη διακίνηση προϊόντων, και επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους 65.000 ευρώ.

Προβληματισμός 

Τα δομικά προβλήματα και οι ελλιπείς έλεγχοι φαίνεται πως δεν προβληματίζουν ιδιαίτερα το αρμόδιο υπουργείο. Για του λόγου το αληθές, ιδού τι μας είπε υπηρεσιακός παράγοντας του υπουργείου: «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο αριθμός των υπαλλήλων που στελεχώνουν τα κλιμάκια ελέγχου. Το ζητούμενο είναι να έχουμε καταρτισμένους ελεγκτές, που γνωρίζουν καλά το αντικείμενο και θα διενεργούν τους ελέγχους με ουσιαστικό και πραγματικά αποτρεπτικό τρόπο για τους παραβάτες της νομοθεσίας». Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι «και με λιγότερο προσωπικό μπορεί να υπάρχει αποτέλεσμα, αρκεί να συντρέχουν μια σειρά από προϋποθέσεις». Ως τέτοιες θέτει τη διευκόλυνση του έργου των ελεγκτών, παρακάμπτοντας χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες, παρέχοντας άμεσα τη συνδρομή άλλων υπηρεσιών όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, «όπως για παράδειγμα της τροχαίας, όταν πρόκειται για ελέγχους σε διερχόμενα φορτία στα διόδια» κ.λπ. 

Αλλαγές στους ελέγχους

Ιδιαίτερη έμφαση δίνουν στελέχη του υπουργείου στη στόχευση των ελέγχων με επίκεντρο την «ορθολογικοποίησή» τους, όπως σημειώνουν, ώστε να μη λειτουργούν στείρα εισπρακτικά, αλλά επί της ουσίας αποτρεπτικά. Προς αυτή την κατεύθυνση, καταβάλλεται προσπάθεια για την επικέντρωση των ελέγχων σε σοβαρές παραβάσεις, όπως είναι η έλλειψη άδειας, η απουσία παραστατικών και η παραπλάνηση των καταναλωτών με ψευδείς ενδείξεις που συνιστούν «βάφτισμα» προϊόντων (π.χ. «ελληνοποιήσεις» ή ψευδής ένδειξη προέλευσης ακόμα και σε εγχώρια αγροτικά προϊόντα) ή με προϊόντα «μαϊμού», εάν πρόκειται για βιομηχανικά είδη. Ωστόσο, το μειωμένο προσωπικό τα τελευταία χρόνια παραμένει σημαντικό πρόβλημα, και περισσότερο ακόμα στην περιφέρεια, όπου οι αρμόδιες διευθύνσεις μπορεί να στελεχώνονται ακόμα και από μόνο δύο υπαλλήλους. 

«Σε αυτή την περίπτωση, είναι αναγκαία η συνεργασία με διευθύνσεις άλλων υπουργείων, όπως για παράδειγμα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, με παρόμοιο πεδίο αρμοδιοτήτων, για τη διενέργεια ελέγχων στις λαϊκές αγορές», δηλώνει στην «ΥΧ» υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Ανάπτυξης.

Ο νέος νόμος για το υπαίθριο εμπόριο

Σύμφωνα με άλλη πηγή από το υπουργείο, που έχει την κύρια ευθύνη της νομοθέτησης και της εφαρμογής της νομοθεσίας γύρω από το υπαίθριο εμπόριο εν γένει, ο σημερινός νόμος, που διέπει τη λειτουργία του υπαίθριου εμπορίου, έχει συμπεριλάβει ως αρμόδιους ελεγκτικούς φορείς από την υπηρεσία του υπουργείου Ανάπτυξης, μέχρι το λιμενικό, το ΣΔΟΕ και την Ελληνική Αστυνομία, κάτι το οποίο «δεν έχει φέρει μετρήσιμο αποτέλεσμα μέχρι τώρα». Σύμφωνα με πληροφορίες, στον νέο νόμο, που αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στο φθινόπωρο, θα είναι μικρότερος ο αριθμός αυτών των φορέων. Ζητούμενο, πάντως, παραμένει, όπως λένε οι γνωρίζοντες τα πράγματα, κατά πόσο οι έλεγχοι στη διακίνηση αγροτικών προϊόντων είναι μέσα στα πλάνα της ελεγκτικής δράσης όλων αυτών των υπηρεσιών. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως σημειώνουν, γίνεται πιο επιτακτική η ανάγκη για συντονισμό της ελεγκτικής δράσης με κοινά κλιμάκια ελέγχου, κάτι το οποίο στην πραγματικότητα ποτέ δεν εφαρμόστηκε συστηματικά, παρά μόνο αποσπασματικά και με μικρής εμβέλειας αποτελέσματα.

  • Μελίνα Ζιάγκου