Το ελληνικό ελαιόλαδο καταθέτει σταθερά το δικό του πλεόνασμα με μέση αξία περί τα 260 εκατ. ευρώ ετησίως, όμως, αυτό το πλεόνασμα δεν είναι αρκετό για να ανατρέψει την εικόνα του συνολικού εμπορικού ελλείμματος, αιμοδοτώντας τα μεγάλα κενά του, αλλά την ίδια ώρα το ελληνικό ελαιόλαδο αιμορραγεί εξαιτίας:

1Της ανισορροπίας υπέρ των χύμα ανώνυμων εξαγωγών προς τις ανταγωνιστικές ελαιοπαραγωγούς χώρες, πρωτίστως της Ιταλίας και δευτερευόντως της Ισπανίας, που πραγματοποιούνται σε σχετικά χαμηλές τιμές χωρίς προστιθέμενη αξία. Αποτέλεσμα η απώλεια τουλάχιστον 1,3 ευρώ/κιλό και οπωσδήποτε πολύ μεγαλύτερη, αν λάβουμε υπόψη τις τιμές που μπορούν να επιτευχθούν ανάλογα με την ποιότητα, τη συσκευασία και το μάρκετινγκ.

2Της σταδιακής απώλειας ακόμη και αυτών των αγορών. Διαχρονικά, παρατηρούμε ότι οι εξαγωγές προς την Ιταλία μειώνονται, έτσι π.χ. ενώ το 1990 οι εισαγωγές της καλύπτονταν από την Ελλάδα κατά 30%, 25 χρόνια αργότερα η εξάρτησή της έχει μειωθεί στο 17%. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο και οφείλεται στο δυνάμωμα κατ’ αρχήν της Ισπανίας, δευτερευόντως της Τυνησίας, αλλά και των υπόλοιπων τρίτων χωρών, οι οποίες αυξάνουν την παραγωγή τους, βελτιώνουν την ποιότητά τους, άρα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητά τους. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμίσουμε τη σημασία της εξαγοράς από την Ισπανία των τεσσάρων εμβληματικών ιταλικών brands (Bertolli, Carapelli, Minerva, Sasso). Η εξέλιξη αυτή εγκυμονεί για το ελληνικό ελαιόλαδο τον μεγάλο κίνδυνο να βρεθεί μπροστά, ή μάλλον να βουλιάξει, σε αποθέματα που δεν μπορεί να διαθέσει ούτε χύμα. Άρα, οι επισημάνσεις για τους «κακούς Ιταλούς», που παίρνουν χύμα το λάδι μας, το αναμειγνύουν, το εμφιαλώνουν κ.λπ. θα πρέπει να συνοδεύονται με ένα ρεαλιστικό σχέδιο σχετικά με το τι θα κάνουμε αυτά τα πλεονάσματα, αν η Ιταλία είναι απρόθυμη να τα αγοράσει. Το ζήτημα αυτό αντανακλάται και στις τιμές, καθώς οι Ιταλοί εισαγωγείς ζητούν διαρκώς όχι μόνο μικρότερες ποσότητες, αλλά διαπραγματεύονται σκληρά ολοένα και πιο χαμηλές τιμές.

3Σε ό,τι αφορά τις μη ελαιοπαραγωγούς – εισαγωγικές χώρες, κάνουμε κατ’ αρχάς την υπόθεση ότι πρόκειται για επώνυμες τυποποιημένες εξαγωγές. Ωστόσο, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι χώρες όπως οι ΗΠΑ αυξάνουν συνεχώς τις εισαγωγές χύμα ελαιολάδων, τα οποία εμφιαλώνονται εγχώρια, ώστε να καρπούνται την προστιθέμενη αξία. Ενώ, για παράδειγμα, το 1993-1994 τα τυποποιημένα αντιστοιχούσαν στο 88% του συνόλου των εισαγωγών στις ΗΠΑ, ήδη έχουν μειωθεί στο 58%. Επίσης, και σε χώρες, όπως η Γερμανία, είναι έντονο το φαινόμενο των χύμα εξαγωγών από Έλληνες μικρούς παραγωγούς (ελαιοπαραγωγούς κ.ά.), που εφοδιάζουν πολλά καταστήματα μαζικής εστίασης των μεταναστών.

