Η αγορά του προϊόντος της επιτραπέζιας ελιάς είναι, στην πραγματικότητα, τελείως διαφορετική από εκείνη του ελαιολάδου και το μόνο που, πραγματικά, τις συνδέει είναι ότι τα δύο προϊόντα προέρχονται από το είδος Olea europaea της οικογένειας Oleaceae. Το υποείδος Olea europaea var. Sativa περιλαμβάνει όλες εκείνες τις ποικιλίες που είναι βρώσιμες και οικονομικά αξιοποιήσιμες.

Πράγματι, εξετάζοντας τις ποικιλίες, θα διαπιστώσουμε ένα πολύ μεγάλο αριθμό τους, που έχει επικρατήσει να χρησιμοποιείται είτε για παραγωγή ελαιολάδου (οι μικρόκαρπες, π.χ. κορωνέικη), είτε για παραγωγή επιτραπέζιων ελιών, (οι αδρόκαρπες/μεγαλόκαρπες, π.χ. η Καλαμών), είτε και για διπλή χρήση, για τις οποίες τα πράγματα λίγο περιπλέκονται αν λάβουμε υπόψη ότι, συνήθως, οδηγούνται για ελαιοποίηση ελιές για διάφορους λόγους, όπως π.χ. όσες έχουν ποιοτικά προβλήματα (δακοπροσβολής), ενώ η σχέση τιμών ελαιόλαδο – επιτραπέζια ελιά επηρεάζει τις αποφάσεις των παραγωγών.

Η γεωγραφική διασπορά των ποικιλιών –κατ’ αρχάς– καθορίστηκε από το φυσικό περιβάλλον που δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες, ενώ –στη συνέχεια– υπήρξαν και οικονομικοί λόγοι οι οποίοι επέδρασαν στις αποφάσεις των ανθρώπων να επεκτείνουν ή να εγκαταλείψουν τη μία ή την άλλη ποικιλία. Σήμερα, πάντως, στη χώρα μας ποσοτικά επικρατούν τρεις ποικιλίες επιτραπέζιας ελιάς:

  • Η Κονσερβοελιά
  • Η Καλαμών
  • και η Χαλκιδικής

Ως διπλής χρήσης αναφέρονται –κυρίως– οι ποικιλίες Μεγαρίτικη, Θρουμπολιά, Αγουρομάνακο, Κοθρέϊκη κ.ά.

Από άποψη εμπορίας και μάρκετινγκ, υπάρχει μια καθοριστική διαφορά: Η επιτραπέζια ελιά είναι βρώσιμη ως έχει, οπότε ο καταναλωτής μπορεί άμεσα και εύκολα να κρίνει τα ποιοτικά και γευστικά της χαρακτηριστικά. Αντίθετα, το ελαιόλαδο προστίθεται σε άλλα φαγητά και σαλάτες, οπότε είναι πολύ δύσκολο –ή και αδύνατον– για τον απλό καταναλωτή να διακρίνει τα ιδιαίτερα ποιοτικά του χαρακτηριστικά, εκτός αν αυτά είναι πολύ ελαττωματικά.
Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε και μια τρίτη σημαντική διαφορά: Για πολλούς λόγους, που ξεφεύγουν από το πλαίσιο αυτού του άρθρου, η επιτραπέζια ελιά δεν απόλαυσε στην Ελλάδα τις πολύ υψηλές επιδοτήσεις του ελαιολάδου, η διαχείρισή της δεν συνοδεύτηκε από τα ίδια εκτεταμένα «πανωγραψίματα». Ένα μόνο παράδειγμα αποτελεί η «ενίσχυση στην κατανάλωση», που ουσιαστικά διέφθειρε και κατέστρεψε τον κλάδο της βιομηχανίας τυποποίησης ελαιολάδου (λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού και εύκολου χρήματος), ενώ ο κλάδος της μεταποίησης επιτραπέζιας ελιάς στηρίχτηκε στις δικές του δυνάμεις και αναπτύχθηκε πιο ομαλά.

Σε ισορροπία παγκόσμια παραγωγή και κατανάλωση

Είναι ιδιαίτερα θετικό το γεγονός ότι η παγκόσμια παραγωγή και η κατανάλωση, διαχρονικά, εξελίσσονται σε μια ισορροπία, χωρίς συσσώρευση αποθεμάτων, αλλά και χωρίς ελλείμματα.
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 24 ετών, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΔΣΕ, η μεν παγκόσμια παραγωγή αυξήθηκε κατά 266,7%, ενώ η παγκόσμια κατανάλωση κατά 257,8%. Δηλαδή, αυξήθηκαν περισσότερο από 2,5 φορές.

epitrapezia-elia-proion-polles-iposxeseis
Η παραγωγή στη χώρα μας δείχνει μια ικανοποιητική αύξηση της τάξης του 217,6%, μικρότερη, πάντως, της Ισπανίας (που ανέρχεται σε 236,2%), αλλά και της παγκόσμιας (που φτάνει το 266,7%).

