Άσπορα και σχετικά μικρού μεγέθους, τα μανταρίνια της ποικιλίας Κλημεντίνη «χρωστάνε» το όνομά τους σε έναν μοναχό στις αρχές του 20ου αιώνα. Σήμερα, το ζουμερό φρούτο κατακτάει όλο και περισσότερο τις προτιμήσεις του καταναλωτικού κοινού σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ευρώπη ευδοκιμεί στις μεσογειακές χώρες, και η αυξημένη του ζήτηση το έχει αναγάγει σε σημαντικό εξαγωγικό προϊόν των εσπεριδοειδών.

Η χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, κερδίζει έδαφος στις αγορές της Κεντρικής -κυρίως- Ευρώπης, παρά το σοκ που προκάλεσε το ρωσικό εμπάργκο στις αγορές. Ακολουθώντας ορθές καλλιεργητικές πρακτικές και μέσα από συνέργειες που εξασφαλίζουν καλύτερες τιμές κόστους στον παραγωγό, η καλλιέργεια μπορεί να αποφέρει κέρδος. Όμως, δεν είναι αρκετό. Η απουσία διαρθρωτικών παρεμβάσεων και η ανησυχητική στασιμότητα σε επίπεδο έρευνας, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και των οικονομικών δυσκολιών, εμποδίζουν την προοπτική ανάπτυξης αυτού του μικρού αλλά πολύτιμου εσπεριδοειδούς.

Ορθές γεωργικές πρακτικές στην καλλιέργεια

Από το 2004 οι Έλληνες αγρότες πρέπει να εφαρμόζουν τους Κώδικες Ορθής Γεωργικής Πρακτικής, όπως περιγράφονται στην ΚΥΑ με αριθμό 125247/568/(ΦΕΚ 142/Β/29-1-2004).

Αυτές οι γεωργικές πρακτικές αποσκοπούν :

  • Στην αειφορική διαχείριση των γεωργικών γαιών και των φυσικών πόρων.
  • Στην προστασία και διαφύλαξη του αγροτικού τοπίου και των χαρακτηριστικών του.
  • Στην προστασία της υγείας των αγροτών και των καταναλωτών.
Η λίπανση στην κλημεντίνη επηρεάζει την ανάπτυξη, την παραγωγή και την ποιότητα των καρπών, καθώς και την αντοχή σε δυσμενείς κλιματικούς παράγοντες και ασθένειες.
Η λίπανση επηρεάζει την ανάπτυξη, την παραγωγή και την ποιότητα των καρπών, καθώς και την αντοχή σε δυσμενείς κλιματικούς παράγοντες και ασθένειες.

Στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τις καλλιεργητικές φροντίδες σε μια εγκατεστημένη φυτεία κλημεντίνης, εφαρμόζοντας όσο το δυνατό περισσότερες Ορθές Γεωργικές Πρακτικές.

Αυτές αφορούν στην διαχείριση εισροών μέσα από μια σειρά επεμβάσεων όπως, κατεργασία εδάφους, καταπολέμηση ζιζανίων, άρδευσης, λίπανσης, κλάδευμα, φυτοπροστασία και συλλογή παραγωγής.

Κατεργασία εδάφους

Η διαχείριση-κατεργασία του εδάφους, στοχεύει στην καταπολέμηση των ζιζανίων επειδή:

  1. Ανταγωνίζονται τα δένδρα.
  2. Φιλοξενούν διάφορα παράσιτα.
  3. Αυξάνουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς και παγετού.

Η ζιζανιοκτονία μπορεί να γίνει με μηχανικά και χημικά μέσα.

