Στροφή στα ακρόδρυα δέντρα κάνουν οι Έλληνες παραγωγοί, που τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να επενδύουν όλο και περισσότερο στις καλλιέργειες της φιστικιάς, της αμυγδαλιάς, της καστανιάς και της καρυδιάς, με τους πιο τολμηρούς να επιστρέφουν στην καλλιέργεια της φουντουκιάς.

Οι στρεμματικές εκτάσεις παρουσιάζουν ήδη αύξηση, με τις εκτιμήσεις για την εγχώρια παραγωγή τα επόμενα χρόνια να είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές. Ωστόσο, η φετινή χρονιά σε συνολικό επίπεδο ήταν απογοητευτική για την πλειονότητα των καλλιεργητών εξαιτίας των καιρικών συνθηκών, που συνέβαλαν στη μείωση της παραγωγής. Όσο για τις τιμές, διαφοροποιούνται ανάλογα με το προϊόν.

Φιστίκι

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κελυφωτό φιστίκι. Παρά τη μειωμένη παραγωγή, σχεδόν κατά 40% σε σχέση με πέρσι, τα καιρικά φαινόμενα δεν επηρέασαν την ποιότητα του προϊόντος, το οποίο κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος στις αγορές του εξωτερικού. Στην Αίγινα, καταγράφεται μία από τις μικρότερες παραγωγές των τελευταίων ετών, ενώ στη Στερεά Ελλάδα η μείωση άγγιξε το 30% με 40%. Πάρα ταύτα, κι ενώ ολοκληρωνόταν η συγκομιδή, τα μηνύματα της αγοράς ήταν ικανοποιητικά, αφού η τιμή παραγωγού παρέμενε σταθερή και με ανοδική τάση σε σχέση με πέρσι, από 7,20 ευρώ/κιλό έως –σε πολλές περιπτώσεις– τα 8,5 ευρώ/κιλό. Οι Έλληνες φιστικοπαραγωγοί, μιλώντας στην «ΥΧ», επισημαίνουν την ανάγκη σωστής οργάνωσης και σύναψης συνεργειών από την παραγωγική διαδικασία στον καταναλωτή, προκειμένου αφενός να αντιμετωπίζονται οι στρεβλώσεις της αγοράς και αφετέρου να διασφαλιστεί η προστιθέμενη αξία του ελληνικού προϊόντος, που υπερέχει ποιοτικά από τα αντίστοιχα άλλων χωρών. Η αυξημένη ζήτηση, άλλωστε, έχει αναπυρώσει το ενδιαφέρον για την καλλιέργεια.

Αμύγδαλο

Τα τελευταία χρόνια, η καλλιέργεια της αμυγδαλιάς, η οποία είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία κατάφερε να εκτοπίσει, εν μέρει, το κελυφωτό φιστίκι. Οι τιμές των αμυγδάλων τα τελευταία χρόνια είναι υψηλές, οδηγώντας πολλούς παραγωγούς στην εγκατάσταση νέων φυτειών. Εκτιμάται ότι στη χώρα μας παράγονται 12.000 – 14.000 τόνοι αμύγδαλα ετησίως, με τις προοπτικές για τα επόμενα χρόνια να είναι ενθαρρυντικές. Η φετινή χρονιά χαρακτηρίζεται από τους παραγωγούς μέτρια προς καλή, αφού ο όγκος παραγωγής σχεδόν τριπλασιάστηκε σε σχέση με πέρσι, όταν μόνο στον Νομό Λάρισας η καταστροφή των δέντρων, κυρίως από τον παγετό, άγγιξε το 90%. Το ίδιο ικανοποιητική, όμως, δεν ήταν και η τιμή παραγωγού, που μειώθηκε σχεδόν κατά 50%, αφού διαμορφώθηκε στα 2,50 ευρώ/κιλό (αμύγδαλο με κέλυφος), όταν πέρσι ήταν στα 4,10 ευρώ/κιλό.

Καρύδι

Αύξηση, όμως, παρατηρείται και στην καλλιέργεια της καρυδιάς, με τους Έλληνες παραγωγούς να έχουν αφουγκραστεί τα τελευταία χρόνια τον σφυγμό ζήτησης του προϊόντος κυρίως στην ΕΕ, που είναι στο σύνολό της ελλειμματική σε καρύδια, με τις εισαγωγές να φτάνουν τους 150.000 τόνους. Ιδιαίτερα ζωηρό είναι το ενδιαφέρον στη Μακεδονία, με την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, της Κοζάνης, των Γρεβενών, της Πιερίας και των Σερρών να έχει μετατοπίσει σημαντικά το βάρος στην εν λόγω καλλιέργεια. Πέρσι, η παραγωγή ήταν καλή, με την τιμή να κυμαίνεται στα 3 με 4 ευρώ/κιλό (καρύδι με φλοιό). Στις Σέρρες φέτος, για παράδειγμα, η παραγωγή εκτιμάται ότι θα είναι μειωμένη έως και 70% για τα βιολογικά καρύδια και έως 50% για τα συμβατικά εξαιτίας του ήπιου χειμώνα που δεν ευνόησε τις καρυδιές.

