Πλούσιο σε βιταμίνες και θρεπτικά συστατικά, το καρότο συστήνεται από τους επιστήμονες να περιλαμβάνεται τακτικά στην καθημερινή μας διατροφή. Για να φτάσει, όμως, από το χωράφι στο… ράφι, η διαδικασία για τους παραγωγούς δεν είναι και η ευκολότερη, μιας και η καλλιέργειά του απαιτεί γνώση, εμπειρία, αλλά και τη συνδρομή ειδικού μηχανολογικού εξοπλισμού, που θα εξασφαλίσουν ποιοτικά και άριστα ως προς την όψη καρότα. Στην Ελλάδα, όπου πλέον η ζήτηση διαρκεί όλο τον χρόνο, και δη στις κύριες καροτοπαραγωγικές περιοχές, την Βοιωτία και την Εύβοια, συνδυάζεται σε μεγάλο ποσοστό η παραγωγή με την τυποποίηση, προκειμένου να επιτυγχάνονται και καλύτερες τιμές για τον παραγωγό.

Οι συνθήκες που επικρατούν στην παραγωγή του καρότου

Αν ρωτήσει κάποιος έναν παραγωγό καρότου στους νομούς Βοιωτίας και Εύβοιας την απόδοση ενός χωραφιού σε καρότα, θα πάρει μια απάντηση όχι σε κιλά, όπως θα περίμενε, αλλά σε σακούλες «300, 400 ή 500». Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: Ότι η απόδοση κυμαίνεται σε τρεις, τέσσερις έως πέντε τόνους το στρέμμα, και το δεύτερο -και πιο σημαντικό-, ότι από το χωράφι ο παραγωγός βάζει τα προϊόντα του στο ράφι.

Η καλλιέργεια του καρότου σήμερα είναι σε πολύ λίγα χέρια και καθετοποιημένη πλήρως. Αυτός που σπέρνει, ποτίζει, καλλιεργεί, συγκομίζει, συσκευάζει και πουλάει στην λαχαναγορά ή σε αλυσίδες λιανικής πώλησης, διαθέτει σύγχρονα πλυντήρια-συσκευαστήρια και μεταφορικά μέσα για να μεταφέρει τα προϊόντα του στο δίκτυο πώλησης, το οποίο εκτείνεται από την Κρήτη έως τον Έβρο. Αν οι ελάχιστοι αυτοί παραγωγοί συνεργάζονταν μεταξύ τους, θα μιλούσαμε για κάτι εκπληκτικό.

Πρόκειται για μια καλλιέργεια με ιδιαίτερες απαιτήσεις σε έδαφος, νερό, κλιματικές συνθήκες, φυτοπροστατευτικές επεμβάσεις και λιπάνσεις

Η καλλιέργεια γίνεται σε δυο όμορους νομούς, στην Βοιωτία (στις περιοχές της Θήβας, του Νεοχωρακίου, του Αγίου Θωμά, των Οινοφύτων, του Σχηματαρίου και του Αυλώνα) και στην Εύβοια (στα Ψαχνά και την Τριάδα). Όταν σταματάει η σπορά καρότου στη Βοιωτία, περί τα μέσα με τέλη Αυγούστου, λίγο αργότερα ξεκινάει η σπορά, μέσα με τέλη Σεπτεμβρίου, στην Εύβοια. Ο κάθε παραγωγός σπέρνει κάθε 10-15 ημέρες, ώστε να συγκομίζει σταδιακά και να διαθέτει φρέσκια παραγωγή όσο το δυνατό μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορεί.