Η μηχανική κατεργασία του εδάφους μεταξύ των γραμμών των δένδρων γίνεται με ελαφρύ φρεζάρισμα (σε βάθος 10-15 εκ.) το φθινόπωρο και τέλος του χειμώνα, αποφεύγοντας να πλησιάζουμε κοντά στα δένδρα, ώστε να μην καταστρέφονται τα επιφανειακά ριζικά τριχίδια. Για την αντιμετώπιση των ζιζανίων πάνω στις γραμμές των δένδρων συνιστάται η χρήση χορτοκοπτικού μηχανήματος ή χημική καταπολέμηση. Εάν υπάρχει πρόβλημα πολυετών ζιζανίων το καλοκαίρι, συνιστάται ψεκασμός με κατάλληλα σκευάσματα (με χαμηλή πίεση 2-2,5 ατμ. και με κατάλληλα μπεκ τύπου «σκούπας»).

Ο πλέον κατάλληλος τρόπος καταπολέμησης των ζιζανίων είναι η χρήση καταστροφέα χόρτων. Με τη μέθοδο αυτή διατηρείται ένας χαμηλός φυσικός χλοοτάπητας, ο οποίος είναι χρήσιμος, ιδιαίτερα σε επικλινή εδάφη, προφυλάσσοντας το έδαφος από την διάβρωση, εμπλουτίζοντάς το συγχρόνως με οργανική ουσία και μειώνοντας την απώλεια της υγρασίας του εδάφους.

Άρδευση

Οι ανάγκες σε νερό της κλημεντίνης είναι μεγάλες και φτάνουν ανάλογα με την σύσταση του εδάφους σε 500 έως 600 κυβ. μέτρα /στρέμμα για ολόκληρη την αρδευτική περίοδο (Απρίλιος-Σεπτέμβριος). Για καλύτερο έλεγχο της αποτελεσματικότητας της άρδευσης, συνιστάται η χρήση τενσιόμετρων ή η πιο οικονομική μέθοδος της σιδερένιας ράβδου σχήματος Τ και μήκους ενός (1) μέτρου για τον έλεγχο του υγρού ριζοστρώματος σε βάθος 70-80 εκατοστών.

Κατά την άρδευση πρέπει να έχουμε πάντα κατά νου ότι:

  • Με την υπερβολική άρδευση προκαλείται σπατάλη νερού και έκπλυση λιπασμάτων.
  • Ποτίζουμε σε αραιότερα διαστήματα και με ικανή ποσότητα νερού (περίπου 1 κυβ. μέτρ/δένδρο/άρδευση) ώστε το νερό να φτάσει και να εκμεταλλευτεί τον κύριο όγκο του ριζικού συστήματος που είναι στα 70-80 εκ..
  • Όταν δεν είναι στάγδην, να αποφεύγεται τις ώρες με μεγάλες θερμοκρασίες και ισχυρό άνεμο, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι απώλειες από την εξάτμιση του νερού λόγω υψηλών θερμοκρασιών, και να έχουμε ορθολογική και αποτελεσματική αξιοποίηση του υδροφόρου ορίζοντα.

Σε κάθε περίπτωση, κατά τον σχεδιασμό του αρδευτικού δικτύου πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν το διαθέσιμο αρδευτικό νερό σε σχέση με τις αρδευτικές ανάγκες της φυτείας ώστε να προσαρμόζεται ανάλογα (άρδευση σε μία ή περισσότερες στάσεις, διάρκεια ποτίσματος, μέθοδος άρδευσης). Επίσης, καλό θα είναι να πραγματοποιούνται μετρήσεις της ηλεκτρικής αγωγιμότητας του νερού άρδευσης στην αρχή και στο τέλος κάθε αρδευτικής περιόδου.

Λίπανση

Η λίπανση επηρεάζει την ανάπτυξη, την παραγωγή και την ποιότητα των καρπών, καθώς και την αντοχή σε δυσμενείς κλιματικούς παράγοντες και ασθένειες.

Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων της καλλιέργειας σε θρεπτικά στοιχεία λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες από:

  1. Τις αναλύσεις φύλλων με την μέθοδο της φυλλοδιαγνωστικής για Ν, Ρ, Κ, Ca, Mg, B, Fe, Zn, Mn, ώστε να γίνεται ασφαλής διάγνωση του επιπέδου θρέψης των δένδρων και συνιστάται να γίνεται τουλάχιστον κάθε δεύτερο έτος.
  2. Τις αναλύσεις εδάφους για μηχανική σύσταση, pH, ηλεκτρική αγωγιμότητα, ολικό και ενεργό ανθρακικό ασβέστιο και οργανική ουσία. Επίσης, την περιεκτικότητα σε θρεπτικά στοιχεία (μακροθρεπτικά και ιχνοστοιχεία), μέσω των οποίων τεκμηριώνεται η απουσία ή παρουσία ορισμένων στοιχείων σε μη αφομοιώσιμη μορφή. Η ανάλυση του εδάφους να επαναλαμβάνεται τουλάχιστον ανά πενταετία.
  3. Τις μακροσκοπικές παρατηρήσεις των δένδρων για τον εντοπισμό πιθανών συμπτωμάτων τροφοπενιών, οι οποίες ωστόσο απαιτούν αρκετή εμπειρία, λόγω παρόμοιων συμπτωμάτων μεταξύ ορισμένων τροφοπενιών.
  4. Τα στοιχεία σχετικά με τη βασική λίπανση, την ποσότητα και την ποιότητα παραγωγής των τελευταίων ετών.
  5. Τα χαρακτηριστικά του οπωρώνα όπως η ηλικία, το μέγεθος, το υποκείμενο και η γενική κατάσταση των δένδρων (ευρωστία, πυκνότητα φύτευσης κλπ.).
  6. Τα στοιχεία που αφορούν στην τυχόν επιβάρυνση του αρδευτικού νερού με νιτρικά άλατα προκειμένου να ληφθεί υπόψη η περιεκτικότητά τους, για τον υπολογισμό της αζωτούχου λίπανσης.

Η ποσότητα των προστιθέμενων λιπασμάτων πρέπει να είναι ανάλογη της βλαστικής ανάπτυξης και της ποσότητας των θρεπτικών στοιχείων που απομακρύνονται με τη παραγωγή.

Τα βασικά θρεπτικά στοιχεία για τη λίπανση των εσπεριδοειδών είναι το άζωτο και το κάλιο και δευτερευόντως ο φώσφορος, καθώς απομακρύνεται σε μικρότερες ποσότητες με τους συγκομιζόμενους καρπούς. Η επιλογή των αζωτούχων λιπασμάτων πρέπει να γίνεται με βάση την αλατότητα και το pH του εδάφους. Όταν το έδαφος είναι αλκαλικό, η προσθήκη αζωτούχων λιπασμάτων όξινης αντίδρασης είναι πιο κατάλληλη ενώ όταν έχει μεγάλη οξύτητα, δηλαδή χαμηλό pH, προτείνεται η χρήση λιπασμάτων σε νιτρική μορφή.

Ενδεικτική λίπανση για δένδρα κανονικής καρποφορίας (παραγωγή 100 κιλά περίπου):

  • Αμμωνιακή μορφή σε ασβεστούχα εδάφη 3,0-3,5 kg/δένδρο
  • Νιτρική μορφή σε όξινα εδάφη 2,0-2,5 kg/δένδρο

Τα λιπάσματα πρέπει να δίνονται την κατάλληλη εποχή, εφαρμόζοντας είτε υδρολίπανση, εφόσον το λίπασμα είναι κατάλληλο, είτε διασκορπισμό με λιπασματοδιανομέα ή με τα χέρια.

Οι ανάγκες σε νερό της Κληµεντίνης είναι µεγάλες και φτάνουν ανάλογα µε την σύσταση του εδάφους σε 500 έως 600 κυβ. µέτρα /στρέµµα για ολόκληρη την αρδευτική περίοδο.
Οι ανάγκες σε νερό της Κληµεντίνης είναι µεγάλες και φτάνουν ανάλογα µε την σύσταση του εδάφους σε 500 έως 600 κυβ. µέτρα /στρέµµα για ολόκληρη την αρδευτική περίοδο.

