Έλληνες παραγωγοί, που επενδύουν στην παραγωγή σταυρανθών, προσπαθούν να διαφοροποιηθούν και να ανταποκριθούν στις ανάγκες της εγχώριας αγοράς, η οποία ωστόσο μένει για αρκετούς μήνες ανικανοποίητη, με αποτέλεσμα να στρέφεται σε εισαγωγές κυρίως από την Ιταλία.  Η δυνατότητα, όμως, εξέλιξης και ανάπτυξης είναι δυνατή κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που απαιτούν συλλογικότητα και συνεργασία και, σε συνδυασμό με την εφαρμογή καινοτόμων και σύγχρονων πρακτικών από τη φύτευση έως την τυποποίηση, μπορούν να ανοίξουν δρόμο προς τις ευρωπαϊκές αγορές.

Η καλλιέργεια του κουνουπιδιού και του μπρόκολου

Υπάρχουν πολύ μεγάλες διαφορές μεταξύ των ποικιλιών στις απαιτήσεις ή όχι για χαμηλές θερμοκρασίες για τον σχηματισμό των ανθοκεφαλών

Το κουνουπίδι (Brassica oleracea L. var. botrytis) και το μπρόκολο (Brassica oleracea L. var. italica Plenck) καλλιεργούνται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στη Μεσόγειο και στη Βόρεια Αφρική από την αρχαιότητα. Το κουνουπίδι θεωρείται το πιο «πολυτελές» και απαιτητικό ως προς τις εδαφοκλιματικές συνθήκες είδος των σταυρανθών λαχανικών και καλλιεργείται σε πάνω από 35.000 στρέμματα στη χώρα μας, ενώ το μπρόκολο έχει αποκτήσει ιδιαίτερη δημοτικότητα τα τελευταία χρόνια, λόγω και της σημαντικής διατροφικής του αξίας.

Και τα δύο είδη καλλιεργούνται για τις ανώριμες ανθοκεφαλές, οι οποίες στο κουνουπίδι (curds) αποτελούνται από ατροφικές ανθικές καταβολές χωρίς χλωροφύλλη, με χρώμα λευκό, κρεμ ή κιτρινωπό έως και πορτοκαλί πάνω σε πολυάριθμες σαρκώδεις διακλαδώσεις του παχυμένου ανθικού στελέχους, ενώ στο μπρόκολο (heads) από ομάδες πλήρως διαφοροποιημένων πράσινων ή μωβ ανθιδίων πάνω σε μακριούς μίσχους. Στο μπρόκολο, τα ανθίδια είναι πολύ μικρά, όταν οι κεφαλές είναι εμπορεύσιμες, αλλά, εάν καθυστερήσει η συγκομιδή, προκαλείται άμεσα άνθιση, ενώ στο κουνουπίδι η ανθοκεφαλή κατά τη συγκομιδή είναι κοντή και πυκνή σε σχέση με τη εμφάνισή της κατά την άνθιση, η οποία καθυστερεί περισσότερο.

Σε αντίθεση, επομένως, με το λάχανο, που η παραγωγή ανθικού στελέχους είναι ανεπιθύμητη για την παραγωγή, στα δύο αυτά είδη για τον σχηματισμό ανθοκεφαλής απαιτείται η έκθεση των φυτών σε χαμηλές θερμοκρασίες (εαρινοποίηση) για ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα, ώστε το φυτό να εισέλθει σε αναπαραγωγική φάση. Οι άριστες θερμοκρασίες για εαρινοποίηση στο κουνουπίδι κυμαίνονται μεταξύ 7-12οC, ενώ στο μπρόκολο είναι ελαφρώς υψηλότερες. Υπάρχουν πολύ μεγάλες διαφορές μεταξύ των ποικιλιών στις απαιτήσεις ή όχι για χαμηλές θερμοκρασίες για τον σχηματισμό των ανθοκεφαλών, με τις μέγιστες θερμοκρασίες για παραγωγή ανθοκεφαλής να κυμαίνονται μεταξύ 16-30οC.