Το καρότο είναι μια καλλιέργεια με ιδιαίτερες απαιτήσεις σε έδαφος, νερό, κλιματικές συνθήκες, φυτοπροστατευτικές επεμβάσεις και λιπάνσεις. Η σπορά γίνεται με σύγχρονες πνευματικές μηχανές σε αναχώματα, γιατί διευκολύνεται η μηχανική συγκομιδή. Οι σπόροι που χρησιμοποιούνται είναι υβρίδια. Συνήθως οι συσκευασίες είναι των 500.000 σπόρων για 2,5-3 στρέμματα και το μέγεθός του ξεκινάει από 1,2mm έως 2,2mm. Στις πρώιμες σπορές στη Βοιωτία χρησιμοποιούν την ποικιλία Concerto, ενώ στην Εύβοια ξεκινούν με την Exelso ή το Senator. Το έδαφος που θα καλλιεργηθεί πρέπει να είναι ψιλοχωματισμένο, γιατί ο σπόρος είναι μικρός, ευαίσθητος στο φύτρωμα αλλά και γιατί ο καρπός πρέπει να μεγαλώνει ανεμπόδιστα, να μακρύνει και στη συνέχεια να αρχίζει να «γεμίζει» μέχρι η άκρη του να στρογγυλέψει για να αποκτήσει ένα μέγεθος 20-30cm. Αποφεύγονται χωράφια πετρώδη πολύ συνεκτικά. Το πότισμα είναι σημαντικό σε τέσσερα κυρίως στάδια του καρότου:

  1. Όταν ποτίζουμε για το φύτρωμα, χρειάζεται συχνά ποτίσματα με μικρές ποσότητες.
  2. Στην αύξηση της ρίζας αραιά ποτίσματα, με μέτριες ποσότητες νερού.
  3. 40 ημέρες μετά τη σπορά, αραιά ποτίσματα με μεγάλες ποσότητες νερού.
  4. Όταν έχουμε την πλήρη φυλλική ανάπτυξη, πάλι τα ποτίσματα γίνονται αραιά με μεγάλες ποσότητες.

Πολλά προβλήματα έχει το καρότο στις καλοκαιρινές σπορές, αμέσως μετά το φύτρωμα, όταν επικρατεί πολύ υψηλή θερμοκρασία και τα φυτάρια «σβήνουν» στο στάδιο των 2-3 πραγματικών φύλλων ακριβώς στο σημείο του λαιμού, ο οποίος είτε καίγεται και παθαίνει μηχανική βλάβη, είτε αναπτύσσονται εκεί διάφορες ασθένειες του λαιμού όπως πύθιο, φυτόφθορα κ.ά.

Όσον αφορά τη ζιζανιοκτονία, γίνεται ψεκασμός με pendimethalin, αμέσως μετά την σπορά και στη συνέχεια ενσωμάτωση με πότισμα. Τα στενόφυλλα ζιζάνια δεν προβληματίζουν και τόσο τους παραγωγούς, γιατί καταπολεμούνται με εκλεκτικά ζιζανιοκτόνα. Εκλεκτικά ζιζανιοκτόνα που καταπολεμούν και πλατύφυλλα ζιζάνια στο καρότο είναι αυτά με δραστική ουσία το metribuzin, γιατί το linuron έχασε την έγκρισή του. Αν παρόλα αυτά παραμένουν ζιζάνια, ένα ελαφρό γρήγορο πέρασμα με εργάτες λύνει το πρόβλημα.

Με την ευκαιρία, κάποιος από τους υπεύθυνους πρέπει να εξηγήσει στους παραγωγούς του καρότου αν τα φάρμακα που αποσύρονται ή χάνουν την έγκρισή τους από την καλλιέργεια αποσύρονται για προστασία του καταναλωτή ή γιατί δεν συμφέρει εμπορικά μια εταιρεία να τα διατηρήσει, γιατί βλέπουμε το παράδοξο ίδιες δραστικές με διαφορετικό εμπορικό όνομα να έχουν διαφορετικές εγκρίσεις. Όσο αφορά τη λίπανση, μια ενδεικτική λίπανση στην καλλιέργεια του καρότου είναι:

  1. 80 κιλά λίπασμα 15-15-15.
  2. 20 κιλά νιτροθειική.
  3. 20 κιλά νιτρικό ή θειικό κάλιο.