Πίνακας 1: Η εξέλιξη της αγοράς ελαιολάδου των ΗΠΑ μεταξύ ετών 1990 και 2014

1990 2014
Σύνολο εισαγωγών (τόνοι) 96.700 331.340
Ελληνικές εξαγωγές (τόνοι) 1.300 3.500
Μερίδιο της Ελλάδας και σειρά κατάταξης ως προς την ποσότητα 1.34% 1,06%

(6η θέση)

Σύνολο εισαγωγών (αξία, εκατ. δολ.) 201.100 957.100
Ελληνικές εξαγωγές (αξία, εκατ. δολ.) 2.800 14.800
Μερίδιο της Ελλάδας και σειρά κατάταξης ως προς την αξία 1,39% 1,55%

(5η θέση)

Μοναδιαία αξία (δολ./τόνο) Σύνολο όλες οι χώρες 2.080 2.888
Μοναδιαία αξία Ελλάδα (δολ./τόνο) 2.154 4.230

Πηγή: Έκθεση ΟΕΥ

Εν πάση περιπτώσει, αυτό που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι σε όλες αυτές τις αγορές το ελληνικό ελαιόλαδο έχει μια ισχνή παρουσία και τα μερίδιά του όχι μόνο είναι εξαιρετικά χαμηλά, έως και 3%, αλλά σε πολλές χώρες διαχρονικά μειώνονται. Ας δούμε δύο παραδείγματα.

Οι ΗΠΑ αποτελούν την «ατμομηχανή» του παγκόσμιου εμπορίου και οι εισαγωγές τους έχουν ξεπεράσει τους 300.000 τόνους ετησίως. Όμως, ο πίνακας 1 είναι χαρακτηριστικός της ελληνικής ανεπάρκειας, παρά τα σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως της στροφής στο έξτρα παρθένο από το 32% της συνολικής κατανάλωσης το έτος 1993-1994 στο 67%, είκοσι έτη αργότερα, όπως επίσης και του ομογενειακού στοιχείου.

eksagoges-elaioladou

Παρατηρούμε, δηλαδή, ότι από το «μπουμ» της αύξησης κατά 234.000 τόνους, η Ελλάδα ωφελήθηκε μόνο κατά 2.200 τόνους, παραμένοντας με μερίδιο αγοράς μικρότερο του 1,5%, ενώ έχει υποχωρήσει στην 6η θέση, πίσω όχι μόνο από Ιταλία, Ισπανία, αλλά και Τυνησία, Χιλή, Αργεντινή. Το μόνο θετικό είναι ότι οι ελληνικές τιμές είναι ιδιαίτερα υψηλές, στη 2η θέση από τη σειρά κατάταξης.

Ας αναφέρουμε, επίσης, και μια άλλη χώρα, την Κίνα, που καλώς ή κακώς θεωρείται το Ελντοράντο. Η αύξηση των εισαγωγών της ήταν ακόμη πιο θεαματική από 107 όλους κι όλους τόνους το έτος 1997-1998 στους 35.000-40.000 τόνους σήμερα. Ωστόσο, η Ελλάδα ούτε εδώ έχει ωφεληθεί ιδιαίτερα, καθώς το μερίδιό της έχει υποχωρήσει από το 14% στο 4%. Κι όμως, στο μεταξύ έχουν συμβεί δεκάδες επισκέψεις πολυμελών αντιπροσωπειών Κινέζων επισήμων, οι οποίοι έχουν φιλοξενηθεί, δίνοντας πολλές υποσχέσεις, που ωστόσο δεν έχουν υλοποιηθεί, ενώ έχουν παραχωρηθεί και δημόσια περιουσιακά στοιχεία, όπως το λιμάνι του Πειραιά, χωρίς να έχουν συμπεριληφθεί κάποια ανταλλάγματα, όπως π.χ. κρατικά συμβόλαια για εξαγωγή ελληνικών ελαιολάδων.

Οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις

Για όλη αυτή την περίοδο των τελευταίων 35 ετών, υπήρξαν σημαντικές κοινοτικές χρηματοδοτήσεις. Έως το 1998 ίσχυσε η επιδότηση («επιστροφή») εξαγωγών σε τρίτες χώρες. Η Ελλάδα έκανε σχεδόν μηδενική χρήση, ίσως γιατί τα «πανωγραψίματα» ήταν δύσκολα, επειδή αναμειγνύονταν τελωνεία και πολλή γραφειοκρατία. Αντίθετα η ελληνική βιομηχανία/τυποποίηση «διέπρεψε» στην ενίσχυση στην κατανάλωση (δηλαδή, στην επιδότηση της τυποποίησης σε συσκευασίες έως και 5 λίτρα), φτάνοντας μέχρι και τους 182.000 τόνους επί το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 133 δρχ./κιλό.

Τότε, από την αρχή της ένταξης έως και τα μέσα του ’90 χάθηκε η μεγάλη ευκαιρία. Αθροιστικά αυτές οι δύο ενισχύσεις κάλυπταν το 30%-35% της αγοραίας τιμής του ελαιολάδου, ενώ η Ισπανία ακόμη βρισκόταν στα σπάργανα, με παραγωγή μόλις 500.000  τόνους και τεράστια ποιοτικά προβλήματα, απούσα από τις αγορές. Η ελληνική βιομηχανία και το εμπόριο, ιδιώτες και συνεταιριστές, έχασαν αυτή την ευκαιρία, προτιμώντας είτε τα πανωγραψίματα, είτε/και το χύμα εμπόριο, που τότε ανθούσε με τις καραβιές των 2.000-3.000 τόνων.

Η άλλη όψη των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων αφορά τις εκστρατείες προώθησης της κατανάλωσης, με δικαιούχους τις επαγγελματικές οργανώσεις. Μάλιστα, η ΕΕ, όπως έχει τονίσει πρόσφατα ο επίτροπος, Φιλ Χόγκαν, δίνει ιδιαίτερο βάρος σε αυτές τις πολιτικές, ενώ αύξησε την κοινοτική χρηματοδότηση, μειώνοντας αντίστοιχα την εθνική συμμετοχή.

Διεθνές εμπόριο ελαιολάδου. Ετήσιος μέσος όρος περιόδου 2009-2013. Σε παρένθεση οι μέσοι όροι δεκαετίας 1995-2005 (σε χιλ. τόνους)

eksagoges-elaiolado
Πηγή: Επεξεργασία συγγραφέα πρωτογενών στοιχείων των ΟΠΕ/ΕΛΣΤΑΤ,IOC,EUROSTAT

Σε αυτά τα προγράμματα, και μάλιστα του ελαιολάδου, η ελληνική απορρόφηση είναι ιδιαίτερα υψηλή με αρκετά εκατομμύρια ευρώ, σχεδόν αποκλειστικά από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Βιομηχανιών Τυποποίησης Ελαιολάδου (ΣΕΒΙΤΕΛ) από τον οποίο είχαμε ζητήσει ένα πίνακα με τα προγράμματα που έχει υλοποιήσει, αλλά επικαλέστηκε φόρτο εργασίας. Όμως και από το ΥΠΑΑΤ η άντληση των στοιχείων δεν αποδείχθηκε εύκολη υπόθεση, παρά το γεγονός ότι αποτελούν δημόσια έγγραφα και όχι απόρρητα στοιχεία.

Όσο για την ουσία της αξιολόγησης, εδώ υπάρχουν δύο προσεγγίσεις. Το μισογεμάτο ποτήρι λέει ότι ευτυχώς που υπάρχουν και αυτά τα προγράμματα, επιτρέποντας σε κάποιες ελληνικές επιχειρήσεις να έχουν μια παρουσία στις ξένες αγορές. Το μισοάδειο ποτήρι λέει ότι οι εξαγωγικές επιδόσεις είναι τόσο ισχνές, που δύσκολα θα στήριζαν έναν ισχυρισμό ότι αυτά τα προγράμματα πράγματι αξιοποιήθηκαν. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε να έχει γίνει κάποια τέτοια αξιολόγηση.

Πολιτική εξωστρέφειας

Τα τελευταία χρόνια, η λέξη «εξωστρέφεια» είναι της μόδας, κλίνεται σε όλους τους χρόνους και τους τόνους. Αυτό που θέλαμε εδώ να σημειώσουμε είναι ότι δεν πρόκειται για κάποιο ευχολόγιο, ότι δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις, ότι χρειάζεται μια μεγάλη επίπονη και επίμονη προσπάθεια, ενταγμένη σε μια συνολική στρατηγική. Αυτό, δηλαδή, που κάνουν όλες οι χώρες που έχουν επιτύχει. Το να τις μιμηθούμε δεν αποτελεί ντροπή.

Δείγμα της ελληνικής εσωστρέφειας και της κινεζικής εξωστρέφειας. Το αλιεύσαμε σε ξενοδοχείο και, μάλιστα, ελληνικής ελαιοπαραγωγικής περιοχής. Πιθανώς παραπλανητική ένδειξη Shampoo with olive oil, μια και το κόστος είναι 0,14 ευρώ/φιαλίδιο των 40 ml, ενώ πίσω διαβάζουμε Olea Europaea (olive) fruit oil και Made in P.R.C., δηλαδή της ελαιοπαραγωγικής (;) Λ.Δ. Κίνας!

Ας πούμε και ότι ανάλογα φιαλίδια, με περιεχόμενο πραγματικού έξτρα παρθένου ελαιολάδου, έχουν καθιερώσει όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, για τα εστιατόριά τους, από εποχής υπουργίας Αθ. Τσαυτάρη, με την Ελλάδα να εμμένει στα «λαδόξιδα».

Ίσως, αν οι Κινέζοι πάρουν την ελαιοκομία μας στα χέρια τους, να ήταν μια κάποια λύση…

 

Επιμέλεια – Συντονισμός: Βασίλης Ζαμπούνης