Στις πρώιμες ποικιλίες δεν υπάρχει ή είναι μικρή η απαίτηση για εαρινοποίηση, επομένως είναι δυνατή η παραγωγή κουνουπιδιού και μπρόκολου από τα τέλη της άνοιξης έως τις αρχές του φθινοπώρου με ανοιξιάτικη φύτευση, ή κατά τα τέλη του φθινοπώρου με φύτευση τον Αύγουστο. Αντίθετα, οι όψιμες (χειμερινές) ποικιλίες, που έχουν υψηλότερες απαιτήσεις για εαρινοποίηση, αν φυτευτούν αργά την άνοιξη μπορεί να μην παράξουν ανθοκεφαλές λόγω μη κάλυψης των απαιτήσεων σε χαμηλές θερμοκρασίες. Σήμερα, υπάρχουν ποικιλίες και υβρίδια κουνουπιδιού και μπρόκολου που μπορούν να δώσουν ανθοκεφαλές σε μεγάλο εύρος θερμοκρασιών, επομένως απαιτείται προσοχή από τον παραγωγό ως προς την επιλογή της κατάλληλης ποικιλίας για τη συγκεκριμένη εποχή φύτευσης και ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής.

Παρά το γεγονός αυτό, είναι είδη ψυχρής εποχής και η ποιότητα των ανθοκεφαλών υποβαθμίζεται σε υψηλές θερμοκρασίες. Στο κουνουπίδι που είναι πιο απαιτητικό φυτό ως προς τις θερμοκρασίες ανάπτυξης, η ποιότητα του προϊόντος ευνοείται μεταξύ 14-20οC (άριστη 17οC) και υποβαθμίζεται σε θερμοκρασίες >20οC. Κατά τη συγκομιδή, θερμοκρασίες >25οC βλάπτουν την ποιότητα. Το μπρόκολο είναι λιγότερο ευαίσθητο, αλλά έχει όμοιες απαιτήσεις σε σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες για ποιοτικό προϊόν.

Οι καλλιεργητικές τεχνικές στην καλλιέργεια του κουνουπιδιού και του μπρόκολου ακολουθούν αυτές της καλλιέργειας του λάχανου. Τα φυτά, αν και αναπτύσσονται και αποδίδουν σε ποικιλία εδαφών, είναι προτιμότερο να καλλιεργούνται σε εδάφη με επαρκή υγρασία που όμως στραγγίζουν και αερίζονται καλά, έχουν υψηλό περιεχόμενο σε οργανική ουσία και καλή γονιμότητα. Αν και αναπτύσσονται καλύτερα σε ελαφρά όξινα εδάφη, συστήνεται να καλλιεργούνται σε ουδέτερα έως ελαφρά αλκαλικά εδάφη για την αντιμετώπιση της ασθένειας «καρκίνωση ή όγκοι των ριζών» («clubroot»), που προκαλείται από τον μύκητα Plasmodiophora brassicae, η ανάπτυξη του οποίου ευνοείται σε όξινα εδάφη και περιορίζεται σε pH>7. Συστήνεται, επίσης, η εφαρμογή τριετούς ή τετραετούς αμειψισποράς για την αποφυγή ασθενειών που μεταδίδονται από το έδαφος. Το κουνουπίδι και το μπρόκολο είναι φυτά μέτρια ανθεκτικά στην αλατότητα του εδάφους και του αρδευτικού νερού.

Η καλλιέργεια είναι αποκλειστικά μεταφυτευόμενη, με μεταφύτευση φυταρίων στο στάδιο των 4-6 πραγματικών φύλλων (συνήθως 30 ημέρες μετά τη σπορά), γραμμικά, σε αποστάσεις 60-90 εκ. και 40-90 εκ. μεταξύ των γραμμών, 50-70 εκ. και 20-40 εκ. επί των γραμμών για το κουνουπίδι και το μπρόκολο αντίστοιχα. Οι παραγωγοί ακολουθούν σταδιακή φύτευση στον αγρό κάθε 2-3 εβδομάδες, ώστε να κλιμακώνεται η παραγωγή, να επιμηκύνεται η περίοδος συγκομιδής και να τροφοδοτείται η αγορά με φρέσκα προϊόντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Αρχικά, μετά τη μεταφύτευση, η ζιζανιοκτονία γίνεται με σκαλίσματα, με προσοχή, ώστε να μη βλαφθεί το επιφανειακό ριζικό σύστημα των φυτών, ενώ, αργότερα, η εκτεταμένη φυλλική επιφάνεια ελέγχει αποτελεσματικά τα ζιζάνια. Λόγω του επιφανειακού ριζικού συστήματος και της μεγάλης φυλλικής επιφάνειας, τα φυτά πρέπει να αρδεύονται τακτικά, ακόμα και κατά τον χειμώνα, με τις ανάγκες να αυξάνονται όσο τα φυτά αναπτύσσονται. Η άρδευση πραγματοποιείται με αυλάκια, κατάκλυση σε αλίες, καταιονισμό (συστήνεται και κερδίζει συνεχώς έδαφος) ή, όταν το νερό δεν επαρκεί, με σταγόνες που επιτρέπουν και την εφαρμογή υδρολίπανσης.

