Ο Γιώργος Σκούρας γράφει για το Αγιωργίτικο, εξηγώντας γιατί δεν µπορεί να το φανταστεί χωρίς το όνοµα προέλευσης τυπωµένο στις φιάλες. Ο Πάρις Σιγάλας για το Ασύρτικο, µία από τις σπουδαιότερες λευκές ποικιλίες της Ευρώπης. Ο Γιάννης Τσέλεπος για τον αριστοκράτη του ελληνικού κρασιού, το Μοσχοφίλερο. Και ο Γιάννης Μπουτάρης γράφει για το χθες, το σήµερα και το αύριο
του Ξινόµαυρου.

Το Αγιωργίτικο… από τη Νεμέα

Το Αγιωργίτικο, αυτή η υπέροχη ελληνική ποικιλία, είναι μία ερυθρή ποικιλία που δεν μπορώ να τη φανταστώ χωρίς να έχει δίπλα της την ονομασία προέλευσης, τον τόπο της, τη Νεμέα. Εκεί είναι που η ποικιλία μεγαλουργεί, εκεί είναι που το Αγιωργίτικο φτιάχνει το πολυδυναμικό του όνομα. Γι’ αυτό, ας ονομάσουμε το φαινόμενο αυτό μια τοποποικιλία.

Το Αγιωργίτικο... από τη Νεμέα
Γιώργος Σκούρας

Ας εξηγηθώ, όμως. Η Νεμέα, όπως γνωρίζετε, αποτελείται από τη γη 17 κοινοτήτων, ξεκινά από τα 250 μέρα υψόμετρο και αγγίζει σε ακραίες θέσεις τα 1.000 μέτρα. Μία αλληλουχία βουνών και οροπεδίων δημιουργεί τις κλιματικές συνθήκες, που παρέα με την εδαφική σύσταση φτιάχνουν μικροκλίματα και οινοπέδια τόσο πολλά και διαφορετικά μέσα στη ζώνη. Κάθε τόπος – υποζώνη αφήνει το δικό του αποτύπωμα. Έτσι, λοιπόν, η Νεμέα έχει πολλά ανεξερεύνητα και εξερευνημένα μυστικά. Κάθε μυστικό και το κρασί του. Γι’ αυτό έχουμε πολλούς χαρακτήρες κρασιών. Άλλα ρωμαλέα, άλλα γεμάτα και πυκνά, άλλα λεπτά και ευγενικά, άλλα με νεύρα και οξύτητα, άλλα πιο σκούρα και άλλα πιο ανοιχτά και θα μπορούσα να πω και να ονοματίσω πολλές τέτοιες υποπεριοχές και ακόμα πολλά  χαρακτηριστικά κρασιών. Ας αναφερθώ λίγο και στη δύναμη της Νεμέας να φτιάξει ροζέ κρασιά, ιδιαίτερα από τα μεγάλα υψόμετρα και κυρίως τώρα που τα ροζέ είναι τόσο διαδεδομένα.

Η Νεμέα έχει παρελθόν και μέλλον. Στο παρελθόν, και ιδιαίτερα τα τελευταία 30 χρόνια, έγιναν πολλές προσπάθειες που κατάφεραν να φέρουν τη Νεμέα σε ένα υψηλό επίπεδο. Πολλά κρασιά αναδείχθηκαν, πολλές επενδύσεις έγιναν και γενικότερα υπήρξε μία τεράστια πρόοδος μέσα στη ζώνη. Μαζί, όμως, μ’ αυτό, φωτίστηκε και το πρόβλημα του Αγιωργίτικου. Έγιναν πολλές παρατηρήσεις-έρευνες, σε ό,τι αφορά την καθαρότητα των φυτών και του πολλαπλασιαστικού υλικού. Νέοι άνθρωποι γεωπόνοι πήραν το Αγιωργίτικο σαν φυτό, το καθάρισαν από τις διάφορες ιώσεις, που σέρνει μαζί του πολλά χρόνια τώρα, το ταυτοποίησαν, βρήκαν νέους κλώνους και σύντομα θα δούμε νέους αμπελώνες υψηλής καθαρότητας φυτών, που, όπως ελπίζουμε, θα δείξουν ένα ακόμα πιο ενδιαφέρον πρόσωπο του Αγιωργίτικου.

