Μετά από μία δύσκολη περίοδο, που άρχισε το 2008, τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια η καλλιέργεια σπαραγγιού άρχισε να σημειώνει σημαντική άνοδο, με τις στρεμματικές εκτάσεις και αποδόσεις να αυξάνονται. Εφαρμόζοντας πρότυπα συστήματα διαχείρισης, οι Έλληνες παραγωγοί εξασφαλίζουν την ποιότητα του προϊόντος από τον αγρό μέχρι το ράφι, ενώ αξιοποιώντας ευρωπαϊκά προγράμματα προώθησης και προβολής, το ελληνικό σπαράγγι κατάφερε να ξεχωρίσει στη μεγαλύτερη αγορά της Ευρώπης, τη Γερμανία.

Τα εύκολα και τα δύσκολα της καλλιέργειας

Το σπαράγγι, Asparagus Officinalis, oικογένεια Liliaceae, είναι φυτό πολυετές που ευδοκιμεί σε όλους τους τύπους εδαφών. Ιδιαίτερα στην περίπτωση των λευκών σπαραγγιών, θα πρέπει να προτιμώνται τα αμμώδη εδάφη.

Τα εδάφη της επαρχίας Νέστου, τα περισσότερα από τα οποία είναι ελαφρά, αμμώδη καλά στραγγιζόμενα, αλλά ταυτόχρονα και πολύ γόνιμα, εξασφαλίζουν τον άριστο συνδυασμό εδαφοκλιματικών συνθηκών και ανθρώπινου παράγοντα για τη μέγιστη αξιοποίησή τους στην καλλιέργεια των σπαραγγιών.

Η προετοιμασία του εδάφους με μια βαθιά άροση είναι απαραίτητη, καθώς το σπαράγγι, έχοντας εκτεταμένο ριζικό σύστημα, απαιτεί βαθιά χωράφια
Η προετοιμασία του εδάφους με μια βαθιά άροση είναι απαραίτητη, καθώς το σπαράγγι, έχοντας εκτεταμένο ριζικό σύστημα, απαιτεί βαθιά χωράφια

Οι βλαστοί αναπτύσσονται ίσιοι, ευκολότερα και ταχύτερα, με αποτέλεσμα η παραγωγή να είναι καλύτερης ποιότητας. Γενικότερα, ευδοκιμεί σε εδάφη με pH ουδέτερα έως αλκαλικά (6,5-7,5), ενώ εκμεταλλεύεται πολλές φορές άριστα τα αλατούχα εδάφη.

Πριν από τη φυτεία, είναι σημαντικό ο παραγωγός να γνωρίζει την κατάσταση του εδάφους του χωραφιού που θα επιλέξει. Η ανάλυση του εδάφους είναι το σημαντικότερο εργαλείο για την επιλογή μιας ορθολογικής και εξειδικευμένης λίπανσης για την πρόληψη τροφοπενιών κατά την ανάπτυξη των φυτών.

Η φύτευση των ριζωμάτων του σπαραγγιού γίνεται νωρίς την άνοιξη σε κατάλληλα προετοιμασμένο χωράφι. Η προετοιμασία του εδάφους με μια βαθιά άροση είναι απαραίτητη, καθώς το σπαράγγι, έχοντας εκτεταμένο ριζικό σύστημα, απαιτεί βαθιά χωράφια. Κατόπιν, ακολουθεί φρεζάρισμα για ψιλοχωματισμό του εδάφους.

Στη συνέχεια, ανοίγονται βαθιά αυλάκια, όπου τοποθετούνται με μεγάλη προσοχή τα ριζώματα, έτσι ώστε οι ρίζες των φυτών να απλωθούν και να προχωρήσουν ανενόχλητες. Ακολουθεί σκέπασμα με χώμα. Ο αριθμός των ριζωμάτων που χρησιμοποιούνται ποικίλλει από ποικιλία σε ποικιλία από 1.300 έως 2.000 φυτά/στρέμμα. Οι νέες ποικιλίες απαιτούν μεγαλύτερο αριθμό ριζωμάτων. Οι αποστάσεις φύτευσης ποικίλλουν από 0,25 Μ έως 0,33 Μ επί της γραμμής φύτευσης ανάλογα με την ποικιλία και 2,2 Μ με 2,7 Μ μεταξύ των γραμμών φύτευσης, ανάλογα με τον μηχανολογικό εξοπλισμό του παραγωγού.

Μετά την έκπτυξή τους ακολουθούν διάφορες καλλιεργητικές φροντίδες, όπως σκαλίσματα, λιπάνσεις και ποτίσματα έως το φθινόπωρο. Στόχος αυτών των εργασιών είναι η αντιμετώπιση τόσο των διάφορων ζιζανίων όσο και των εντόμων και των ασθενειών. Η άριστη κατάσταση της φυτείας στο υπέργειο μέρος της εξασφαλίζει μια καλή απόδοση την επόμενη χρονιά. Τον Νοέμβρη ακολουθεί κόψιμο της υπέργειας βλάστησης. Η καλλιέργεια μπαίνει στη συγκομιδή στον 2ο-3ο χρόνο μετά τη φύτευση.

Νωρίς τον χειμώνα γίνεται εδαφοκάλυψη των ριζωμάτων, σχηματίζοντας σαμάρια (αναχώματα) κατά μήκος των γραμμών φύτευσης και καλύπτοντάς τα με πλαστικά, εξασφαλίζοντας έτσι την πρωίμιση παραγωγής.

Η έναρξη της συγκομιδής εξαρτάται άμεσα από τη θερμοκρασία και την ηλιοφάνεια της ημέρας. Συνήθως, αρχίζει στο τέλος Φλεβάρη με αρχές Μάρτη, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, και διαρκεί περίπου 75 ημέρες.

Η συλλογή των βλασταριών γίνεται αποκλειστικά με τα χέρια, καθημερινά, τις πρώτες πρωινές ώρες. Η κοπή των βλασταριών γίνεται με ειδικά μαχαίρια, λίγο κάτω από το έδαφος (απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή), τοποθετώντας τα σε πλαστικές κλούβες. Οι βλαστοί αναπτύσσονται μέσα στο έδαφος, προστατευόμενοι από το φως, και συγκομίζονται μόλις η κορυφή τους εμφανιστεί στην επιφάνεια των σαμαριών. Τα σπαράγγια καθ’ όλη τη διάρκεια συλλογής, από το χωράφι και μέχρι να φτάσουν στο συσκευαστήριο, πρέπει να είναι σκεπασμένα και προστατευμένα από το φως, καθώς εκείνα που εκτίθενται στο φως υποβαθμίζονται ποιοτικά και δεν γίνονται αποδεκτά από τις αγορές.

Μετά την ολοκλήρωση της συγκομιδής, συνήθως στα μέσα Μάη, καταστρέφονται τα σαμάρια και αφήνονται οι βλαστοί να πάρουν το τελικό τους ύψος, σχηματίζοντας τη νέα βλάστηση. Οι πιο σημαντικές απαιτήσεις του φυτού σε θρεπτικά στοιχεία είναι μετά τη συγκομιδή έως τα μέσα Αυγούστου, που ικανοποιούνται με τις ανάλογες λιπάνσεις.

Η βασική λίπανση χορηγείται άμεσα μετά το χάλασμα των σαμαριών, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι απώλειες στα αμμώδη εδάφη και προτείνεται πάντα κατόπιν εδαφολογικής ανάλυσης. Ενδεικτικά, για την παραγωγή 900 κιλών/στρ. απαιτούνται 15-18 μονάδες αζώτου (Ν), οι οποίες δίνονται τμηματικά.

sparaggi-odigos-kalliergeia5Ενδεχόμενες αυξημένες ποσότητες αζώτου ευνοούν διάφορες μυκητολογικές ασθένειες της νέας βλάστησης. Οι ανάγκες σε φώσφορο (Ρ) είναι μικρότερες, 6-8 μονάδες καλύπτουν τις ετήσιες ανάγκες του φυτού.

Το κάλιο είναι το σημαντικότερο θρεπτικό στοιχείο για την καλλιέργεια, καθώς είναι απαραίτητο για τη μεταφορά και την αποθήκευση υδατανθράκων στις ρίζες. Ταυτόχρονα, ισχυροποιεί το στέλεχος, βοηθώντας το φυτό στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού.

Για την επίτευξη υψηλών αποδόσεων είναι απαραίτητες 25-30 μονάδες. Παράλληλα, με το κάλιο θα πρέπει να προστεθεί και μαγνήσιο 6-8 μονάδες, έτσι ώστε να διατηρηθεί η αναλογία καλίου – μαγνησίου (3/1). Μεγάλη προσοχή πρέπει να δοθεί και στα ιχνοστοιχεία, όπως το βόριο, καθώς είναι από τα σημαντικότερα για την καλλιέργεια.

Οι ανάγκες της καλλιέργειας σε νερό τους θερινούς μήνες είναι ιδιαίτερα αυξημένες. Η άρδευση, κατά την περίοδο αυτή, αυξάνει την απόδοση σε εδώδιμους βλαστούς, κατά την επόμενη χρονιά, αυξάνοντας τόσο τον αριθμό όσο και τη διάμετρό τους.

Συνήθως, μετά την άρδευση, ακολουθεί σκάλισμα για την αντιμετώπιση των ζιζανίων και τον καλύτερο αερισμό της φυτείας. Η άριστη κατάσταση της φυτείας από ασθένειες και έντομα εξασφαλίζει την αύξηση της φωτοσυνθετικής ικανότητας των φυτών, οδηγώντας στην αποθήκευση μεγαλύτερων ποσοτήτων υδατανθράκων στα ριζώματα των φυτών. Η αποθησαύριση από τους οφθαλμούς των βλαστών επιτυγχάνει την αύξηση της απόδοσης των λευκών σπαραγγιών, επηρεάζοντας τόσο την ποσότητα (αριθμό βλαστών) όσο και την ποιότητα (διάμετρο βλαστών) την επόμενη άνοιξη.

Δυναμική καλλιέργεια το σπαράγγι με ανοδική πορεία

Τον ερχομό της άνοιξης σηματοδοτεί κάθε χρόνο η συγκομιδή του σπαραγγιού, με τους Δυτικοευρωπαίους καταναλωτές να περιμένουν με ανυπομονησία τα φρέσκα και υψηλής ποιότητας προϊόντα. Με τα λευκά να ξεχωρίζουν, τα σπαράγγια έχουν συνδεθεί με τη διατροφική κουλτούρα των Γερμανών, οι οποίοι από το 2003 παράγουν και τις μεγαλύτερες ποσότητες στην Ευρώπη. Εντούτοις, τα ελληνικά σπαράγγια φαίνεται να έχουν εδραιωθεί κυρίως στη γερμανική αγορά, ενώ προωθούνται και στις αγορές της Γαλλίας και της Ιταλίας, με τις εκτιμήσεις για τα επόμενα χρόνια να είναι ιδιαίτερα θετικές.

Tα ελληνικά σπαράγγια φαίνεται να έχουν εδραιωθεί κυρίως στη γερμανική αγορά, ενώ προωθούνται και στις αγορές της Γαλλίας και της Ιταλίας
Tα ελληνικά σπαράγγια φαίνεται να έχουν εδραιωθεί κυρίως στη γερμανική αγορά, ενώ προωθούνται και στις αγορές της Γαλλίας και της Ιταλίας

«Τα τελευταία τρία χρόνια, δείχνουν ότι το προϊόν είναι ανερχόμενο και θα συνεχίσει να ανεβαίνει. Οι προοπτικές είναι ιδιαίτερα θετικές», επισημαίνει στην «ΥΧ» ο Γιώργος Σέξτος, διευθυντής της ΝΕΑ EXFRUT, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες τυποποίησης, συσκευασίας και εμπορίας φρέσκων φρούτων στην Ελλάδα. «Είναι ένα προϊόν που, αυτήν τη στιγμή, μπορεί και προωθείται στις αγορές και πιάνει τιμές, οι οποίες από το 2012 και μετά είναι συμφέρουσες, αφήνουν ένα λογικό κέρδος», επισημαίνει ο Κλέαρχος Σαραντίδης, γενικός διευθυντής στην ΕΑΣ Καβάλας.