Το κουνουπίδι και το μπρόκολο έχουν υψηλότερες απαιτήσεις από το λάχανο σε θρεπτικά στοιχεία. Ενδεικτικά, μια καλλιέργεια κουνουπιδιού, που παράγει 5 τόνους κεφαλών/στρέμμα, αφαιρεί από το έδαφος 38 κιλά Ν, 13 κιλά P2O5 και 42 κιλά K2O, και μια καλλιέργεια μπρόκολου, με απόδοση 2 τόνους/στρέμμα, 33 κιλά Ν, 13 κιλά P2O5 και 36 κιλά K2O. Όπως τα άλλα σταυρανθή λαχανικά, είναι φυτά απαιτητικά σε θείο (S). Επομένως, αν και συνήθως τα εδάφη περιέχουν επαρκείς ποσότητες θείου, μπορεί να προστεθεί θείο με μορφή θειικού καλίου ή θειικού μαγνησίου στη βασική λίπανση.

mprokolo-kounoupidi-sixgrones-kalliergitikes-praktikes3
Στις πρώιμες ποικιλίες δεν υπάρχει ή είναι μικρή η απαίτηση για εαρινοποίηση, επομένως είναι δυνατή η παραγωγή κουνουπιδιού και μπρόκολου από τα τέλη της άνοιξης έως τις αρχές του φθινοπώρου με ανοιξιάτικη φύτευση, ή κατά τα τέλη του φθινοπώρου με φύτευση τον Αύγουστο.

Το κουνουπίδι και το μπρόκολο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα σε έλλειψη μολυβδαινίου (Μο), που προκαλεί χαρακτηριστική λέπτυνση των φύλλων (φαινόμενο whiptail) και αδυναμία παραγωγής ανθοκεφαλών. Συνιστάται, επομένως, η ενσωμάτωση με τη βασική λίπανση 200-400 γραμ./στρέμμα μολυβδαινικού νατρίου ή επταμολυβδαινικού αμμωνίου. Αντίστοιχα, η έλλειψη βορίου (Β) δημιουργεί στην επιφάνεια της ανθοκεφαλής του κουνουπιδιού περιοχές που, αρχικά, είναι υαλώδεις και μετά γίνονται καστανές και την εμφάνιση κοιλωμάτων στο εσωτερικό των ανθοκεφαλών και των στελεχών και στα δύο είδη. Για τον λόγο αυτόν, συνιστάται η ενσωμάτωση στο έδαφος 1-2 κιλών/στρέμμα βόρακα με τη βασική λίπανση, εάν το αρδευτικό νερό είναι φτωχό σε βόριο. Όπως και σε άλλα υπαίθρια κηπευτικά, το 1/6-1/3 της συνολικής ποσότητας του αζώτου, τα θρεπτικά στοιχεία P, K, Mg, S, Mo, B και η κοπριά (συνήθως 2,5-4 τόνοι/στρέμμα) προστίθενται με τη βασική λίπανση και το υπόλοιπο άζωτο σε 2-3 δόσεις μέσω επιφανειακής λίπανσης. Αν η άρδευση γίνεται με σταγόνες, το σύνολο των λιπαντικών στοιχείων εφαρμόζεται μέσω της υδρολίπανσης σε αρκετές μικρές δόσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της καλλιέργειας. Το μαγνήσιο και το ασβέστιο των εδαφών συνήθως επαρκούν για τις ανάγκες των ειδών αυτών, αλλά συνηθίζεται η προσθήκη ασβεστίου για την αύξηση του εδαφικού pH ενάντια στο Plasmodiophora brassicae.

Στο κουνουπίδι, οι ανθοκεφαλές πρέπει να προφυλάσσονται από την ηλιακή ακτινοβολία (προκαλεί αποχρωματισμό ή πρασίνισμα), τους εχθρούς και τη σκόνη. Επομένως, στις ποικιλίες που οι ανθοκεφαλές δεν καλύπτονται από τα εσωτερικά φύλλα, αποτελεί συνηθισμένη πρακτική η κάλυψή τους με δέσιμο εξωτερικών μακριών φύλλων πάνω από την κεφαλή. Το μπρόκολο δεν απαιτεί αντίστοιχη ενέργεια.