Η προσθήκη χωνεμένης κοπριάς κατά το φθινόπωρο είναι επιθυμητή καθώς εμπλουτίζει το έδαφος με οργανική ουσία και καλύπτει ένα μέρος των αναγκών σε άζωτο.

Καθυστέρηση της προσθήκης της λίπανσης μπορεί να επιφέρει:

  1. Ωψίμηση της ωρίμανσης της παραγωγής.
  2. Αύξηση του πάχους του φλοιού των καρπών.
  3. Παράταση της βλάστησης και ευπάθεια σε ασθένειες και εχθρούς, ιδιαίτερα στο φυλλοκνίστη.

Επίσης, κατά τον χειρισμό των λιπασμάτων πρέπει να προσέχουμε:

  • Τα λιπάσματα να σκορπίζονται στην περιοχή της προβολής της κόμης των δένδρων στο έδαφος, μακριά από τους κορμούς τους.
  • Να μην γίνονται λιπάνσεις κοντά σε πηγάδια, γεωτρήσεις, αρδευτικά κανάλια.
  • Τα λιπάσματα να αποθηκεύονται σε ασφαλές μέρος και να μην εγκαταλείπονται οι συσκευασίες των λιπασμάτων στον αγρό.

Κλάδεμα κλημεντίνης

Οι κλημεντίνες κλαδεύονται από Φεβρουάριο έως Απρίλιο, κατά προτίμηση πριν την άνθιση. Όταν κλαδεύουμε πρέπει να λαμβάνουμε υπόψιν τα παρακάτω:

  1. Τη δημιουργία κατάλληλου σχήματος και ισχυρού σκελετού.
  2. Τα νεαρά δενδρύλλια δεν καρποφορούν παρά μόνο όταν συμπληρώσουν ορισμένη ηλικία και αφού αποκτήσουν ικανοποιητική ανάπτυξη.
  3. Η υπερβολικά ζωηρή βλάστηση και η μεγάλη καρποφορία βρίσκονται πάντοτε σε συνεχή ανταγωνισμό μεταξύ τους, γι’ αυτό με το κλάδεμα προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε σχετική ισορροπία, ώστε να έχουμε κανονική παραγωγή κάθε χρόνο.
  4. Οι λαίμαργοι βλαστοί αναπτύσσονται υπερβολικά χωρίς να καρποφορούν, παρεμποδίζοντας τα δένδρα να θρέψουν ικανοποιητικά τους άλλους βλαστούς. Ωστόσο κατά διαστήματα μπορεί να επιλέγονται ορισμένοι λαίμαργοι για την ανανέωση της κόμης.
  5. Η κύρια καρποφορία είναι στις ποδιές των δένδρων, τις οποίες αποφεύγουμε να αφαιρούμε.
  6. Τα κλαδευτικά εργαλεία απολυμαίνονται με ελαφρά διάλυση 5% υποχλωριώδους νατρίου από δένδρο σε δένδρο. Αποφεύγονται οι μεγάλες τομές οι οποίες πρέπει να είναι λείες, με κλίση προς το έδαφος και να απολυμαίνονται με ειδική πάστα που εμποδίζει την είσοδο παθογόνων στην πληγή.

Φυτοπροστατευτική διαχείριση

Ο σύγχρονος καλλιεργητής θα πρέπει να διατηρεί την υγεία του οπωρώνα του βασιζόμενος στα καλλιεργητικά μέτρα αντιμετώπισης των εχθρών και ασθενειών και δευτερευόντως στη χημική καταπολέμηση.