Ο φετινός καλλιεργητικός χάρτης για τα ακρόδρυα
Η φετινή χρονιά σε συνολικό επίπεδο ήταν απογοητευτική για την πλειονότητα των καλλιεργητών εξαιτίας των καιρικών συνθηκών, που συνέβαλαν στη μείωση της παραγωγής.

Όσο για την τιμή, αυτή την περίοδο διαμορφώνεται στα ίδια με τα περσινά επίπεδα, ανάλογα πάντα με την ποικιλία, το μέγεθος και το χρώμα του καρπού. Ενώ, λοιπόν, στις αρχές της σεζόν η τιμή εκκίνησης διαμορφωνόταν στα 2,50 ευρώ/κιλό, τώρα μπορεί να φύγει, σε πολλές περιπτώσεις, από τον παραγωγό μέχρι και τα 5 ευρώ/κιλό μαζί με το κέλυφος.

Κάστανο

Περίοπτη θέση στην ευρωπαϊκή αγορά έχει καταφέρει να κερδίσει το ελληνικό κάστανο, με την Ιταλία να αποτελεί τα τελευταία χρόνια σταθερό εξαγωγικό μας προορισμό. Ωστόσο, φέτος, η παραγωγή είναι μειωμένη σε σχέση με πέρσι, εξαιτίας των καιρικών συνθηκών. Για τους καστανοπαραγωγούς του Δήμου Αγιάς στη Θεσσαλία πρόκειται για μία από τις δυσκολότερες των τελευταίων ετών. Η παραγωγή ήταν μειωμένη κατά 30%, ενώ μεγάλο ήταν το πρόβλημα με τα σκισμένα κάστανα, που υπολογίζονται στο 40% με 50% της συνολικής παραγωγής. Απογοητευμένοι είναι και οι καστανοπαραγωγοί στα Χανιά, που μιλούν για μείωση της παραγωγής κατά 50% λόγω του καύσωνα και της παρατεταμένης ανομβρίας. Όσο για τις τιμές, στον Δήμο Αγιάς η διάθεση του προϊόντος ξεκίνησε για τα α’ ποιότητας στα 2,30 ευρώ/κιλό, δηλαδή ένα ευρώ λιγότερο σε σχέση με πέρσι, στη συνέχεια έφτασε τα 2,70 και κάποιες ποσότητες δόθηκαν ακόμη και 3 ευρώ/κιλό. Τα 2,40 με 2,50 ευρώ/κιλό έπιασαν τα α’ ποιότητας κάστανα στα Χανιά, όταν πέρσι η τιμή ήταν στα 3 ευρώ/κιλό. Μειωμένη η παραγωγή κάστανου και στην Αρκαδία, αλλά με καλύτερες τιμές σε σχέση με πέρσι, καθώς οι εξαγωγές του προϊόντος προς την Ιταλία πραγματοποιήθηκαν φέτος για πρώτη φορά μέσω του Αγροτικού Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Αρκαδίας. Συνολικά, εξήχθησαν μέσω του συνεταιρισμού 150 τόνοι και η τιμή παραγωγού διαμορφώθηκε από τα 1,80 ευρώ/κιλό έως τα 2,25 ευρώ/κιλό, ανάλογα πάντα με την ποιότητα.

Φουντούκι

Στον αντίποδα βρίσκεται η φουντουκιά, η οποία σήμερα καλλιεργείται σε πολύ μικρές εκτάσεις και από ελάχιστους παραγωγούς κυρίως στην Κεντρική Μακεδονία. Εκτάσεις με φουντουκιές, για παράδειγμα, στην Πιερία αντικαταστάθηκαν πριν από πολλά χρόνια από ακτινιδιές και στην Μαγνησία από μηλιές. Τα τελευταία 25 με 30 χρόνια, η καλλιέργεια εγκαταλείφθηκε, αφενός λόγω της καταστροφικής ασθένειας (βακτηριακός καρκίνος), που έπληξε τα ακρόδρυα, και αφετέρου λόγω της κατακόρυφης πτώσης της τιμής παραγωγού, που προκάλεσαν οι εισαγωγές από τη γειτονική Τουρκία. Τα τελευταία χρόνια, όμως, το προϊόν γίνεται όλο και πιο περιζήτητο, κυρίως σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με αρκετούς Έλληνες παραγωγούς να έχουν κάνει μόλις τα τελευταία δύο χρόνια τα πρώτα δειλά βήματα για την ανάκαμψη της εγχώριας παραγωγής.

Όλοι συμφωνούν, όμως, στο εξής: Ότι τα ακρόδρυα δίνουν καρπούς που υπερέχουν σε σύγκριση με άλλα προϊόντα, και δη νωπά, γιατί στην πλειονότητά τους μπορούν να αποθηκευτούν, να διατηρηθούν και να διατεθούν σε χρόνο και με τρόπους που διευκολύνουν τον παραγωγό.

Επιμέλεια-Συντονισμός: Χρήστος Διαμαντόπουλος
Γράφουν: Γεωργία Μπόχτη