Απαραίτητα ιχνοστοιχεία για το καρότο είναι ο σίδηρος, ο ψευδάργυρος και το βόριο. Το πότισμα γίνεται με μπεκάκια τα οποία τοποθετούνται στο χωράφι σε αποστάσεις 12μΧ12μ, 10μΧ12μ ή 6μΧ6μ και παραμένουν όλη την καλλιεργητική περίοδο, από την σπορά μέχρι την συγκομιδή.

Ένας πρόχειρος προϋπολογισμός για το πόσο κοστίζει η καλλιέργεια του καρότου ανά στρέμμα, για μια μέση παραγωγή 4.000 κιλών το στρέμμα, έχει ως εξής: Το ενοίκιο χωραφιού 80 ευρώ, πότισμα 100 ευρώ, σπόρος 140 ευρώ, λίπασμα 80 ευρώ, ζιζανιοκτονία-φυτοπροστασία 50 ευρώ και καλλιεργητικές εργασίες, όπου περιλαμβάνονται η κατεργασία του εδάφους, η σπορά μέχρι και την εξαγωγή, 80 ευρώ. Τα έξοδα σε πλυντήριο, συσκευαστήριο και μεταφορά κοστίζουν 100 ευρώ το στρέμμα.

Τα επιθυμητά χαρακτηριστικά του καρότου:

  1. Μήκος 20cm-30cm χωρίς διακλαδώσεις, να μην είναι μυτερό ή στραβό στο τελείωμα αλλά να στρογγυλεύει σαν λαμπάδα.
  2. Χρώμα έντονο πορτοκαλί λαμπερό.
  3. Λεία επιφάνεια.
  4. Όχι πράσινη κορυφή.

Γενικότερα, όπως ισχύει σε πολλά αγροτικά προϊόντα, το καρότο θέλουμε να έχει «μάτι» για τον καταναλωτή. Για τον λόγο αυτό μετά την εξαγωγή, και μετά το πλύσιμο, εκτός από τη διαλογή, περνάνε από βουρτσιστικό-γυαλιστικό και παγωτικό μηχάνημα, έτσι ώστε να φαίνονται καλύτερα.

Για να εξασφαλίσουμε την καλή ποιότητα στο καρότο και ικανοποιητική ποσότητα, πρέπει να επιστρέφει η καλλιέργεια στο ίδιο χωράφι κάθε 3-5 χρόνια, με ιδανικό διάστημα την πενταετία. Καλό προηγούμενο για το καρότο είναι οι πατάτες, τα κρεμμύδια, το σκόρδο κ.ά.

kalliergeia-karoto-paragogi3

Οι ασθένειες που προσβάλλουν το καρότο, συνήθως είναι η Αλτερνάρια, η Κερκόσπορα, το ωίδιο, το πύθιο, η σκληροτίνια, η ριζοκτόνια, οι φυτόφθορες, διάφορα βακτήρια και ιώσεις. Τα έντομα που το προσβάλλουν είναι οι αφίδες, οι θρίπες, η μύγα του καρότου και οι σιδηροσκώληκες. Σοβαρός εχθρός του καρότου που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι οι νηματώδεις τόσο του γένους Meloidogyne όσο και του γένους Heterodera, που εξαπλώνονται απειλητικά στις καλλιεργούμενες με καρότα εκτάσεις και είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο πρέπει να τηρηθεί η αμειψισπορά.

Ένα θέμα που απασχολεί τους παραγωγούς καρότου είναι η αδειοδότηση των πλυντηρίων-συσκευαστηρίων, που τα απόβλητα τους, δηλαδή το νερό πλυσίματος των καρότων, αντιμετωπίζονται από τις υπηρεσίες αδειοδότησης ως «ραδιενεργά υλικά» και απαιτούν δαπανηρές εγκαταστάσεις και τεράστια γραφειοκρατία. Επειδή πολλά ακούγονται (όπως και για την πατάτα) ότι είναι επιβαρυμένα με φυτοφάρμακα, οι αναλύσεις υπολειμμάτων που κάνουν τόσο οι παραγωγοί, όσο και οι αλυσίδες που διαθέτουν τα προϊόντα τους, δείχνουν ότι όταν ο παραγωγός ακολουθεί τις οδηγίες που γράφονται στην ετικέτα του φαρμάκου και τις συμβουλές του γεωπόνου, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στο τελικό προϊόν.