Καλλιεργητικά μέτρα:

  • Είναι απαραίτητος ο επαρκής αερισμός της κόμης των δένδρων με την αραίωση του φυλλώματος.
  • Κατά τη διάρκεια των ποτισμάτων ο κορμός θα πρέπει να μένει στεγνός και χωρίς αυτοφυή βλάστηση γύρω του για την αποφυγή ασθενειών του κορμού.
  • Αφαιρούνται οι κλάδοι που παρουσιάζουν έλκη, καρκινώματα, παραμορφώσεις, λειχήνες, μουμιοποιημένους καρπούς και συλλέγονται όσοι έχουν πέσει στο έδαφος και καταστρέφονται με φωτιά σε μια άκρη του περιβολιού.
  • Ακολουθεί το κανονικό κλάδεμα που πρέπει να γίνεται με καλό και ξηρό καιρό. Το υλικό των κλαδευμάτων είναι επιθυμητό να ανακυκλώνεται μέσα στην φυτεία αφού θρυμματιστεί χρησιμοποιώντας καταστροφέα, ώστε τα θρεπτικά στοιχεία να επιστρέφουν στο έδαφος για να εμπλουτίζεται με οργανική ουσία.

Κατά την χημική καταπολέμηση λαμβάνουμε υπόψιν τα εξής:

  • Ο κατάλληλος χρόνος για τις επεμβάσεις με ψεκασμούς καθορίζεται από την εξέλιξη των εχθρών και των ασθενειών, η οποία εξαρτάται από τις καιρικές συνθήκες. Ένα χρήσιμο εργαλείο για την έγκαιρη επέμβαση είναι οι γεωργικές προειδοποιήσεις που εκδίδονται από τα περιφερειακά κέντρα προστασίας. Ο κατάλληλος χρόνος μπορεί να προσδιορισθεί με δειγματοληψίες σε βλαστούς, φύλλα, καρπούς είτε και με την τοποθέτηση κατάλληλων παγίδων όπου αυτό είναι δυνατό.
  • Οι επεμβάσεις πρέπει να περιορίζονται στις απολύτως απαραίτητες, εφαρμόζοντας επακριβώς τις συστάσεις της ετικέτας για κάθε σκεύασμα. Αποφεύγονται οι ψεκασμοί κατά την περίοδο της ανθοφορίας για προστασία των μελισσών.
  • Επίσης να προτιμώνται εκλεκτικά φυτοπροστατευτικά σκευάσματα, ώστε να προστατεύονται τα ωφέλιμα έντομα του οπωρώνα. Τα σκευάσματα πρέπει να εναλλάσσονται για την αποφυγή της ανθεκτικότητας σε αυτά.
  • Να ρυθμίζονται τα μπεκ των ψεκαστικών μηχανημάτων.
  • Να μην αφήνονται οι συσκευασίες στο χωράφι, αλλά να ξεπλένονται με νερό και να ανακυκλώνονται.
  • Εξυπακούεται ότι πρέπει να λαμβάνονται όλα τα απαραίτητα μέσα προστασίας των χρηστών ψεκαστών (φόρμα, μάσκα, γάντια).

Συλλογή παραγωγής

Η συλλογή των καρπών της κλημεντίνης πρέπει να γίνεται όταν έχουν τον κατάλληλο δείκτη ωριμότητας και επαρκή πορτοκαλόχρουν αποχρωματισμό. Οι καρποί συλλέγονται με τα χέρια, δεν πρέπει να φέρουν μίσχο και φύλλα προς αποφυγή μετάδοσης ασθενειών και εχθρών (τριστέτσας και Eutetranychus orientalis).

Προϊόν με προοπτική η κλημεντίνη μεν, απαιτούνται όμως διαρθρωτικές παρεμβάσεις

Η Κλημεντίνη κατέχει σημαντική θέση όχι μόνο στα εσπεριδοειδή, αλλά γενικά στα αγροδιατροφικά προϊόντα που εξάγουμε κάθε χρόνο

Από τα δημοφιλέστερα φρούτα που καταναλώνονται σε Ευρώπη και ΗΠΑ, το μανταρίνι της ποικιλίας Κλημεντίνη χαρακτηρίζεται από πολλούς Έλληνες παραγωγούς ως ένα προϊόν με προοπτική αλλά απαιτούνται, όπως επισημαίνουν, διαρθρωτικές παρεμβάσεις και συνέχιση των ερευνητικών προγραμμάτων και μελετών, για την στήριξη και ανάπτυξη της καλλιέργειας.