Μετά από μία περίοδο ισχυρών πιέσεων εξαιτίας του περουβιανού σπαραγγιού, που κατέκλυσε την ευρωπαϊκή αγορά, σε συνδυασμό με τη στρεμματική αύξηση που κατεγράφη στην Κεντρική Ευρώπη, το κλίμα άρχισε να αντιστρέφεται και η καλλιέργεια στη χώρα μας  να ανακάμπτει, δίνοντας όλο και μεγαλύτερο κέρδος στους Έλληνες παραγωγούς. Τα στρέμματα, που είχαν μειωθεί σημαντικά, άρχισαν σιγά σιγά να αυξάνονται, ενώ η ανάπτυξη συνεργασιών, η αξιοποίηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων προβολής και προώθησης, αλλά και η επιμονή των ομάδων παραγωγών και των συνεταιρισμών άρχισαν να αποφέρουν αποτελέσματα. Για παράδειγμα, σήμερα, στην περιοχή της Καβάλας, η καλλιέργεια, όπως μας εξηγεί ο κ. Σαραντίδης, έχει φτάσει τα 6.000 με 7.000 στρέμματα. «Διπλασιάστηκαν, δηλαδή, σε σχέση με την περίοδο 2010-2012», σημειώνει και προσθέτει ότι «όταν υπάρχει κέρδος, το ενδιαφέρον μεγαλώνει».

Με τη συγκομιδή να αρχίζει αυτές τις ημέρες, οι παραγωγοί εκτιμούν ότι το ελληνικό σπαράγγι θα φτάσει εγκαίρως στην ευρωπαϊκή αγορά, στοίχημα, άλλωστε, που προσπαθούν να κερδίσουν κάθε χρόνο. «Ως χώρα είμαστε από τις πρώτες που πηγαίνουμε στην ΕΕ», εξηγεί ο κ. Σαραντίδης. «Κάθε χρονιά είναι ξεχωριστή. Η Ελλάδα κερδίζει καλές τιμές ανάλογα με την πρωιμότητα. Αν βγουν νωρίς τα σπαράγγια, πάνε καλύτερα», εξηγεί ο Θανάσης Μαλτεπιώτης, πρόεδρος της Ομάδας Παραγωγών ΑΣΚΓΕ (Αγροτικός Συνεταιρισμός Κοινής Γεωργικής Εκμετάλλευσης) Τυχερού στον Έβρο. Αυτήν τη στιγμή, καλλιεργούνται στο Τυχερό 778 στρέμματα και στόχος της Ομάδας Παραγωγών είναι κάθε χρόνο η έκταση να αυξάνεται κατά 200 με 400 στρέμματα, προκειμένου ο συνεταιρισμός να αποκτήσει μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη, όσον αφορά το σπαράγγι. «Άμεσος στόχος είναι μέσα στον Απρίλιο να προστεθούν επιπλέον 400 στρέμματα», εξηγεί ο κ. Μαλτεπιώτης.

«Οι τιμές είναι και αυτές ανοδικές τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια», σημειώνει ο κ. Σέξτος. «Με δεδομένο ότι το σπαράγγι έχει πολλές ποιότητες, ένας μέσος όρος τιμής για τον Έλληνα παραγωγό –όσον αφορά όλες τις ποιότητες– είναι γύρω στα 2 ευρώ». Αυτό σημαίνει ότι το καλύτερης ποιότητα σπαράγγι αποφέρει ακόμη μεγαλύτερο κέρδος στον παραγωγό.