Διαβάστε ακόμη: Ποιες διαβαθμίσεις πρέπει να υπάρξουν στη Νεμέα

Και, βέβαια, η Νεμέα έχει μέλλον. Το μέλλον της έχει δύο πόδια. Το ένα είναι η αποκωδικοποίηση των δυνατοτήτων των αμπελοτοπίων της και το άλλο η επερχόμενη δυναμική νέα γενιά οινοποιών της περιοχής.

Το Αγιωργίτικο... από τη Νεμέα

Αυτοί θα αναδείξουν και θα φτιάξουν τις επόμενες κρασάρες της Νεμέας, ίσως σε μικρές ποσότητες, αλλά σίγουρα με μάτι δημιουργίας μοναδικών κρασιών, χαρακτηρισμένων από τα οινοπέδιά τους (terroir). Αυτό είναι το στοίχημα όλων μας για τον τόπο μας και για το μέλλον του Αγιωργίτικου.

Aσύρτικο, το σπουδαίο

Το Ασύρτικο είναι μια πολυδυναμική ποικιλία, η οποία στον τόπο καταγωγής του, τη Σαντορίνη, δίνει οίνους με υψηλή οξύτητα, πλούσιο σώμα, με υψηλό αλκοολικό βαθμό (13-14,5) χωρίς να χάνουν σε φινέτσα. Τα παραπάνω μαζί με τη χαρακτηριστική ορυκτότητα, που δίνει το ηφαιστιογενές έδαφος της Σαντορίνης και τη μεγάλη δυνατότητα παλαίωσης που έχουν οι οίνοι με την ονομασία «Σαντορίνη», κάνουν το Ασύρτικο μία από τις σπουδαιότερες λευκές ποικιλίες της Ευρώπης.

Τα τελευταία χρόνια, η αναγνωρισιμότητα του Ασύρτικου, μέσω των οίνων με την ονομασία «Σαντορίνη» από σοβαρούς διεθνείς επαγγελματίες του οίνου, είναι πολύ μεγάλη και δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι το terroir της Σαντορίνης μπορεί να συγκριθεί με τα σπουδαία terroir της Ευρώπης και οι «Σαντορίνες» με τα μεγάλα λευκά κρασιά της.

Στη Σαντορίνη, αυτή η πολυδυναμική ποικιλία, το Ασύρτικο, δίνει πράγματι διαφορετικούς τύπους οίνων, οι οποίοι μπορεί να εκφράζουν τα βασικά χαρακτηριστικά τους με διαφορετικό τρόπο. Ας τους αναφέρουμε έναν-έναν:

Η κλασική «Σαντορίνη», οίνος με τουλάχιστον 75% Ασύρτικο, που ζυμώνει και ωριμάζει σε ανοξείδωτες δεξαμενές. Είναι ένας μοναδικός οίνος λόγω υψηλής οξύτητας, με πληθωρικό σώμα και μια ορυκτότητα χαρακτηριστική του εδάφους του νησιού. Παλαιώνει εξαιρετικά τουλάχιστον επτά χρόνια, δίνοντας οίνους με ιδιαίτερο mineral χαρακτήρα, φρεσκάδα και πολυπλοκότητα ταυτόχρονα.

  • Η «Σαντορίνη» σε βαρέλι φανερώνει τη δυνατότητα της ποικιλίας να αντέχει το βαρέλι και να δίνει σπουδαίους οίνους στην κατηγορία αυτήν.
  • Το Βινσάντο είναι ένα εξαιρετικό γλυκό κρασί, πολύ γνωστό στον Μεσαίωνα. Πήρε το όνομά του από τους Ενετούς που το εμπορεύονταν και σημαίνει οίνος από τη Σαντορίνη. Η τεχνική του έρχεται από την αρχαιότητα. Η βασική ποικιλία αυτού του σπουδαίου και μοναδικού κρασιού είναι το Ασύρτικο (συμμετέχει τουλάχιστον κατά 50%).
  • Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ένας τελείως διαφορετικός τύπος οίνου, με βασική ποικιλία και πάλι το Ασύρτικο, που ήταν το παραδοσιακό λευκό κρασί της Σαντορίνης, με το όνομα «Νυχτέρι». Ο οίνος αυτός γινόταν με υπερώριμο τρυγητό, είχε πάνω από 15% αλκοολικό βαθμό, με υπολειμματικά ζάχαρα, που έφθαναν κάποιες χρονιές τα 10-12 γρ. το λίτρο, ωρίμαζε σε παλαιά δρύινα βαρέλια, τουλάχιστον για τρία χρόνια, και με τον χρόνο εξελισσόταν σε ένα κρασί παρόμοιου τύπου με τα Σέρι της Νότιας Ισπανίας.
Aσύρτικο, το σπουδαίο
Πάρις Σιγάλας