Η Κλημεντίνη κατέχει σημαντική θέση όχι μόνο στα εσπεριδοειδή, αλλά γενικά στα αγροδιατροφικά προϊόντα που εξάγουμε κάθε χρόνο στις χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Με την Ισπανία να αποτελεί την πρώτη ευρωπαϊκή χώρα παραγωγής –και δεύτερη παγκοσμίως, μετά την Κίνα–, η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση, ακολουθώντας την Ιταλία.

Μάλιστα, η αυξημένη ζήτηση που καταγράφεται και στις δύο όχθες του Ατλαντικού, έχει οδηγήσει ουκ ολίγους παραγωγούς των μεσογειακών χωρών να εγκαταλείψουν την καλλιέργεια άλλων εσπεριδοειδών, στρεφόμενοι στο μανταρίνι. Η προτίμηση που έχει δείξει το καταναλωτικό κοινό, όμως, υπέρ της Κλημεντίνης, γίνεται τα τελευταία χρόνια όλο και πιο ξεκάθαρη. Ζουμερό, χωρίς κουκούτσι και πλούσιο σε βιταμίνη C, το μανταρίνι αυτής της ποικιλίας αποτελεί την ιδανική επιλογή για τα παιδιά.

Η αυξηµένη ζήτηση που καταγράφεται και στις δύο όχθες του Ατλαντικού, έχει οδηγήσει ουκ ολίγους παραγωγούς των µεσογειακών χωρών να εγκαταλείψουν την καλλιέργεια άλλων εσπεριδοειδών και να στραφούν στο µανταρίνι
Η αυξηµένη ζήτηση που καταγράφεται και στις δύο όχθες του Ατλαντικού, έχει οδηγήσει ουκ ολίγους παραγωγούς των µεσογειακών χωρών να εγκαταλείψουν την καλλιέργεια άλλων εσπεριδοειδών και να στραφούν στο µανταρίνι

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο INCOFRUIT – HELLAS (επεξεργασμένα στοιχεία που βασίζονται στην ΕΛΣΤΑΤ), την εμπορική περίοδο 2015/2016, το σύνολο των εξαγωγών σε μανταρίνια έφτασε τους 121.581 τόνους, όταν την προηγούμενη περίοδο 2014/2015 ήταν 86.094 τόνοι. Σημειώνεται ότι στις συνολικές εξαγωγές της εμπορικής περιόδου –από 1/10 έως 30/9 του επόμενου έτους– η σύνθεση είναι 70% περίπου Κλημεντίνες. Όπως αναφέρει ο ειδικός σύμβουλος του INCOFRUIT – HELLAS, Γιώργος Πολυχρονάκης, «στο μέσο της εμπορικής περιόδου 2016/17 οι Κλημεντίνες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 85% των μέχρι σήμερα εξαγωγών».

Ανάμεσα στις κύριες περιοχές παραγωγής είναι οι νομοί Αργολίδας, Λακωνίας, Άρτης, Θεσπρωτίας (Ηγουμενίτσα) κ.ά. Μάλιστα, όπως αναφέρει στην «ΥΧ» ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Άρτας – Φιλιππιάδας, Νίκος Γκίζας, «στην περιοχή καλλιεργούνται γύρω στα 10.000 στρέμματα, και τα τελευταία δύο με τρία χρόνια η έκταση μεγαλώνει γιατί φαίνεται πως ο παραγωγός έχει μεγαλύτερο οικονομικό όφελος με την Κλημεντίνη παρά με τα πορτοκάλια». Και συμπληρώνει: «Και προοπτική έχει, και απορροφάται στην εξαγωγή, ενώ η τιμή του σε σχέση με τα πορτοκάλια είναι καλύτερη».