Η ζήτηση δεν ευνοεί τις τιμές

Από τα δημοφιλέστερα κηπευτικά που καλλιεργούνται στην Ευρώπη, το καρότο κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στις προτιμήσεις των καταναλωτών, και μάλιστα καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους. Ωστόσο, η ζήτηση δεν φαίνεται να είναι αρκετή για να αποτελέσει ισχυρό κίνητρο για τους Έλληνες παραγωγούς, που τα τελευταία τρία χρόνια κυρίως βλέπουν τις τιμές τους σταθερά καθηλωμένες και το κόστος τους συνεχώς να ανεβαίνει. «Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, και αν συνεχιστεί, η παραγωγή θα αρχίσει σιγά – σιγά να μειώνεται», προειδοποιούν, μιλώντας στην «ΥΧ», καροτοπαραγωγοί από την Βοιωτία και την Εύβοια.

Πρόκειται για τις δύο κατά κύριο λόγο καροτοπαραγωγικές περιοχές της χώρας μας, με τη Βοιωτία να καλύπτει σχεδόν το 90%-95% της εγχώριας παραγωγής, εννέα μήνες το χρόνο. Μάλιστα, τα τελευταία δύο χρόνια έχει αρχίσει να καλλιεργεί και τους υπόλοιπους τρεις, σε πολύ μικρότερο όμως ποσοστό (20%). Από την άλλη, οι στρεμματικές εκτάσεις διαφοροποιούνται χρόνο με τον χρόνο, «ανάλογα με την ψυχολογία αλλά και την οικονομική κατάσταση του παραγωγού», εξηγεί ο Γιάννης Σαμπάνης, από τον νομό.

Το 2015 μόνο στη Βοιωτία καλλιεργήθηκαν περίπου 5.624 στρέμματα με ρίζες καρότου, τα οποία μειώθηκαν κατά 1.178 περίπου στρέμματα το 2016
Το 2015 μόνο στη Βοιωτία καλλιεργήθηκαν περίπου 5.624 στρέμματα με ρίζες καρότου, τα οποία μειώθηκαν κατά 1.178 περίπου στρέμματα το 2016

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΠΕΚΕΠΕ (ΟΣΔΕ 2015 – 2016), το 2015 μόνο στη Βοιωτία καλλιεργήθηκαν περίπου 5.624 στρέμματα με ρίζες καρότου, τα οποία και μειώθηκαν κατά 1.178 περίπου στρέμματα το 2016. Στην Εύβοια, πέρσι καλλιεργήθηκαν 960 στρέμματα, με τον Νομό Θεσσαλονίκης να ακολουθεί με 460 περίπου στρέμματα.

Βέβαια, η Ελλάδα απέχει σημαντικά σε παραγωγή σε σχέση με άλλα κράτη – μέλη της ΕΕ, καλύπτοντας μόλις το 0,9% της ευρωπαϊκής παραγωγής (στοιχεία Eurostat για το 2015), και παράγοντας περίπου 44.000 τόνους. Την πρώτη θέση το 2015 κατέλαβε με διαφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, με 731.000 τόνους, καλύπτοντας το 14,2% της παραγωγής της ΕΕ. Ακολουθούν, κατά σειρά, η Πολωνία (13,1%), η Ολλανδία (10,9%), η Γαλλία (10,8%), η Ιταλία (10,3%) και η Γερμανία (10,2%).