Ο χρόνος μεταξύ μεταφύτευσης και συγκομιδής ποικίλλει μεταξύ 60-180 ημερών στο κουνουπίδι και 60-120 ημερών στο μπρόκολο και εξαρτάται κυρίως από την ποικιλία (πρώιμες, μεσοπρώιμες και όψιμες ποικιλίες) και την εποχή καλλιέργειας. Οι κεφαλές κατά τη συγκομιδή πρέπει να έχουν αποκτήσει το χαρακτηριστικό μέγεθος και σχήμα της ποικιλίας και να είναι σφιχτές, συμπαγείς, με ομοιόμορφο χρωματισμό. Στο μπρόκολο, αρχικά, ωριμάζει η κεντρική ανθοκεφαλή και μετά την κοπή της οι πλάγιες (παραπούλια), που έχουν μικρότερο μέγεθος. Οι κεφαλές του κουνουπιδιού κόβονται μαζί με 3-4 εξωτερικά φύλλα για να τις προστατεύουν κατά τη μεταφορά, ενώ το μπρόκολο συγκομίζεται χωρίς φύλλα, αλλά με μέρος του στελέχους, μήκους 10-15 εκ. Καθυστερημένη συγκομιδή οδηγεί σε χαλάρωση των κεφαλών και σοβαρή υποβάθμιση της ποιότητάς τους, ιδιαίτερα στο μπρόκολο.

Οι τυπικές αποδόσεις στη χώρα μας κυμαίνονται για το κουνουπίδι μεταξύ 1,5-2,5 τον./στρέμμα, φτάνοντας έως τους 3 τον./στρέμμα (περίπου 2.500 ανθοκεφαλές), και για το μπρόκολο μεταξύ 1-1,5 τον./στρέμμα, φτάνοντας έως τους 2 τον./στρέμμα.

Οι ανθοκεφαλές του κουνουπιδιού είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στις συνθήκες του περιβάλλοντος, παρουσιάζοντας διάφορες φυσιολογικές διαταραχές. Όπως αναφέρθηκε, η έκθεση των κεφαλών στο ηλιακό φως προκαλεί πρασίνισμα ή ανάπτυξη ανεπιθύμητου χρωματισμού. Η εμφάνιση επιφανειακών εξογκωμάτων στις ανθοκεφαλές (buttoning) οφείλεται σε πρώιμο σχηματισμό των κεφαλών σύντομα μετά τη μεταφύτευση, κυρίως σε φυτά που είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένα κατά τη μεταφύτευση, ή όταν δυσμενείς συνθήκες περιορίσουν την ανάπτυξή τους. Το φαινόμενο περιορίζεται, αν τα φυτά διατηρήσουν ικανοποιητική ανάπτυξη, μέσω της καταπολέμησης των ζιζανίων και της επαρκούς λίπανσης και άρδευσης. Όταν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες ή μεγάλες διακυμάνσεις θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια ανάπτυξης των ανθοκεφαλών, αυτές μπορεί να αποκτήσουν ανώμαλη εμφάνιση, σαν να αποτελούνται από κόκκους ρυζιού (ricey). Το φαινόμενο εξαρτάται από την ποικιλία και εντείνεται σε συνθήκες ταχείας ανάπτυξης του φυτού (π.χ. πλούσια αζωτούχος λίπανση). Υπό συνθήκες, επίσης, υψηλών θερμοκρασιών μπορεί να εμφανιστούν σε ανθοκεφαλές μικρά φύλλα (bracting), ως αντίδραση του φυτού σε συνθήκες που ευνοούν την παραγωγή φύλλων και όχι ανθοκεφαλών.

Λαχανοκομικά με προοπτικές, υπό προϋποθέσεις

Η καλλιέργειά τους, αν και απαιτητική, κερδίζει συνεχώς έδαφος και στην Ελλάδα, με πολλούς παραγωγούς να προσανατολίζονται σε πιο στοχευμένες πρακτικές

Με αυξάνουσα πορεία στη ζήτησή τους, ειδικά τους χειμερινούς μήνες, τα σταυρανθή, προεξαρχόντων του κουνουπιδιού και του μπρόκολου, έχουν καταφέρει την τελευταία δεκαετία να κυριαρχήσουν όχι μόνο στις αγορές της Βόρειας Ευρώπης, αλλά και των χωρών της Μεσογείου. Η καλλιέργειά τους, αν και απαιτητική, κερδίζει συνεχώς έδαφος και στην Ελλάδα, με πολλούς παραγωγούς να προσανατολίζονται σε πιο στοχευμένες πρακτικές, προκειμένου να διασφαλίσουν υπεραξία στο προϊόν.