Προς το παρόν, δεν έχει βγει στην αγορά κρασί παρόμοιο με το παραδοσιακό Νυχτέρι. Το Κτήμα Σιγάλα έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια ένα κρασί που μοιάζει αρκετά με το παραδοσιακό Νυχτέρι, το οποίο έχει προκύψει από υπερώριμο τρυγητό με αλκοολικό βαθμό πάνω από 15% με υπολειμματικά ζάχαρα, που φθάνουν κάποιες χρονιές τα 12 γρ. το λίτρο και ωριμάζει τουλάχιστον για τρία χρόνια σε παλαιά δρύινα βαρέλια. Δεν έχει τον οξειδωτικό χαρακτήρα του παραδοσιακού, γιατί τα βαρέλια απογεμίζονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Η ποιότητα του οίνου Σαντορίνη, σε όλες τις εκδοχές του, η μοναδικότητά του, ο mineral χαρακτήρας του και η μεγάλη του δυνατότητα να παλαιώνει, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα ότι δίνει στο συγκεκριμένο κρασί τη δυνατότητα και τις προδιαγραφές για να αποκτήσει μια τιμή αντίστοιχη με εκείνη των μεγάλων ευρωπαϊκών λευκών κρασιών. Κάτι τέτοιο θα μπορούσαμε να το δούμε να συμβαίνει σχετικά σύντομα και, ήδη, υπάρχουν οι ενδείξεις. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να γίνει μόνο του. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια και πολλή δουλειά σε πολλαπλά επίπεδα για να το επιτύχουμε.

Μοσχοφίλετο, ο αριστοκράτης

Το Μοσχοφίλερο είναι μια γκρίζα ποικιλία, μια γνήσια κάπνειος άμπελος, όπως χαρακτηριστικά ονομαζόταν στην αρχαιότητα από όπου συναντάμε αρκετές αναφορές, τόσο στον Θεόφραστο όσο και στον Αριστοτέλη. Είναι η ποικιλία που δεσπόζει στους αμπελώνες της Μαντινείας, στο οροπέδιο της Αρκαδίας, στην καρδιά της Πελοποννήσου, σε υψόμετρο 650 μέτρων, καταλαμβάνοντας μια έκταση 600 εκταρίων.

Κύρια χαρακτηριστικά της ποικιλίας αυτής είναι η υψηλή οξύτητα και το ιδιαίτερο άρωμά της, που οφείλεται, από τη μια, στη μεγάλη διαφορά θερμοκρασίας ημέρας και νύχτας της περιοχής κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και τους πολύ ψυχρούς χειμώνες, δηλαδή το μικροκλίμα της, και, από την άλλη, στο terroir της.

Μοσχοφίλετο, ο αριστοκράτης

Λόγω των δύο αυτών πλεονεκτημάτων της, της υψηλής οξύτητας και του αρωματικού χαρακτήρα, για δεκαετίες οι οινοποιοί ανά την Ελλάδα το χρησιμοποιούσαν για να διορθώσουν τα πλαδαρά κρασιά και τα χαρμάνια τους. Ήταν ο περιπλανώμενος αριστοκράτης.

Μετά από σκληρή και επίμονη δουλειά κατορθώσαμε να αποτελεί σήμερα η Μαντινεία σημείο αναφοράς του ελληνικού αμπελώνα. Μαζί με τον Αντωνόπουλο, τον Νασιάκο, τον Σπυρόπουλο και τον Σκούρα δώσαμε τη νέα άποψη της Μαντινείας, φυσικά ο καθένας με τη δική του φιλοσοφία.

Το Μοσχοφίλερο είναι η ποικιλία που έβαλε το ελληνικό κρασί μέσα στο παγκόσμιο οινολογικό γίγνεσθαι και άνοιξε τον δρόμο του ελληνικού κρασιού στο εξωτερικό. Είναι η κύρια ποικιλία πάνω στην οποία βασίστηκαν οι εξαγωγές μετά την αναγέννηση του ελληνικού κρασιού και παραμένει και σήμερα η ελληνική ποικιλία με τη μεγαλύτερη εξαγωγική παρουσία.