Το κόστος παραγωγής, σύμφωνα με τον ίδιο, κυμαίνεται περίπου στα 400 ευρώ/στρέμμα, με το τελικό κοστολόγιο να διαμορφώνεται ανάλογα με τις καλλιεργητικές φροντίδες που ακολουθεί ο κάθε παραγωγός.

Και στην περίπτωση της Κλημεντίνης, οι ορθές καλλιεργητικές πρακτικές είναι απαραίτητες.

Ωστόσο, τα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν ουκ ολίγες φορές χτυπήσει την παραγωγή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περιοχή της Αργολίδας –όπου σύμφωνα με την έκθεση της ΔΑΟΚ Αργολίδας, που είδε το φως της δημοσιότητας στις αρχές του έτους– έχει υποστεί μεγάλη καταστροφή εξαιτίας της κηλίδωσης των μανταρινιών της ποικιλίας Κλημεντίνη. «Για την εμπορική περίοδο 2016/2017, η προβλεπόμενη παραγωγή των Κλημεντινών είναι μειωμένη περίπου στους 22.000 τόνους, από τους οποίους πρόλαβαν και εξήχθησαν 7.814,223 τόνοι, αφού μετά την εκδήλωση του προβλήματος αυτές μηδενίστηκαν» ανέφερε, μεταξύ άλλων, στην επιστολή του προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ο προϊστάμενος της ΔΑΟΚ, Δημήτρης Δήμου.

Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, σε συνδυασμό με την έλλειψη διαρθρωτικών παρεμβάσεων (εγγειοβελτιωτικά έργα, αντιπαγετική προστασία κ.ά.) την απουσία νέων ερευνητικών προγραμμάτων και το αναχρονιστικό πλαίσιο του ΕΛΓΑ, αποτελούν τροχοπέδη της όποιας ανάπτυξης, αφού εκτεθειμένος και χωρίς στήριξη βρίσκεται και πάλι ο Έλληνας παραγωγός.

Ενδεικτικό, εξάλλου, της κατάστασης, είναι και η εικόνα πλήρους εγκατάλειψης που εμφανίζει ο Δενδροκομικός Σταθμός του Πόρου, του μοναδικού κρατικού φορέα παραγωγής και διάθεσης πολλαπλασιαστικού υλικού και διατήρησης ποικιλιών, που έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο προς όφελος της εσπεριδοκαλλιέργειας της χώρας και των αγροτών που ασχολούνται με αυτή. Σήμερα, ο Σταθμός λειτουργεί με έναν μόνο υπάλληλο, και δεν έχει ενισχυθεί ακόμη με το απαραίτητο προσωπικό μετά την αποχώρηση των εργαζομένων προς συνταξιοδότηση.

«Αυτή την στιγμή υπάρχει ο κίνδυνος λόγω της εγκατάλειψης του Σταθμού να χαθούν οι ποικιλίες» αναφέρει, μεταξύ άλλων, στην «ΥΧ» η κα Θεοδώρα Αγοραστού, γεωπόνος που εργαζόταν επί 30 χρόνια στον Δενδροκομικό Σταθμό Πόρου. «Μέχρι τώρα οι φυτωριούχοι έπαιρναν από τον Σταθμό πολλαπλασιαστικό υλικό, και τώρα βρίσκονται σε απόγνωση», προσθέτει.

Η επαναλειτουργία του Δενδροκομικού Σταθμού αποτελεί επιτακτική ανάγκη καθώς, όπως σημειώνουν πολλοί παραγωγοί, πρέπει να συνεχίσει το σημαντικό έργο του για την εσπεριδοκαλλιέργεια.

Επιμέλεια – Συντονισμός έκδοσης: Γεωργία Μπόχτη
Γράφουν: Θεοδώρα Αγοραστού, Γεράσιμος Μαγριπής, πρώην γεωπόνοι του Δενδροκομικού Σταθμού Πόρου