«Όλα εξαρτώνται από τις καιρικές συνθήκες που θα επικρατήσουν», εξηγούν στην «ΥΧ» παραγωγοί, που δραστηριοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά με την καλλιέργεια των σταυρανθών. «Βέβαια, και ο ίδιος ο παραγωγός, όσο περνάει από το χέρι του, πρέπει να λαμβάνει προληπτικά μέτρα έναντι, για παράδειγμα, των εντομολογικών προβλημάτων».

Μόνο στην ευρύτερη περιοχή της Εύβοιας, το μπρόκολο και το κουνουπίδι καλύπτουν μία έκταση περίπου 5.000 – 6.000 στρεμμάτων κάθε χρόνο. Όπως εξηγεί στην «ΥΧ» ο Κώστας Τζαβάρας, γραμματέας της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Εύβοιας, τα τελευταία χρόνια, οι πολύ υψηλές θερμοκρασίες το καλοκαίρι προκαλούν προβλήματα σε όλα τα στάδια της παραγωγής, ενώ σημειώνει πως έχουν αυξηθεί οι εντομολογικοί εχθροί και, κατ’ επέκταση, οι ασθένειες. Ο ίδιος επισημαίνει πως το κόστος καλλιέργειας έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ η υπερφορολόγηση και η έλλειψη κεφαλαίων έχουν διαμορφώσει μία ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση σε όλους τους αγρότες.

Στην Ελλάδα, η πολύχρονη οικονομική κρίση φαίνεται πως ανέδειξε την καλλιέργεια των σταυρανθών, και δη του μπρόκολου, με τους παραγωγούς να προσπαθούν να καλύψουν την εγχώρια ζήτηση

«Πριν από περίπου 15 χρόνια, το κουνουπίδι αποτελούσε μία από τις βασικές καλλιέργειες της περιοχής μας», εξηγεί στην «ΥΧ» ο Δημήτρης Καββαδάς, πρόεδρος του Κηπευτικού Συνεταιρισμού Πρέβεζας. «Η παραγωγή, όμως, μειώθηκε εξαιτίας των αθρόων εισαγωγών από την Ιταλία και ο κόσμος απογοητεύτηκε, αφενός γιατί τα έσοδα μειώθηκαν και αφετέρου ανέβηκε το κόστος παραγωγής».

Στην Ευρώπη, κύριες χώρες παραγωγής είναι η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία και ακολουθεί η Πολωνία. Στην Ελλάδα, η πολύχρονη οικονομική κρίση φαίνεται πως ανέδειξε την καλλιέργεια των σταυρανθών, και δη του μπρόκολου, με τους παραγωγούς να προσπαθούν να καλύψουν την εγχώρια ζήτηση. Όχι όμως και αποτελεσματικά, αφού η χώρα μας συνεχίζει να εισάγει ποσότητες κυρίως από τη γειτονική Ιταλία, ορισμένες φορές, μάλιστα, και από τη Γαλλία.

«Ζήτηση υπήρχε, υπάρχει, και θα υπάρχει», αναφέρει χαρακτηριστικά παραγωγός από την Κεντρική Μακεδονία και προσθέτει: «Η τιμή, ωστόσο, δεν είναι ποτέ σταθερή. Αυτό αποτελεί και το μεγάλο ρίσκο της καλλιέργειας, εάν δηλαδή θα είναι κερδοφόρα ή όχι». Εκτός από τους εξωτερικούς παράγοντες (καιρός, ασθένειες κ.ά.), το κέρδος εξαρτάται και από την απορρόφηση του προϊόντος. «Πιστεύω ότι πρέπει να παράγουμε περισσότερες φορές τον χρόνο. Στην Ελλάδα, όμως, επικεντρωνόμαστε όλοι στην περίοδο των Χριστουγέννων». Συνέπεια της παροδικής εντατικοποίησης της παραγωγής είναι κατά τη διάρκεια του έτους η ελληνική αγορά να ξεμένει πολλούς μήνες και να στρέφεται σε εισαγωγές.