Η Μαντινεία είναι από τις ελάχιστες περιοχές της Ελλάδας, όπου το millesime είναι κυρίαρχο. Είναι ένα κρασί με πολύ μεγάλες διακυμάνσεις στις χρονιές του.  Συναντάμε από χρονιές κακές, μέτριες, καλές, αλλά και εξαιρετικές.

Μοσχοφίλετο, ο αριστοκράτης
Γιάννης Τσέλεπος

Εμείς ως Κτήμα Τσέλεπου, από την αρχή  επιδιώξαμε ότι η Μαντινεία Τσέλεπου  πρέπει να είναι ένα κρασί τίμιο, με την έννοια ότι θα εκφράζει απόλυτα το μικροκλίμα της Μαντινείας και το terroir του αρκαδικού οροπεδίου.

Στη διαδρομή της ενασχόλησής μας με το θέμα Μοσχοφίλερο, αισθανθήκαμε την ανάγκη να εμβαθύνουμε την έρευνά μας σε όλες τις παραμέτρους. Οι πειραματισμοί διάφορων κλώνων του Μοσχοφίλερου στο οικοσύστημα της Αρκαδίας έγινε εφαλτήριο για τη δημιουργία ενός αμπελώνα που θα μπορεί να παράγει τα κρασιά που ονειρευτήκαμε. Δώσαμε κρασιά που εκφράζουν όλο το εύρος της ποικιλίας, ξηρά, αφρώδη και παλαιωμένα. Σήμερα, υπάρχει ένας ολοκληρωμένος αμπελώνας με όλους τους δυνατούς κλώνους της ποικιλίας, και μαζί με το σύγχρονο τεχνολογικά οινοποιείο και εμφιαλωτήριο αποτελούν την πλήρως κατεθοποιημένη αμπελουργική εκμετάλλευση του Μοσχοφίλερού μας.

Η πραγματοποίηση του στόχου μας έχει γίνει για μας φιλοσοφία και τρόπος ζωής της καθημερινότητας. Είναι η κουλτούρα και ο πολιτισμός μας.

Το Ξινόμαυρο, μπροστά στη νέα εποχή

Το Ξινόμαυρο είναι μία από τις κυριότερες ελληνικές ποικιλίες παραγωγής ερυθρών κρασιών ποιότητας και καλλιεργείται, όπως όλοι γνωρίζουμε, στην Κεντροδυτική Μακεδονία. Μόνη της ή κυρίαρχη σε συνδυασμό με άλλες ποικιλίες είναι η ποικιλία των ζωνών ΠΟΠ Νάουσα, Αμύνταιο, Γουμένισσα, Ραψάνη, ενώ καλλιεργείται από τα Γρεβενά και τη Σιάτιστα, μέχρι το Βελβενδό και την Καστοριά. Η ποικιλία είναι, επίσης, γνωστή ως Ξινόμαυρο Ναουστιανό ή Μαύρο Ναούσης, που δηλώνει ότι στη ζώνη της Νάουσας η ποικιλία απέδιδε τα μέγιστα, όσον αφορά το τελικό προϊόν.

Παρά τη φυλλοξήρα, που μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κατέστρεψε και τον αμπελώνα της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, τις αναμπελώσεις που έγιναν άναρχα, χωρίς καθοδήγηση και με έντονη επίδραση των αμπελουργικών συνηθειών των προσφύγων, κυρίως της Ανατολικής Ρωμυλίας, ο αμπελώνας της Νάουσας αποκαταστάθηκε πρώτος, μια και ήταν αυτός που είχε τη μεγαλύτερη εμπορική αξία. Οι αμπελώνες των άλλων περιοχών δεν είχαν τότε την ίδια τύχη.

Με την καθιέρωση της νομοθεσίας ΟΠΑΠ (σήμερα ΠΟΠ), τη δεκαετία του 1970, εμφανίστηκαν στην αγορά και οι ονομασίες Γουμένισσα, Αμύνταιο και Ραψάνη και, εν συνεχεία, με τη νομοθεσία των Τοπικών Οίνων (σήμερα ΠΓΕ), εμφανίστηκαν μικρότεροι ή μεγαλύτεροι τοπικοί οίνοι, π.χ. Τοπικός Βελβενδού, Τοπικός Ημαθίας, Τοπικός Μακεδονικός, που ως βάση είχαν το Ξινόμαυρο.

Το Ξινόμαυρο, και ειδικά η ζώνη της Νάουσας, έχει την τύχη να έχει μελετηθεί αρκετά σε επιστημονικό επίπεδο, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να μελετηθεί περαιτέρω. Τη δεκαετία του 1980, το Ινστιτούτο Αμπέλου και Οίνου έκανε μια πολύ συστηματική δουλειά για τη ζώνη, που αφορούσε κυρίως τις ποικιλίες.

Το Ξινόμαυρο, μπροστά στη νέα εποχή

Το 2005, ολοκληρώθηκε μια μελέτη για τις ζώνες Νάουσα και Γουμένισσα, που έγινε με πρωτοβουλία της «Ένωσης οινοπαραγωγών του αμπελώνα της Βορείου Ελλάδος» και αφορούσε, επίσης, νέους προσανατολισμούς για τις ζώνες καλλιέργειας του Ξινόμαυρου, καθώς περιλαμβάνει αναλυτική επισκόπηση των εδαφών, ποικιλιών κ.λπ.

Η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου & Οίνου (ΕΔΟΑΟ) προχώρησε το 2008 στη δημιουργία εθνικής οινικής αρχιτεκτονικής με την εκπόνηση ενός «Στρατηγικού σχεδιασμού branding και marketing για το ελληνικό κρασί στην εγχώρια και τις διεθνείς αγορές», με στόχο την ανάδειξη της ποικιλομορφίας του ελληνικού αμπελώνα.

Και εδώ βρίσκει τη δική του ξεχωριστή θέση του το Ξινόμαυρο ως μία από τις τέσσερις τοπο-ποικιλίες πρεσβευτές (Ασύρτικο – Σαντορίνη, Μοσχοφίλερο – Μαντινεία, Ξινόμαυρο – Νάουσα / Αμύνταιο / Γουμένισσα / Ραψάνη, Αγιωργίτικο – Νεμέα).

Πιστεύω ότι στη Νάουσα έχουμε την ίδια ποικιλία και τα ίδια κτήματα, με μικρές αλλαγές στις καλλιεργητικές μεθόδους, όπως και στη δεκαετία του ’70, αλλά τα κρασιά της Νάουσας ή αν θέλετε του Ξινόμαυρου, που πίνουμε σήμερα, έχουν μεγάλες διαφορές από αυτά που πίναμε τη δεκαετία του ’70. Ο λόγος; Νέοι οινολόγοι, καλύτερη τεχνική γνώση και σύγχρονα οινοποιεία, άλλες απαιτήσεις στη γεύση από τον καταναλωτή.

Το Ξινόμαυρο, μπροστά στη νέα εποχή
Γιάννης Μπουτάρης

Τι κάνουμε εμείς με το δικό μας Ξινόμαυρο; Η ομάδα των παραγωγών της Νάουσας συζητάει εδώ και καιρό το πρόβλημα της νέας εποχής. Εξετάζουμε με βάση τις υπάρχουσες μελέτες θέματα, όπως η κατηγοριοποίηση των εδαφών, η προσθήκη νέων ποικιλιών, η επέκταση της ζώνης στα γεωφυσικά της όρια και η απαλλαγή από τους περιορισμούς των διοικητικών ορίων, η ανάδειξη υποπεριοχών. Εμείς, οι παραγωγοί του Ξινόμαυρου, θεωρούμε δεδομένη την ικανότητα της ποικιλίας να δώσει εξαιρετικά αποτελέσματα σε διαφορετικά επίπεδα. Από αφρώδη και γλυκά κρασιά, ως blanc de noirs ή φρέσκα και βέβαια εξαιρετικά κρασιά παλαίωσης. Τα μηνύματα τα έχουμε πάρει. Είναι αποκλειστικά και μόνο στο χέρι μας να δώσουμε σάρκα και οστά στη νέα περίοδο του Ξινόμαυρου.

Στα νιάτα μου, τη δεκαετία του ’60, τα ξινόμαυρα που συναντούσα ήταν σε αμπελώνες κυπελλοειδείς, με μικρές αποδόσεις. Ήταν κρασιά δυνατά και μπρούσκα. Έζησα, εν συνεχεία, τη μεγάλη περίοδο των αναμπελώσεων, με γραμμικούς αμπελώνες, καλές αποδόσεις, με έναν  μόνον στόχο: να παράγουμε από το καμάρι μας, το Ξινόμαυρο, ένα πολύ καλό ερυθρό κρασί.

Οι αμπελώνες του ’60 και του ’70, με την εντατική καλλιέργεια λόγω της ανάγκης καλύτερου εισοδήματος για τον αμπελουργό και τις αλλαγές στις γευστικές απαιτήσεις, άρχισαν να κουράζονται. Οι τιμές του Ξινόμαυρου τη δεκαετία του ’70, του ’80, ακόμη και του ’90, ήταν οι υψηλότερες στην Ελλάδα. Σήμερα, πια, δεν είναι. Αυτό είναι ένα από τα μηνύματα που παίρνουμε. Τα μετάλλια και οι διακρίσεις που λαμβάνουν τα κρασιά από Ξινόμαυρο μας ανοίγουν άλλους δρόμους. Πιστεύω ότι είμαστε μπροστά στη νέα εποχή του Ξινόμαυρου. Όχι, γιατί, αν δεν παινέψω το σπίτι μου θα πέσει να με πλακώσει, αλλά γιατί ξέρω τις δυνατότητες της ποικιλίας, ξέρω τους ανθρώπους που ασχολούνται με αυτήν και έτσι αντλώ την αισιοδοξία μου για ένα πολύ καλό μέλλον. Πιστεύω ότι όλοι εμείς, σε όλες τις περιοχές όπου καλλιεργείται το Ξινόμαυρο, θα αναδείξουμε, αλλά και θα εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που μας δίνει αυτή η εξαιρετική ποικιλία.

Γλυκό κρασί από τη Σάμο

Σε 16.000 στρέμματα αναπτύσσονται οι αμπελώνες της Σάμου, κοσμώντας το νησί και κάνοντάς το ξακουστό τόσο για τη μοναδικότητά τους, αφού είναι… χτισμένοι σε πεζούλες, όσο και για την ποιότητά τους, κάνοντας τους γλυκούς σαμιώτικους οίνους να υπερέχουν και να κατακτούν τις παγκόσμιες αγορές. Τα γλυκά κρασιά της Σάμου είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και σε όλη την υφήλιο. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο το γεγονός ότι πριν καν ολοκληρωθεί η παραγωγή, το 80% έχει ήδη πουληθεί στις διεθνείς αγορές.

Μία ευγενής ποικιλία αμπέλου, γνωστή σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, είναι το Mοσχάτο λευκό (Muscat blanc à petits grains) ή Mοσχούδι ή Muscat de Frontignan, που καλύπτει το 97% του αμπελώνα της Σάμου. Επιτραπέζιες ποικιλίες, καθώς και δύο ερυθρές, το Ρητινό και το Φωκιανό, καλύπτουν το υπόλοιπο 3% του αμπελώνα.

Γλυκό κρασί από τη Σάμο

Η καλλιέργεια γίνεται στα 25 αμπελοχώρια του νησιού, που βρίσκονται στο βόρειο τμήμα της Σάμου. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι ότι οι περισσότεροι αμπελώνες είναι ορεινοί και ημιορεινοί. Η θέση τους αυτή εξασφαλίζει τη μοναδικότητα και την υπεροχή του κρασιού, με τα σταφύλια να ωριμάζουν αργά και σταθερά, μέχρι να έρθει η ώρα να αποκτήσουν τους υψηλούς βαθμούς, που χρειάζονται για την τελική δημιουργία των γλυκών Μοσχάτων.

Από το 1934, στο πλευρό των αμπελοκαλλιεργητών του νησιού βρίσκεται η Ένωση Οινοποιητικών Συνεταιρισμών Σάμου (ΕΟΣΣ), με τη συμμετοχή 25 τοπικών συνεταιρισμών.

Σημαντικό κομμάτι αποτελούν οι εξαγωγές, οι οποίες καλύπτουν το 80% της ετήσιας παραγωγής (7.000 τόνοι κρασί), με τη Γαλλία να εισάγει το 60% της παραγωγής του νησιού.