Με εξαίρεση το περίσσευμα (απόθεμα) των 243 χιλ. τόνων (ετησίως μ. ο. της 4ετίας 2006/07-2009/10), το οποίο στην επόμενη 4ετία εκτονώνεται σε 33 χιλ. τόνους, γενικά, παγκόσμια παραγωγή και κατανάλωση σχεδόν συμβαδίζουν.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό, εάν θέλουμε να έχουμε μία μακροπρόθεσμη πρόβλεψη (εικόνα) της εξέλιξης των τιμών, των οποίων η μακροχρόνια τάση δεν προοιωνίζει δυσάρεστες εκπλήξεις για το δίδυμο παραγωγός/καταναλωτής.

Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας, η μεν παραγωγή δείχνει μια ικανοποιητική αύξηση της τάξης του 217,6% , μικρότερη, πάντως, της Ισπανίας (που ανέρχεται σε 236,2%), αλλά και της παγκόσμιας (που φτάνει 266,7%).
Αρνητική είναι η ένδειξη της μείωσης της κατανάλωσης στην Ελλάδα (κατά 36%), ενώ, αντίθετα, η Ισπανία έχει αύξηση κατά 160,5% και η παγκόσμια κατά 257,8% .

Παγκόσμιος χάρτης

Στον παγκόσμιο χάρτη της επιτραπέζιας ελιάς ξεχωρίζουν 32 χώρες είτε γιατί παράγουν, είτε γιατί καταναλώνουν, είτε και για τα δύο.
Κύριες παραγωγές χώρες της ΕΕ είναι η Ισπανία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Πορτογαλία. Παράγουν 781 χιλ. τόνους (30,7% της παγκόσμιας παραγωγής), ενώ καταναλώνουν 345 χιλ. τόνους (13,8 % της παγκόσμιας κατανάλωσης). Υπάρχει, δηλαδή, ένα πλεόνασμα για εξαγωγή 436 χιλ. τόνους. Η Ελλάδα κατέχει τη 2η θέση, με πρώτη την Ισπανία, η οποία αποτελεί τον βασικό της ανταγωνιστή. Η Ιταλία έχει ετήσιο έλλειμμα 64 χιλ. τόνους.
Κύριες χώρες παραγωγής και κατανάλωσης γύρω από τη Μεσόγειο Θάλασσα είναι οι: Αίγυπτος, Τουρκία, Αλγερία, Συρία, Μαρόκο, Ιράν, Ιορδανία, Αλβανία, Λίβανος, Τυνησία, Ισραήλ, Παλαιστίνη, Ιράκ και Σαουδική Αραβία. Συνολικά παράγουν 1.429 χιλ. τόνους (56,2% της παγκόσμιας παραγωγής), ενώ καταναλώνουν 1.218 χιλ. τόνους (48,5 % της παγκόσμιας κατανάλωσης), γι’ αυτό –τελικά– τα διαθέσιμα πλεονάσματα περιορίζονται στους 211 χιλ. τόνους, με πιο ανταγωνιστικές χώρες την Αίγυπτο, το Μαρόκο, τη Συρία και την Τουρκία.
Κύριες χώρες παραγωγής και κατανάλωσης σε Αμερική και Ωκεανία είναι οι: Αργεντινή, ΗΠΑ, Περού, Χιλή, Μεξικό και Αυστραλία. Εδώ ξεχωρίζουν οι ΗΠΑ, οι οποίες αποτελούν –όπως και στο ελαιόλαδο– την πιο ενδιαφέρουσα αγορά, καθώς το έλλειμμά τους ανέρχεται σε 138 χιλ. τόνους. Ιδίως η Αργεντινή, αλλά και το Περού, είναι έντονα ανταγωνιστικές με περίσσευμα 75 χιλ. τόνους και 33 χιλ. τόνους, αντίστοιχα.
Κύριες χώρες κατανάλωσης εντός και εκτός της Ε.Ε. είναι οι: Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Βραζιλία, Καναδάς και Ρωσία.

Οι χώρες αυτές καταναλώνουν και εισάγουν 458 χιλ. τόνους (18,3 % της παγκόσμιας παραγωγής) και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του παγκόσμιου εμπορίου.
Πέραν των παραπάνω 32 χωρών, οι υπόλοιπες, που συμπληρώνουν τον παγκόσμιο χάρτη, παράγουν 19 χιλ. τόνους (0,7 % του συνόλου), ενώ καταναλώνουν 164 χιλ. τόνους (6,5 % του συνόλου).

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η Κατά Κεφαλήν Κατανάλωση. Υπάρχουν χώρες με πολύ υψηλή κατανάλωση, με πρωταθλήτρια την Αλβανία με 10,0 kg/κατά κεφαλήν κατανάλωση ετησίως, ενώ άλλες, π.χ. οι ΗΠΑ, παρά το ότι καταναλώνουν, συνολικά, μεγάλη σε όγκο ποσότητα, 218 χιλ. τόνων, η κατά κεφαλήν κατανάλωση περιορίζεται στα 100 γραμμάρια/άτομο, υποδηλώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο και τις τεράστιες δυνατότητες περαιτέρω διείσδυσης και επέκτασης.

Να σημειώσουμε ότι η Ισπανία έχει ένα μικρό προσανατολισμό των εξαγωγών της προς τις τρίτες χώρες, εκτός ΕΕ, ενώ η Ελλάδα εμφανίζει σχεδόν απόλυτη ισορροπία μεταξύ προορισμών προς τρίτες χώρες και προς χώρες της ΕΕ

Ελληνικές εξαγωγές

Όπως διαπιστώσαμε παραπάνω, ο τομέας της επιτραπέζιας ελιάς στην Ελλάδα είναι έντονα πλεονασματικός, συνεπώς, εξαρτάται απόλυτα από την πορεία των εξαγωγών, οι οποίες στηρίζουν την εθνική οικονομία και το εμπορικό ισοζύγιο, αποτελώντας το πρώτο σε αξία μεταποιημένο αγροτικό προϊόν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ η αξία των εξαγωγών υπερβαίνει ετησίως τα 300 εκ. €.

Η μεγαλύτερη σε σημασία ποιοτική κατηγορία, μακράν των υπολοίπων, είναι η CN20057000. Οι εξαγωγές προς τις 28 χώρες της ΕΕ υπερτερούν ελαφρά έναντι των εξαγωγών προς τρίτες χώρες, οι οποίες επιτυγχάνουν υψηλότερες τιμές, κάτι λογικό λόγω μεγαλύτερης αναλογίας μικρών συσκευασιών έναντι χύμα.

Κατά τη διάρκεια της πενταετίας 2010-2014, υπάρχει μικρή αύξηση των ποσοτήτων και μεγάλη αύξηση της αξίας, κυρίως λόγω της αύξησης της τιμής (άνω του 20%), η οποία προήλθε κυρίως από τις χώρες ΕΕ και λιγότερο από τις τρίτες χώρες.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, κατά τη διάρκεια της τετραετίας 2010 – 2014, οι εξαγωγείς πέτυχαν τιμές πώλησης υψηλότερες κατά 30% περίπου (από 26,5 έως 33%). Το ερώτημα είναι γιατί οι τιμές παραγωγού δεν συμμετείχαν, έστω και αναλογικά, σε αυτή την άνοδο;

Τρεις χώρες στόχος

Από τις 32 χώρες που προαναφέραμε, επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας σε τρεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και πολλές άλλες χώρες με ιδιαίτερο εξαγωγικό ενδιαφέρον. Στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και την Βραζιλία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΕΥ στην Ουάσιγκτον για την η αγορά των ΗΠΑ μεταξύ των ετών 2000 με 2014:

  • Η εγχώρια παραγωγή παρουσιάζει πολύ μεγάλες ετήσιες διακυμάνσεις, από 17.787 έως και 117.778 τόνους.
  • Οι καθαρές εισαγωγές διατηρούνται μεν, άνω των 100 χιλ. τόνων, όμως, υπάρχει μείωση μεταξύ του 2000, με 129.816 τόνους, και του 2014, με 105.251, τόνους. Αντίστοιχη μείωση παρουσιάζουν οι πωλήσεις τόσο της λιανικής όσο και της υπηρεσίας τροφίμων.
  • Η τιμή ανά κιλό, στο μεν στάδιο της λιανικής έχει διαχρονικά αυξηθεί στα 11,73 δολάρια/κιλό, ενώ στο στάδιο του food service είναι φανερά μικρότερη στα 8,66 δολάρια/κιλό.
  • Οι τιμές των ελληνικών επιτραπέζιων ελιών κυμάνθηκαν στα 3,36 δολάρια/κιλό τον Ιούνιο 2015.
  • Αν και η πλειοψηφία των καταναλωτών θεωρούν ότι οι ελιές είναι υγιεινές, ωστόσο η υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι αποτελεί τον βασικό παράγοντα που αποτρέπει τη διείσδυση και επέκταση στο αμερικανικό καταναλωτικό κοινό.
  • Επίσης, παρατηρείται έλλειψη καινοτομιών από πλευράς βιομηχανίας, ώστε να ανταποκρίνεται στις καταναλωτικές επιθυμίες.
  • Η Ελλάδα κατέχει μια εξαιρετικά υψηλή θέση σε σχέση με τις ανταγωνίστριες χώρες. Στις 6 από τις 14 κατηγορίες του προϊόντος είναι η πρώτη χώρα προμηθευτής, ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες βρίσκεται μέσα στην πρώτη πεντάδα. Αθροιστικά, το μερίδιό της καλύπτει το 26,33% της αγοράς (στοιχεία 2015).
  • Για το έτος 2014 η αξία των ελληνικών εξαγωγών ανήλθε στα 115.092 χιλ. δολάρια, παρουσιάζοντας σημαντική αύξηση από τα 101.818 χιλ. δολάρια του προηγουμένου έτους 2013.

Σύγκριση των ελληνικών εξαγωγών μεταξύ των ετών 2010 και 2014, σε ποσότητα (τόνους), σε αξία (ευρώ) και σε μοναδιαία τιμή προϊόντος (ευρώ/κιλό).

  Αξία (εκ.€) Ποσότητα (τόνοι) Τιμή (€/κιλό)
Προς ΕΕ 28 Προς Τρίτες Χώρες Σύνολο Προς ΕΕ 28 Προς Τρίτες Χώρες Σύνολο Προς ΕΕ 28 Προς Τρίτες Χώρες Σύνολο
2010 140.925 135.302 276.227 74.365

(56.624)(*)

55.810

(47.238)(*)

130.175

(103.862)(*)

1,895

(2,489)(*)

2,424

(2,864)(*)

2,122

(2,660)(*)

2014 187.404 171.213 358.617 76.169

(58.759)(*)

59.383

(52.867)(*)

135.552

(111.626)(*)

2,460

(3,189)(*)

2,883

(3,239)(*)

2,646

(3,213)(*)

Μεταβολή +33,0% +26,5 +29,8% +2,4%

(+3,8%)(*)

+6,4%

(+11,9%)(*)

+4,1%

(+7,5%)(*)

+29,8%

(+28,1%)(*)

+18,9%

(+13,1%)

+24,7%

(+20,8%)(*

(*) Ποσότητες και τιμή καθαρού στραγγισμένου προϊόντος, Πηγή: Επεξεργασία συγγραφέα στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ

Δύο άλλες αγορές ιδιαίτερου ενδιαφέροντος αποτελούν η Βραζιλία και Αυστραλία.

Η Βραζιλία εισάγει και καταναλώνει 103.255 τόνους (έτος 2014/15, στοιχεία Eurostat). Εδώ κυριαρχούν η Αργεντινή με 36.989 τόνους, η Ισπανία με 34.695, το Περού με 23.073 τόνους. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 8η θέση με μόλις 210 τόνους και μερίδιο 0,2%.
Αντιθέτως, στην αγορά της Αυστραλίας η Ελλάδα κατέχει την 1η θέση, με 7.420 τόνους (46,8%), ακολουθούμενη από την Ισπανία, με 5.214 τόνους. Ωστόσο, πρόκειται για μια αγορά που συνολικά ανέχεται σε 15.841 τόνους, παρουσιάζοντας σοβαρά περιθώρια ανάπτυξης.

Μεταποίηση και εξαγωγές

Στον κλάδο δραστηριοποιείται ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών και συνεταιριστικών επιχειρήσεων, χωρίς να υπάρχει όμως ένα οργανωμένο πλήρες μητρώο τους. Επίσης, δραστηριοποιείται μεγάλος αριθμός εμπόρων-μεσιτών, σε μία «γκρίζα ζώνη» μεταξύ ελαιοπαραγωγών και μονάδων επεξεργασίας, διακινώντας σημαντικές ποσότητες ελιών.
Ο κλάδος χαρακτηρίζεται από :