Η καλλιέργεια του καρότου, όμως, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. «Είναι μια πολύ δύσκολη και απαιτητική καλλιέργεια» επισημαίνει ο κ. Σαμπάνης. «Το προϊόν δεν το βλέπεις, είναι μέσα στο χώμα, και δεν μπορείς εύκολα να διαπιστώσεις ενδεχόμενες ασθένειες». Όπως μας εξηγεί, το καρότο πρέπει να βγαίνει χωρίς ατέλειες, ενώ ήδη από την σπορά η διαδικασία είναι δύσκολη, μιας και απαιτούνται ειδικές μηχανές. Όπως ειδικό μηχανολογικό εξοπλισμό απαιτείται και για την συγκομιδή.

Για να είναι, όμως, προσοδοφόρα η καλλιέργεια, απαιτείται και το κάτι παραπάνω, που σημαίνει συνδυασμός παραγωγής και τυποποίησης. Αυτό τον δρόμο έχουν πάρει τόσο ο Γιάννης Σαμπάνης όσο και ο Βασίλης Βιλλιώτης από το Νεοχωράκι. Μάλιστα, ο τελευταίος σημειώνει: «Αν ο παραγωγός δεν έχει όλο το “πακέτο”, δεν τον συμφέρει να καλλιεργήσει πια». Ο λόγος είναι, όπως ο ίδιος μας εξηγεί, ότι το κέρδος για έναν παραγωγό που περιορίζεται στην καλλιέργεια φθάνει μέχρι τα 500, το πολύ 600 ευρώ, όταν το κόστος παραγωγής αυτή την στιγμή κυμαίνεται στα 600 – 700 ευρώ/στρέμμα. Αντίθετα, ο παραγωγός που συνδυάζει και τις μετέπειτα διαδικασίες (πλύσιμο, συσκευασία) ανεβάζει το κέρδος του στα 800 ευρώ/στρέμμα.

Η τιμή παραγωγού, λοιπόν, κυμαίνεται στα 12-15 λεπτά/κιλό, ενώ όταν φθάνει το προϊόν συσκευασμένο στη λαχαναγορά, η τιμή μπορεί να κυμανθεί από 25-27 λεπτά/κιλό. Κάποιες φορές μπορεί να «πιάσει» και τα 30 λεπτά. Οι κακές καιρικές συνθήκες επηρεάζουν αφενός την παραγωγή, ακόμη και την ποιότητα του προϊόντος, αφετέρου πολλές φορές και την τιμή, η οποία συνήθως ανεβαίνει υπέρ του παραγωγού, χωρίς ωστόσο η αύξηση αυτή να ανατρέπει τα δεδομένα των τελευταίων ετών.

Είναι η περίοδος (κακοκαιρία-χαμηλή παραγωγή) κατά την οποία αυξάνονται και οι εισαγωγές, κυρίως από το Βέλγιο, την Ιταλία, την Ολλανδία και τη Γαλλία, πολλές φορές και από την Τουρκία.

Αντίθετα, εξαγωγική δραστηριότητα –λίγες ποσότητες– παρατηρείται τον Μάιο, κυρίως από την Εύβοια προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, λόγω έλλειψης του προϊόντος στην Ευρώπη.

Ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στην παραγωγή και προώθηση του καρότου στην Ελλάδα είναι, όπως αναφέρει ο κ. Βιλλιώτης, η απουσία οργανωμένης δομής που να εκπροσωπεί και να εκφράζει συλλογικά τους καροτοπαραγωγούς. «Δεν έχουμε έναν σύλλογο για να παίρνουμε μαζί αποφάσεις, για να πετύχουμε καλύτερες τιμές κ.ά.» σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι την ίδια ώρα το κόστος παραγωγής (εφόδια κ.λπ.) ανεβαίνει, και σε συνδυασμό με το επιπλέον βάρος από το φορολογικό και το ασφαλιστικό, καθιστούν ακόμη πιο αποτρεπτική την καλλιέργεια.

Επιμέλεια – Συντονισμός έκδοσης: Γεωργία Μπόχτη
Γράφουν: Λαλιώτης Λουκάς, Γεωπόνος της εταιρείας ΑΦΟΙ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ, Θήβα