Πέρυσι, ήρθε στη δημοσιότητα ένα success story, που υπόσχεται να «εκτοξεύσει» τις ελληνικές εξαγωγές από τα 4 στα 10 δισ. ευρώ. Πρώτο βήμα αυτής της νέας εποχής για την ελληνική γεωργία αποτελεί η εκρίζωση των ελαιοδέντρων της ποικιλίας Κονσερβοελιάς (Αμφίσσης, Βόλου), με σκοπό την αντικατάστασή της από την ποικιλία Καλαμών.

Πόσο σωστές είναι αυτές οι συμβουλές;

Αν ξεφυλλίσουμε τη σχετική βιβλιογραφία, θα μελαγχολήσουμε, διαπιστώνοντας την επιστημονική έρευνα με κόπο και μεράκι των προηγούμενων γενιών. Σήμερα, πόσοι σέβονται αυτόν τον θησαυρό;

Ιστορία, φήμη γεωγραφική διάδοση και σημασία της Κονσερβοελιάς

Η Κονσερβοελιά αποτελεί την πιο διαδεδομένη ιστορικά ποικιλία επιτραπέζιας ελιάς στην Ελλάδα. Η καλλιέργειά της εκτείνεται γεωγραφικά (κυρίως) σε ένα πρώτο τόξο από τη Βόρεια Εύβοια, τη Μαγνησία, τη Φθιώτιδα, τη Θεσσαλία έως και την Πιερία και σε ένα δεύτερο τόξο από τη Φωκίδα, την Αιτωλοακαρνανία έως και την Άρτα. Καλλιεργούνται 13,3 εκατ. ελαιόδεντρα Κονσερβολιάς σε 847.000 στρέμματα (πηγή Δ/νση Μητρώων του ΥΠΑΑΤ, 2104). Σαν σύγκριση, η αντίστοιχη καλλιέργεια της Καλαμών είναι 6,5 εκατ. ελαιόδεντρα σε 399.000 στρέμματα, δηλαδή λιγότερο του 50% της Κονσερβοελιάς.

Έως και τη δεκαετία του ’80, αναφέρεται ότι η Κονσερβοελιά ξεπερνούσε το 70% της παραγωγής και των εξαγωγών (Μ. Αλυγιζάκης, 1982). Τα τελευταία χρόνια, έχει υποχωρήσει στο 20%-30% λόγω της ανάπτυξης της ελιάς Χαλκιδικής.

Περιβαλλοντική και παραγωγική αξία

Η Κονσερβοελιά θεωρείται ως ιδιαίτερα παραγωγική. Έτυχε ιδιαίτερης μελέτης από τον Νίκο Λύχνο (δ/ντή του υπ. Γεωργίας, βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών), ο οποίος σε ένα από τα πολλά βιβλία του αφιερωμένα στην ελαιοκομία (1948) αναφέρει: «[…] αποτελούσα την σπουδαιοτέραν ποικιλίαν από απόψεως παραγωγής βρώσιμων, επιτραπέζιων ελαιών της Ελλάδος. […] Ευδοκιμεί εις υψόμετρον μέχρι 600 μ., αντέχει δε εις πολλάς αντιξοότητας του περιβάλλοντος ένεκα του οποίου ευδοκιμεί εις διαφόρους περιοχάς της Ελλάδος υπό διαφόρους όλως συνθήκας.

konservoelia-epitrapezia-elia3
Η Κονσερβοελιά αποτελεί την πιο διαδεδομένη ιστορικά ποικιλία επιτραπέζιας ελιάς στην Ελλάδα.

Αντέχει ακόμη εις τας χαμηλές θερμοκρασίας της χειμερινής περιόδου. Τελείως κεκαλυμμένα τα δένδρα υπό της χιόνος, ως συμβαίνει πολλάκις εις το Πήλιον κ.α., αντέχουν άριστα και δεν υποφέρουν». Συμπληρώνει, επίσης, ότι στην περιοχή του Χρισσού της Άμφισσας δίνουν αποδόσεις 2 έως και 3 «φορτώματα», δηλαδή επί 100 οκάδες, από 250 έως 380 κιλά ελαιοκάρπου το κάθε ελαιόδεντρο.
Η λογική της κατάργησης (ή έστω του περιορισμού) της βιοποικιλότητας, δηλαδή της σοφίας της φύσης, επειδή για λόγους (δήθεν) εμπορικούς μια άλλη ποικιλία θα αποδώσει καλύτερα, οδηγεί στην εφιαλτική προοπτική της μονοκαλλιέργειας, που, όπου εφαρμόζεται, έχει καταστροφικά αποτελέσματα, περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά.