Σύμφωνα πάντως με τον κ. Καββαδά, από τα λαχανοκομικά, μεγαλύτερες προοπτικές έχουν το κουνουπίδι και το μπρόκολο που, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, μπορούν να είναι ιδιαίτερα επικερδή για τον παραγωγό, διασφαλίζοντάς του και νέες αγορές. «Το αρχικό κόστος εγκατάστασης θα μπορούσε να μειωθεί, εάν πηγαίναμε συντεταγμένα σε αγορές σπόρων ή φυτών», τονίζει. «Σε μία οικονομία κλίμακος, συμφέρουσες είναι οι μεγάλες φυτεύσεις ομοειδών προϊόντων. Δεν γίνεται κάθε χωριό να φυτεύει και μια διαφορετική ποικιλία. Αποτέλεσμα είναι να δημιουργούνται ανομοιόμορφα φορτία, να εμφανίζονται διαφορετικά προβλήματα κατά τη μεταφορά τους, καθώς τα προϊόντα ανάλογα με την ποικιλία έχουν διαφορετική εμφάνιση και συμπεριφορά». Και εξηγεί: «Πρέπει να επιλέγουμε τη σωστή ποικιλία, τη σωστή εποχή. Οι παραγωγοί οφείλουν να ενημερώνονται, να κάνουν έρευνα και να συνεργάζονται».

Σημαντικοί παράγοντες στη διαμόρφωση του κόστους, άρα και του κέρδους, αποτελούν ο τρόπος φύτευσης, ο σχεδιασμός του κάθε κτήματος, η συλλογή και η μεταφορά των προϊόντων. «Είναι και σε ποια αγορά θα διατεθούν, το κόστος μεταφοράς, ειδικά για κάποιον που ζει σε απομακρυσμένη περιοχή», σημειώνει παραγωγός από την Κεντρική Μακεδονία. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι και ο τρόπος μεταφοράς, καθώς τόσο το κουνουπίδι όσο και το μπρόκολο πρέπει να μεταφέρονται σε ειδικά τελάρα.

Όσο για τις εξαγωγές, «υπάρχει ενδιαφέρον από τις αγορές του εξωτερικού. Όλες οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης αγοράζουν από την Ισπανία και την Ιταλία. Γιατί να μην αγοράζουν και από την Ελλάδα;» τονίζουν παραγωγοί. Ήδη, το 2016, ο Κηπευτικός Συνεταιρισμός της Πρέβεζας εξήγαγε για πρώτη φορά ποσότητες στην Ουκρανία και, όπως μας εξηγεί ο κ. Καββαδάς, μεγάλο είναι το ενδιαφέρον ευρωπαϊκών αγορών ειδικά για το μπρόκολο.

Όπως επισημαίνει στην «ΥΧ», οι Έλληνες παραγωγοί πρέπει να δώσουν υπεραξία στα προϊόντα τους. «Είναι πολύ σημαντικό το πώς θα παρουσιάσεις το προϊόν στον καταναλωτή. Οι Ιταλοί, για παράδειγμα, έχουν βελτιώσει την τυποποίηση και παρουσιάζουν ένα πολύ όμορφο προϊόν. Έχουν κάνει μεγάλη έρευνα, όσον αφορά τις ποικιλίες». Και καταλήγει: «Πρέπει οι Έλληνες να αντιμετωπίζουμε τη συγκεκριμένη καλλιέργεια ως βασική και όχι επικουρική. Αν δεν πιστεύει κάποιος στο προϊόν, δημιουργεί εμπόδια σε όλους τους υπόλοιπους που προσπαθούν να διαφοροποιηθούν».

Ξέρατε ότι:

  • Σε κατάλληλες συνθήκες, η τιμή του Έλληνα παραγωγού στο μπρόκολο πρέπει να ξεπερνάει τα 70-80 λεπτά και στο κουνουπίδι τα 55-60 λεπτά, για να είναι άνω του κόστους.
  • Το 2016 ξέσπασε «κρίση κουνουπιδιού» (Cauliflower crisis) στον Καναδά, εξαιτίας των τιμών του πετρελαίου, με την τιμή του προϊόντος να έχει σκαρφαλώσει στα 4,80 ευρώ περίπου (8 δολάρια Καναδά).
  • Σε παγκόσμιο επίπεδο, την πρώτη θέση παραγωγής κατέχει η Κίνα, όπου ο όγκος εκτιμάται μόνο στο κουνουπίδι στα 9 εκατ. τόνους.
  • Οι στατιστικές παγκοσμίως για την παραγωγή μπρόκολου είναι ατελείς και συχνά συγχέονται με αυτές του κουνουπιδιού.

Επιμέλεια – Συντονισμός έκδοσης: Γεωργία Μπόχτη
Γράφουν: Γιάννης Χ. Καραπάνος, επίκουρος καθηγητής, Εργαστήριο Κηπευτικών Καλλιεργειών, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών