Η νέα ελαιοκομική περίοδος 2016/17 έχει ήδη ξεκινήσει. Από την «ΥΧ» έχουμε έγκαιρα αναφέρει τις προβλέψεις μας για τις αναμενόμενες ποσότητες και, μάλιστα, με ανάλυση ανά νομό/περιφέρεια στην Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες ελαιοπαραγωγικές χώρες της Μεσογείου, αναμένοντας την ίδια απόλυτη ευστοχία, όπως και στις περσινές μας εκτιμήσεις, αν και κάθε μέρα που περνάει πυκνώνουν οι φωνές από πολλές περιοχές για μείωση των ποσοτήτων ή/και για ποιοτικά προβλήματα «της τελευταίας στιγμής». Σημαντική, επίσης, είναι η αποτύπωση των αναλυτικών στοιχείων παραγωγής και αποθεμάτων ανά επαρχία της Ισπανίας και, μάλιστα, συγκριτικά για την τελευταία εξαετία. Καθώς η Ισπανία από μόνη της καλύπτει άνω του 50% της παγκόσμιας προσφοράς, η σημασία τους είναι ευνόητη, γιατί «αν η Ισπανία βήξει, τότε η παγκόσμια ελαιοπαραγωγή παθαίνει πνευμονία».

Σε ό,τι αφορά τις τιμές, η χρονιά άνοιξε στα περυσινά επίπεδα περίπου και αυτό είναι κάτι αναμενόμενο, αν δούμε την ισορροπία προσφοράς – ζήτησης σε σύγκριση με πέρυσι. Επειδή το (παρθένο) ελαιόλαδο δεν αποτελεί ένα εμπόρευμα (commodity), για αυτό και οι διακυμάνσεις των τιμών ανά ποικιλία, ανά ποιοτική κατηγορία, ανά περιοχή, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που πάντοτε τις διακρίνουν, για αυτό και οι τιμές δεν είναι ενιαίες, αλλά διαφοροποιούνται αντίστοιχα.

Παράγοντες με εξελίξεις της τελευταίας στιγμής είναι σχεδόν πάντοτε αναπόφευκτοι, ιδίως σε εποχές απρόβλεπτων καιρικών φαινομένων λόγω και της κλιματικής αλλαγής. Έτσι, ανά περιοχές, μπορεί να παρατηρούνται έντονες φθινοπωρινές δακοπροσβολές λόγω των καλοκαιρινών συνθηκών της υψηλής υγρασίας, σε συνδυασμό με τις χαμηλές θερινές θερμοκρασίες χωρίς καύσωνες, με αποτέλεσμα όχι τόσο τη μείωση της ποσότητας, αλλά κυρίως την υποβάθμιση της ποιότητας. Επίσης, άλλα τοπικά προβλήματα είναι η έξαρση προσβολών από κυκλοκόνιο, παστέλα και εκτεταμένη καρπόπτωση λόγω ανομβρίας των τελευταίων μηνών. Όμως, έχουμε και στο παρελθόν γράψει ότι το μαγαζί του αγρότη είναι ξεσκέπαστο και δεν ξέρει τι του ξημερώνει.

Ως προς τις τιμές και την πορεία τους κατά τους επόμενους μήνες, το ερώτημα είναι εύλογο. Παρακάμπτοντας απρόβλεπτες οικονομικές, πολιτικές και κλιματολογικές εξελίξεις, μπορούμε με σχετική πάντοτε ασφάλεια να πούμε ότι έως την άνοιξη που θα αρχίσουν να φαίνονται οι ενδείξεις για την παραγωγή της επόμενης ελαιοκομικής περιόδου 2017/18 – ιδίως στην Ισπανία–, οι τιμές –λογικά– θα κυμανθούν στα αντίστοιχα περυσινά επίπεδα. Άρα, ραντεβού την άνοιξη του 2017.

Χτύπημα από ανομβρία και δάκο

Στα περσινά επίπεδα «άνοιξε» η τιμή ελαιολάδου, με τους παραγωγούς να κρατούν προς το παρόν μία στάση αναμονής για την τελική διαμόρφωσή της. Αν και τα μηνύματα μέχρι σήμερα είναι θετικά, εντούτοις η παραγωγή αναμένεται να είναι σημαντικά μειωμένη σε σχέση με την περσινή, και κυρίως με την προπέρσινη χρονιά.

Στους Αγίους Αποστόλους Λακωνίας οι τιμές διατηρούνται σε πολύ καλά επίπεδα. Ξεκίνησαν με 4,40 ευρώ/κιλό και αυτή την στιγμή διαμορφώνονται στα 4,05 ευρώ/κιλό. Το ίδιο δεν ισχύει με την παραγωγή η οποία εκτιμάται να είναι μειωμένη κατά 50% εξαιτίας της ανομβρίας. Καλύτερη τιμή πάντως σε σχέση με πέρσι εκτιμούν να πιάσουν οι παραγωγοί και στην υπόλοιπη Λακωνία.

Μεγάλη μείωση της παραγωγής, κατά 50%, εκτιμάται και στην Κρήτη, όπου οι παραγωγοί έχουν υποστεί μεγάλο πλήγμα εξαιτίας των ακραίων καιρικών συνθηκών, και δη της παρατεταμένης ανομβρίας, ενώ δεν είναι λίγα και τα προβλήματα που προκάλεσε ο δάκος. Η τιμή στην Κρήτη κυμαίνεται από 2,90 έως 3,10 ευρώ/κιλό, και αναμένεται να διατηρήσει ή και να ξεπεράσει το όριο των 3,00 ευρώ/κιλό.

Ούτε η Λέσβος έμεινε ανεπηρέαστη από την ανομβρία, με αποτέλεσμα να ανατρέπονται και οι αρχικές προβλέψεις που έκαναν λόγο για παραγωγή που θα έφτανε και τους 20.000 τόνους. Σήμερα εκτιμάται ότι η παραγωγή θα κυμανθεί μεταξύ 13.000 – 15.000 τόνων, αυξημένη πάντως σε σχέση με πέρσι, που είχε φτάσει τους 10.000 τόνους.

Ως προς την τιμή, τόσο στη Λέσβο όσο και στη Μεσσηνία οι παραγωγοί κρατούν στάση αναμονής, καθώς όπως χαρακτηριστικά λένε «το που μπορεί να φθάσει, θα διαμορφωθεί μετά το τέλος της συγκομιδής».

Θετικά τα πρώτα µηνύµατα 

Ο µήνας Νοέµβριος αποτελεί παραδοσιακά την επίσηµη έναρξη της ελαιοκοµικής περιόδου. Ευτυχώς, φέτος µπήκε µε καλά νέα για τους Έλληνες ελαιοπαραγωγούς.

Πρώτα από όλα, και το πιο σηµαντικό, µε τις καλές και ευεργετικές βροχές που έπεσαν, ακόµα και στη διψασµένη Κρήτη!

Στη συνέχεια, βλέπουµε ότι οι τιµές κρατιούνται σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα. Τα περυσινά έξτρα κυµαίνονται από (τιµές χονδρικής βυτίου στην πόρτα του ελαιοτριβείου, ex- factory) 3,10 ευρώ έως 3,20 ευρώ και 3,25 ευρώ, για εξαιρετικές περιπτώσεις καλής ποιότητας, ενώ τα λαµπάντε βάσης 5° από 2,65 έως 2,67 ευρώ/κιλό, αν και µε πολύ περιορισµένη ζήτηση. Τα φετινά φρέσκα της αθηνοελιάς ανεβαίνουν στα 4,0 µε 4,05 ευρώ/κιλό.

Οι ποσότητες είναι µειωµένες σε σύγκριση µε πέρυσι, αλλά τουλάχιστον –και ευτυχώς– οι αποδόσεις ελαιοκάρπου σε ελαιόλαδο είναι ανεβασµένες λόγω της ξηρασίας των προηγούµενων µηνών. Κάποια ποιοτικά προβλήµατα, όπως π.χ. του γλοιοσπόριου (παστέλλας) στη ∆υτική Πελοπόννησο, δείχνουν να ξεπερνιούνται.

Επιμέλεια – Συντονισμός : Βασίλης Ζαμπούνης