«Μεσιέ Νικολά» της Καρδίτσας

Το όνομα το… κληρονόμησε από έναν Γάλλο ευγενή, τον Μεσιέ Νικολά. Σ’ εκείνον αποδίδεται τόσο η ενασχόληση με την αμπελουργία στην περιοχή της Καρδίτσας όσο και η καλλιέργεια της ποικιλίας Μαύρο Μεσενικόλα στο ομώνυμο χωριό. Για την ιστορία, μία από τις θεωρίες που αφορούν την προέλευσή της θέλει τη συγκεκριμένη ποικιλία –που είναι καταγεγραμμένη από το 1455– να ευδοκιμεί σε ελλαδικό έδαφος από την αρχαιότητα.

Μόλις το 1994 θεσμοθετήθηκε η αμπελουργική ζώνη των οίνων ΠΟΠ (ΟΠΑΠ) Μεσενικόλας (PDO Mesenicolas). Όλη η έκταση (1.000 στρέμματα) περιλαμβάνει τον πρώην Δήμο Πλαστήρα και νυν Λίμνης Πλαστήρα, στη βορειοανατολική πλευρά της λίμνης.

Ο οίνος ΠΟΠ Μεσενικόλας είναι από Μαύρο Μεσενικόλα κατά 70% και κατά 30% από τη γαλλική ποικιλία Syrah. Καλλιεργείται σε ξηρικούς αμπελώνες σε υψόμετρο από 400 έως 750 μέτρα, ενώ είναι μια μέτρια παραγωγική ποικιλία, η οποία δίνει περίπου 800 με 900 κιλά το στρέμμα. Η ποικιλία αυτή δίνει ροζέ οίνους, ενώ για ερυθρούς χρειάζεται ενίσχυση (χρώμα και δομή) από τη Syrah και λιγότερο από την Carignan, που καλλιεργούνται, επίσης, στην περιοχή επί πολλές δεκαετίες.

Το μοναδικό οινοποιείο που βρίσκεται εντός της ζώνης ΠΟΠ είναι του Γιώργου Καραμήτρου, ο οποίος παράγει ετησίως περί τις 20.000 φιάλες οίνο ΠΟΠ Μεσενικόλα, το «Μεσιέ Νικολά», με το 50% να εξάγεται σε Βέλγιο, Καναδά, Αγγλία και Κύπρο. Ο ίδιος ασχολείται με την παραγωγή από το 1990, ενώ το οινοποιείο διαθέτει ιδιόκτητα 70 στρέμματα αμπελώνα, που μαζί με αυτά των συνεργαζόμενων αμπελουργών φτάνουν τα 200 στρέμματα.

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποικιλίας αυτής, όπως μας λέει ο Γιώργος Καραμήτρος, είναι ότι «τα κρασιά που δίνει είναι αρωματικά. Θα τα χαρακτήριζα δυτικοευρωπαϊκά, δηλαδή έχουν αρώματα από φρούτα του δάσους. Δίνει συγχρόνως και εξαιρετικά ροζέ κρασιά, που το χρώμα τους είναι περισσότερο προς το πορτοκαλί, το ροζέ της Προβηγκίας και όχι το έντονο ροζ. Ταυτόχρονα, επειδή δεν έχει πολύ… σώμα το οινοποιούμε με 30% Syrah. Είναι το μοναδικό ΠΟΠ κρασί στην Ελλάδα, που αποτελείται από δύο ποικιλίες».

Ρομπόλα, με αγάπη από την Κεφαλονιά

Ο Συνεταιρισμός Ρομπόλας εδρεύει στην εντυπωσιακή κοιλάδα των Ομαλών Κεφαλονιάς, η οποία συναρπάζει με τις έντονες εναλλαγές απότομων βουνών και ευφόρων πεδιάδων και με τους αμπελώνες σε υψόμετρο από 400 έως 800 μέτρα. Είναι μια από τις κυριότερες μονάδες στον πρωτογενή τομέα και η κυριότερη στα αμπελοοινικά πράγματα του νησιού.

Διαχειρίζεται και καθετοποιεί από το 1982, ένα από τα κύρια γεωργικά προϊόντα του νησιού, την λευκή ποικιλία σταφυλιού Ρομπόλα, καθιστώντας τον αμπελουργικό τομέα ως τομέα αιχμής στην κοινωνική, οικονομική ευημερία και προκοπή του τόπου, αλλά και στον πολιτισμό και την προβολή του νησιού και της χώρας ευρύτερα.