  • υψηλό βαθμό συγκεντροποίησης με τις 5 μεγαλύτερες εταιρείες να ελέγχουν περί το 50% της αγοράς
  • μικρά περιθώρια κέρδους
  • έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα, με τάσεις υποχώρησης της εγχώριας κατανάλωσης
  • υψηλό δείκτη ανταγωνιστικότητας, εξαγωγές/εισαγωγές
  • δείκτη τιμών καταναλωτή που παραμένει σχεδόν σταθερός, ενώ οι τιμές πώλησης των εξαγωγών έχουν ανέβει γύρω στο 30% (βλέπε πίνακα 4), με το ερώτημα των τιμών παραγωγού οι οποίες δεν έχουν ωφεληθεί ανάλογα.
epitrapezia-elia-proion-polles-iposxeseis
Οι εξαγωγές προς τις 28 χώρες της ΕΕ υπερτερούν ελαφρά έναντι των εξαγωγών προς τρίτες χώρες, οι οποίες επιτυγχάνουν υψηλότερες τιμές, κάτι λογικό λόγω της μεγαλύτερης αναλογίας μικρών συσκευασιών έναντι χύμα.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο ότι η επιτραπέζια ελιά έχει δυναμική και προοπτικές, και μάλιστα καλύτερες από το ελαιόλαδο, αρκεί να ξεπεράσει μια σειρά από προβλήματα που χαρακτηρίζουν και γενικότερα τον αγροτικό τομέα, όπως:

  • βελτίωση και αξιοποίηση της ποιότητας, με συνεισφορά όλων, δηλαδή ελαιοπαραγωγών, μεταποιητών, ερευνητικών και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, ΥΠΑΑΤ (δακοκτονία, και όχι μόνο!)
  • διαφάνεια και οργάνωση των (δι)επαγγελματικών φορέων
  • προστασία και εμπορική αξιοποίηση των ΠΟΠ/ΠΓΕ (Καλαμάτα και όχι μόνο!), καθώς και των ελληνικών ποικιλιών και φυσικών μεθόδων μεταποίησης
  • αναστήλωση των συνεταιριστικών οργανώσεων
  • κίνητρα μεγέθυνσης του κλήρου για βιώσιμες εκμεταλλεύσεις επαγγελματιών ελαιοπαραγωγών, με αξιοποίηση και της συμβολαιακής γεωργίας
  • διαφάνεια στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων και των εμπόρων-μεσιτών (ιχνηλασιμότητα, αυτοέλεγχος)
  • αξιοποίηση χρηματοδοτούμενων κοινοτικών προγραμμάτων με αυστηρούς και –κυρίως– με ουσιαστικούς ελέγχους
  • βελτίωση του γενικότερου οικονομικού κλίματος (παροχή ρευστότητας, ελάφρυνση φορολογίας, περιορισμός γραφειοκρατίας και πολυνομίας).

Συνολικές εξαγωγές Ελλάδας και ανά δασμολογική κλάση προς χώρες ΕΕ και προς τρίτες χώρες: ποσότητες σε τόνους, αξία σε ευρώ και μοναδιαία τιμή σε ευρώ/κιλό και ανά δασμολογική κλάση. Μέσος ετήσιος όρος πενταετίας 2010-2014.

Αξία Ποσότητα Τιμή
Νωπές ελιές που προορίζονται για χρήσεις άλλες από την παραγωγή λαδιού (CN 07099210) 9.512 4.402 2,161
Λαχανικά άβραστα ή βρασμένα σε νερό ή σε ατμό, κατεψυγμένα, ελιές (CN 07108010) 6.475 3.537 1,831
Ελιές διατηρημένες προσωρινά (σε άρμη, διοξείδιο του θείου κ.λπ.), αλλά ακατάλληλες για διατροφή, στην κατάσταση που βρίσκονται, για χρήσεις άλλες από την παραγωγή λαδιού (CN 07112010) 7.341 4.665 1,574
Παρασκευασμένες ελιές ή διατηρημένες με ξίδι ή οξικό οξύ (CN 20019065) 36.670 14.801 2,478
Παρασκευασμένες αλλιώς, παρά με ξίδι ή οξικό οξύ (CN 20057000) 261.566 112.831
91.133(*)
2,318
2,870(*)
Σύνολο προς χώρες ΕΕ 166.154 80.575
63.165(*)
2,062
2,630(*)
Σύνολο προς τρίτες χώρες 155.410 59.662
55.174(*)
2,605
2,817(*)
Γενικό σύνολο 310.820 119.325
110.348(*)
2,605
2,817(*)

(*) Ποσότητα στραγγισμένου καθαρού προϊόντος, Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (Επεξεργασία συγγραφέα του άρθρου)