Αναδιάρθρωση υπό προϋποθέσεις

«Αυτό φυσικά δεν συνεπάγεται ότι είναι εφικτό και σωστό να προχωρήσουν οι ελαιοπαραγωγοί σε αντικατάσταση της Κονσερβοελιάς ή/και σε επέκταση της Καλαμών χωρίς να εξετάσουν πολύ προσεκτικά, με τη γνώμη των ειδικών γεωπόνων, όλες τις εδαφοκλιματικές παραμέτρους. Επίσης, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και τις εμπορικές δυνατότητες/προοπτικές της κάθε ποικιλίας, όπως και το κόστος της εγκατάστασης του αρχικού φυτικού κεφαλαίου (χρόνια που απαιτούνται μέχρι να έρθει σε πλήρεις αποδόσεις κ.λπ.)».
Κάθε πολιτική επέκτασης με νέες φυτεύσεις, επιλογής και αντικατάστασης ποικιλιών, μεθόδων φύτευσης (π.χ. παραδοσιακής ή υπέρπυκνης), θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και εμπειρογνωμοσύνη, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους (εδαφοκλιματολογικές, αγρονομικές, οικονομικές, εμπορικές). Κυρίως, δεν θα πρέπει να αφήνεται ο παραγωγός μόνος του χωρίς τη συμβουλή των ειδικών επιστημόνων, οι οποίοι όμως θα πρέπει να βασίζονται σε συγκεκριμένη γνώση και ανάλυση και όχι σε δογματικές θεωρίες». (Ζαμπούνης και Μάνος, 2014).

Το οικονομικό κόστος της εκρίζωσης 13.344.346 δέντρων σε 846.831 στρέμματα Κονσερβοελιάς συνθέτει ένα δυσθεώρητο κόστος, που θα χρειαστούν δεκαετίες για να αποσβεστεί. Έστω και αν το κόστος της εκρίζωσης αντισταθμίζεται από την αξία του ξύλου της ελιάς, τα νέα δενδρύλλια (της Καλαμών) θα χρειαστούν αρκετά χρόνια για να φθάσουν (αν και όποτε) τις ίδιες αποδόσεις.
Ο μόνος λόγος αντικατάστασης της Κονσερβοελιάς από Καλαμών (ή από άλλη καλλιέργεια) είναι σε συγκεκριμένες περιοχές, επειδή είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στο βερτιτσίλλιο. Φυσικά, αυτό προϋποθέτει μελέτη και οδηγίες από ειδικούς γεωπόνους της περιοχής (εδαφολογική ανάλυση, το μικροκλίμα της τοποθεσίας, υφιστάμενες καλλιέργειες και αποδόσεις).

Μεταποίηση, εξαγωγές και μάρκετινγκ

Για το τελικό προϊόν, η καθεμία ποικιλία έχει τα δικά της χαρακτηριστικά ως προς τη μεταποίησή της για την παραγωγή προϊόντων, που ταιριάζουν σε διαφορετικές καταναλωτικές προτιμήσεις.
Ως προτερήματα της Κονσερβοελιάς, αναφέρονται η φρουτώδης γεύση, η τραγανή σάρκα, που εύκολα αποσπάται από τον πυρήνα, και η μεγάλη αντοχή στη συντήρηση. Ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι παράγει τρεις διαφορετικούς τύπους (κατηγορίες), τις πράσινες, τις ξανθές και τις μαύρες. Ειδικά οι φυσικές μαύρες αποτελούν ένα κορυφαίο προϊόν, που δεν μπορεί να συγκριθεί με την τεχνητά παρασκευαζόμενη «ισπανικού τύπου κονφίτ». Η φυσική μαύρη ελληνικού τύπου διατηρεί όλα της τα βιοενεργά υγιεινά συστατικά, καθώς και τα οργανοληπτικά της χαρακτηριστικά, σε αντίθεση με την ισπανικού τύπου, που υφίσταται μια έντονη χημική επεξεργασία με άλκαλι και βρασμό στους 122°.

konservoelia-epitrapezia-elia
Ο μόνος λόγος αντικατάστασης της Κονσερβοελιάς από Καλαμών (ή από άλλη καλλιέργεια) υπάρχει σε συγκεκριμένες περιοχές, επειδή είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στο βερτιτσίλλιο.

Η Κονσερβοελιά αποτελεί βασική εξαγώγιμη ελληνική ποικιλία επιτραπέζιας ελιάς, και μάλιστα συσκευασμένη σε κονσέρβες, γι’ αυτό άλλωστε και το (μάλλον ατυχές και κακόηχο) όνομά της. Στη βιβλιογραφία αναφέρονται ιστορικές βιομηχανίες και εξαγωγείς από το λιμάνι της Ιτέας (Κων. Γάτος, Αφοί Καραγκούνη κ.ά.), καθώς και από το λιμάνι του Βόλου (Τζαμανούδης, Γεωργούδης κ.ά.). Επίσης, «άλλοτε υφίστατο εν Γατζέα και Συνεταιρισμός των παραγωγών λειτουργών με πρόγραμμα την από κοινού κατεργασίαν και πώλησιν των ελαιών των Συνεταίρων» (Σ. Καλογερέας, 1932).

Το μόνο που λείπει τα τελευταία χρόνια από την ελληνική φυσική μαύρη Κονσερβοελιά είναι η υποστήριξη και το κατάλληλο μάρκετινγκ. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί λόγο να την ξεριζώσουμε, ίσα-ίσα το αντίθετο. Η καταστροφή ελαιοδέντρων με ιστορία εκατοντάδων ετών δεν θα αποτελούσε μόνο ένα έγκλημα κατά της φύσης και της οικολογικής ισορροπίας, αλλά και μια βλακώδη εμπορική πράξη. Να σημειώσουμε ότι οι γείτονες Ιταλοί κυκλοφορούν στην αγορά και πουλούν πανάκριβο ελαιόλαδο προερχόμενο από παμπάλαιες ελιές-κειμήλια.
Ακόμη και αν μια ποικιλία –όπως η Καλαμών ή η Χαλκιδικής– παρουσιάζει σήμερα μια αυξημένη ζήτηση, θα ήταν ολέθριο σφάλμα να «βάλουμε όλα τα αβγά στο ίδιο καλάθι». Ίσα-ίσα το αντίθετο, με τη διαφοροποίηση των προϊόντων επιτυγχάνουμε ένα πολύ καλύτερο και αποτελεσματικότερο «marketing mix». Ειδικά για την Καλαμών, που κανείς δεν αμφισβητεί ούτε τα πλεονεκτήματα ούτε την αξία της, θα έπρεπε κανείς να λάβει πολύ σοβαρά τον αυξανόμενο (αθέμιτο) ανταγωνισμό από τρίτες χώρες (Τουρκία, Αίγυπτο, Λιβύη).

ΠΟΠ και ΠΓΕ

Σήμερα είναι καταχωρισμένες έξι Προστατευόμενες Ονομασίες Κονσερβοελιάς, εκ των οποίων οι πέντε ΠΟΠ (Αμφίσσης, Αταλάντης, Ροβιών, Στυλίδας, Πηλίου) και η μία ως ΠΓΕ (Άρτας).

Σε αυτές τις έξι περιφέρειες, η καλλιέργεια της συγκεκριμένης ποικιλίας αποτελεί αναπόσπαστο σημείο των προδιαγραφών του προϊόντος και του δεσμού του με τον γεωγραφικό και τον ανθρώπινο παράγοντα. Άρα, οποιαδήποτε διαταραχή του φυτικού κεφαλαίου, και μάλιστα τέτοιας έκτασης, θα σήμαινε αυτόματα απεμπόληση και όχι αξιοποίηση των ΠΟΠ/ΠΓΕ.

Επιμέλεια – Συντονισμός: Βασίλης Ζαμπούνης