Έλλειψη βοσκοτόπων και εκτάσεων για ζωοτροφές βάζουν τρικλοποδιά στη βουβαλοτροφία

Τι είπε ο Αποστόλου για τα βοσκοτόπια στο τακτικό συνέδριο της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Στερεάς Ελλάδας

Σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης για τον κλάδο τους διαβλέπουν οι βουβαλοτρόφοι, ωστόσο χτυπούν καμπανάκι για τα προβλήματα που δημιουργούν, μεταξύ άλλων, οι ανεπαρκείς βοσκότοποι και η έλλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων για ζωοτροφές

Τα προϊόντα του βουβαλιού (γάλα και κρέας) γίνονται «ανάρπαστα» εντός και εκτός ελληνικών συνόρων, προσφέροντας ικανοποιητικό εισόδημα στους εκτροφείς, αλλά ο κλάδος χρειάζεται στήριξη προκειμένου να συνεχίσει να αναπτύσσεται. Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος του Κτηνοτροφικού Συνεταιρισμού Βουβαλοτρόφων Ελλάδας (του μοναδικού στη χώρα), Τρύφων Γεντσίδης, επισήμανε ότι ναι μεν ο κλάδος παραμένει δυναμικός με τεράστιες προοπτικές -κυρίως στους τομείς των μεταποίησης και εμπορίας προϊόντων, που εξακολουθούν να βρίσκονται σε εμβρυακό στάδιο- αλλά αν δεν διασφαλιστεί η βιωσιμότητά του, τότε θα οδηγηθεί εκ νέου σε συρρίκνωση.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνεταιρισμού, ο οποίος εδρεύει στο Νέο Πετρίτσι Σερρών, τα βασικά μελανά σημεία της βουβαλοτροφίας και οι απειλές για το μέλλον του κλάδου είναι, μεταξύ άλλων, οι ανεπαρκείς βοσκότοποι, η έλλειψη καλλιεργήσιμων εκτάσεων για ζωοτροφές και η σημαντική καθυστέρηση στην καταβολή των ενισχύσεων σε κτηνοτρόφους αυτόχθονων φυλών ζώων, καθώς και των ενισχύσεων για βιολογικά προϊόντα.

“Έχουμε να παίρνουμε αρκετά εκατομμύρια ευρώ από το πρόγραμμα αυτόχθονων φυλών” επισήμανε ο ίδιος, προσθέτοντας ότι το ελληνικό βουβάλι ή νεροβούβαλος επιδοτείται με ποσά που κυμαίνονται ανάμεσα στα 170 και τα 315 ευρώ ανά ζώο για τη διατήρησή του και την κατά 30% ετήσια αύξησή του, οπότε χάρη σε αυτά τα κεφάλαια το κόστος επένδυσης μειώνεται για έναν νεοεισερχόμενο στο χώρο. Στον δε παλαιότερο δίνει τη δυνατότητα να κάνει έργα υποδομών, που θα τον βοηθήσουν να αξιοποιήσει το προϊόν του. Ωστόσο, αγκάθι αποτελεί το γεγονός ότι σημειώνονται μεγάλεος καθυστερήσεις στην καταβολή των επιδοτήσεων.

Ο αριθμός των βουβαλιών είναι σχετικά εύκολο να αυξηθεί, εξήγησε ο ίδιος, προσθέτοντας “αρκεί να το επιτρέπει ο χώρος”. Και ακριβώς εδώ έγκειται το μεγαλύτερο πρόβλημα των βουβαλοτρόφων. Το θέμα με τις εκχερσώσεις, προκειμένου να δοθεί γη στους ακτήμονες, στερεί το φυσικό περιβάλλον των βουβαλιών που βόσκουν ελεύθερα σε παραλίμνιες περιοχές, και φυσικά και τη βοσκή τους.

‘Οπως εξήγησε ο κ. Γεντσίδης, η κατάσταση επιδεινώνεται από το 1980. Στη δεκαετία του ’70 ο υγρότοπος ήταν πλούσιος και υπήρχε άφθονη τροφή για τα ζώα. Το 1982 στήθηκε το φράγμα και τα νερά υψώθηκαν στα 4,5 μέτρα, καλύπτοντας τον υγρότοπο και εξαφανίζοντας τη βοσκή.

Οι βουβαλοτρόφοι στη λίμνη Κερκίνης αναγκάζονται να καλλιεργήσουν καλαμπόκι και να βγάλουν άχυρο για να τραφούν τα ζώα, κάτι που αυξάνει το κόστος εκμετάλλευσης και περιορίζει σημαντικά τα κέρδη. Ακόμη ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι βουβαλοτρόφοι είναι, σύμφωνα με τον κ. Γεντσίδη, αυτό των σταβλικών εγκαταστάσεων.