Από την Κεφαλονιά με αγάπη

Διαθέτει σύγχρονο εργοστάσιο, με εφαρμογή συστημάτων ποιότητας και ασφάλειας τροφίμων, με εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, με επενδύσεις σε υποδομές και νέες τεχνολογίες αλλά και πρατήριο των προϊόντων του στο Αργοστόλι.

Από το 2015 και μετά από παρότρυνση των μελών αλλά και ανθρώπων του γεωργικού τομέα στην Κεφαλονιά, ο Συνεταιρισμός με το κύρος και τη δυναμικότητα που τον χαρακτηρίζει, ξεκίνησε μια νέα δραστηριότητα, τη δημιουργία αυτοτελούς γραφείου αγροπεριβαλλοντικών μέτρων στο Αργοστόλι, βάζοντας ως νέο στόχο αυτή τη φορά το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ). Σε αυτό το γραφείο εξασφαλίζει την ορθή και έγκαιρη ενημέρωση των αγροτών, των κτηνοτρόφων και των ασχολούμενων με τη γεωργική δραστηριότητα, αλλά και την υποστήριξη τους σε μέτρα και προγράμματα Ευρωπαϊκά και Εθνικά ώστε να μπορούν να αξιοποιούν στο μέγιστο βαθμό τις δυνατότητες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων – δραστηριοτήτων τους.

Η ετήσια παραγωγή του Συνεταιρισμού ξεπερνά τους 500 τόνους σταφυλιών απορροφώντας σχεδόν το 80% της σταφυλικής παραγωγής της Κεφαλονιάς. Την Ρομπόλα που αποτελεί το κυριότερο σταφύλι του νησιού συμπληρώνουν ποικιλίες όπως το Τσαούσι, το Βοστιλίδι, το Μοσχάτο, το Ζακυνθινό και η Μαυροδάφνη.

Στην γκάμα των προϊόντων του Συνεταιρισμού περιλαμβάνονται 4 οίνοι Π.Ο.Π. Ρομπόλα Κεφαλληνίας. Η Κλασική Ρομπόλα, το San Gerasimo, η Βιολογική Ρομπόλα και η Ρομπόλα με ωρίμανση 6 μηνών σε γαλλικά δρύινα βαρέλια. Αυτά τα κύρια προϊόντα συμπληρώνουν ένας οίνος ΠΓΕ Πλαγιές Αίνου και άλλοι 9 επιτραπέζιοι λευκοί, ροζέ και ερυθροί οίνοι.

Από την Κεφαλονιά με αγάπη

Ο κύριος όγκος των πωλήσεων του Συνεταιρισμού πραγματοποιείται εντός του νησιού, στην κάθε χρόνο αναπτυσσόμενη τουριστική του αγορά, ενώ από το 2014 ο Συνεταιρισμός σύναψε στρατηγική συμφωνία συνεργασίας με το οινοποιείο Αμπελώνες Οινοποιητική Σώκος, για την διάθεση των προϊόντων του στην υπόλοιπη Ελλάδα και Ευρώπη.

Εκτός των πωλήσεων στην Ευρώπη, ο Συνεταιρισμός έχει έντονη εξαγωγική δραστηριότητα και σε Κίνα, Καναδά και ΗΠΑ, με την τελευταία να αποτελεί την σημαντικότερη του αγορά με αξιοσημείωτο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης πωλήσεων.

Διαχειριζόμενος έναν πολύ μεγάλο όγκο σταφυλιών, ο Συνεταιρισμός έχει καταφέρει να δημιουργήσει και να διατηρήσει στο πέρασμα των ετών μια γευστική ταυτότητα στις παραγόμενες του Ρομπόλες. Φρεσκάδα, ζωηρότητα, ισορροπημένη οξύτητα, γευστικό βάθος και έντονη επίγευση συνθέτουν το πάζλ των χαρακτηριστικών της Ρομπόλας αποθεώνοντας την τυπικότητα της ποικιλίας. Γευθείτε τα….

Επιμέλεια-Συντονισμός έκδοσης: Τάνια Γεωργιοπούλου
Γράφουν: Γιώργος Σκούρας, οινοποιός, Πάρις Σιγάλας, οινοπαραγωγός, Γιάννης Τσέλεπος, οινοποιός, Γιάννης Μπουτάρης, οινοποιός, Ανθή Γεωργίου