Με τη συγκομιδή να αρχίζει αυτές τις ημέρες, οι παραγωγοί εκτιμούν ότι το ελληνικό σπαράγγι θα φτάσει εγκαίρως στην ευρωπαϊκή αγορά, στοίχημα, άλλωστε, που προσπαθούν να κερδίσουν κάθε χρόνο
Με τη συγκομιδή να αρχίζει αυτές τις ημέρες, οι παραγωγοί εκτιμούν ότι το ελληνικό σπαράγγι θα φτάσει εγκαίρως στην ευρωπαϊκή αγορά, στοίχημα, άλλωστε, που προσπαθούν να κερδίσουν κάθε χρόνο

Για να είναι κερδισμένος ο παραγωγός, «πρέπει να πιάσει τουλάχιστον 1.200 – 1.500 ευρώ/στρέμμα», εξηγεί ο κ. Σαραντίδης. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή ανά στρέμμα πρέπει τουλάχιστον να ξεπερνάει τα 700 με 800 κιλά. «Αλλιώς δεν έχει νόημα να καλλιεργήσει σπαράγγι», επισημαίνει ο κ. Μαλτεπιώτης.

Πάντως, στην περίπτωση του σπαραγγιού, τα αγαθά κόποις κτώνται. Πρόκειται για μια καλλιέργεια ιδιαίτερα απαιτητική, καθώς χρειάζεται υλικοτεχνική υποδομή και γνώση. «Ο παραγωγός πρέπει να επενδύσει. Κατ’ αρχάς, απαιτούνται ειδικά εργαλεία –πέρα από τα συνήθη, όπως τρακτέρ–, τα οποία στοιχίζουν περίπου 15.000-20.000 ευρώ. Το, δε, κόστος φύτευσης φτάνει γύρω στα 850 ευρώ»», εξηγεί ο κ. Μαλτεπιώτης.

 

Έπειτα, το σπαράγγι είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας. «Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να συστήσουν μια ομάδα παραγωγών και να εκμεταλλεύονται από κοινού τα μηχανήματα για να έχουν μικρότερο κοστολόγιο. Από εκεί και πέρα, πρέπει να οργανωθούν και στο κομμάτι της εμπορίας μέσα από τα κανάλια που ήδη υπάρχουν, ή και που μπορούν να δημιουργήσουν, να αξιοποιήσουν ευρωπαϊκά προγράμματα προώθησης κ.ά.», εξηγεί ο κ. Σαραντίδης.

«Το πιο σημαντικό είναι να διατηρηθεί η φρεσκάδα του σπαραγγιού», σημειώνει ο κ. Σέξτος. Για τον λόγο αυτόν, μέσα από ειδική διαδικασία (υδροκούλερ κ.ά.), μέσα σε 30 ώρες, τα σπαράγγια φτάνουν, για παράδειγμα, από την Καβάλα στα ράφια των σούπερ μάρκετ της Γερμανίας! Σημαντικό ρόλο παίζει και η εμφάνιση του τελικού προϊόντος. «Τα σπαράγγια θα πρέπει να είναι σωστά διαλεγμένα, ταξινομημένα, και ομοιόμορφα, ίδιο χρώμα, μήκος, πάχος και να ακολουθούνται αυστηρά όλες οι προδιαγραφές»», τονίζει ο κ. Σέξτος.

Ξέρατε ότι…

  • Η Κίνα είναι η πρώτη χώρα παραγωγής σπαραγγιού παγκοσμίως, το Περού η πρώτη εξαγωγική χώρα και η Γερμανία έχει τη μεγαλύτερη κατανάλωση στον κόσμο (1,7 κιλό/έτος/κάτοικο).
  • Το 2012 η χώρα μας εξήγαγε 14.630 τόνους, αξίας άνω των 21 εκατ. ευρώ, ενώ πέρυσι 5.796 τόνους, περίπου ίδιας αξίας. Η μέση τιμή, δηλαδή, του προϊόντος αυξήθηκε σημαντικά (στοιχεία INCOFRUIT HELLAS).
  • Από τους 5.796 τόνους, οι 5.113 εξήχθησαν μόνο στη Γερμανία.

Επιμέλεια – Συντονισμός έκδοσης: Γεωργία Μπόχτη
Γράφουν: Αριστέα Νικάκη, γεωπόνος ΕΑΣ Καβάλας