Η έξυπνη τεχνολογία για μία γεωργία με λιγότερα φυτοφάρμακα

Στόχος είναι να σταματήσει η διπλάσια οικονομική αφαίμαξη σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους

Η «ελληνική ιδιομορφία» και η έξυπνη τεχνολογία που εφαρμόζει την αρχή της Γεωργίας Ακριβείας

Τα όσα συμβαίνουν στην φυτοπροστασία είναι ιδιαίτερα περίπλοκα. Αγρότες υπερασπίζονται τη νέα γενιά νεονικοτινοειδών, για τα οποία η μία κυβέρνηση μετά την άλλη (με τελευταία της Γαλλίας), ανακοινώνουν χρονοδιαγράμματα απόσυρσής τους. Η μεγάλη χρήση του round-up  έχει κάνει τα ζιζάνια ανθεκτικά σε συγκεκριμένη δραστική, και τη Monsanto να συνάπτει συμφωνία με ανταγωνιστική της εταιρεία για την παραγωγή νέων ζιζανιοκτόνων.

Ο κύκλος εργασιών του κλάδου των φυτοφαρμάκων ανέρχεται στα 54 δισ. Δολάρια, ενώ το κόστος παραγωγής και εισόδου στην αγορά ενός νέου σκευάσματος ανέρχεται στα 350 εκατ. δολάρια, δηλαδή διπλάσιο από ό,τι πριν μία δεκαπενταετία, εξέλιξη που ευνοεί μόνο τους πολύ μεγάλους παίκτες. Οι εγκεκριμένες δραστικές ουσίες στην Ευρώπη μειώθηκαν από 850 περίπου στο ένα τέταρτο, σε διάστημα μίας εικοσαετίας.

Οι Έλληνες αγρότες, που δαπανούν, νόμιμα, περίπου 300 εκατομμύρια ευρώ το έτος για φυτοφάρμακα, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο τις συνθήκες της υπόλοιπης Ευρώπης, αλλά και την «ελληνική ιδιομορφία». Με βάση και επίσημη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι τιμές που καταβάλλει ο γεωργός είναι ακόμη και διπλάσιες από αυτές των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Τα παραπάνω, αλλά και η πίεση των οργανώσεων των πολιτών και της κοινής γνώμης ευρύτερα, οδηγεί στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων για τον περιορισμό της χρήσης φυτοφαρμάκων, χωρίς μείωση των αποδόσεων. Το Βρετανικό Global Food Security για παράδειγμα, κατέληξε πρόσφατα σε επιλογές όπως:

  • Γενετικές επεμβάσεις στα φυτά, οι οποίες, ωστόσο, δεν θα γίνονται αποδεκτές από τους καταναλωτές και την κοινή γνώμη
  • Εφαρμογή laser για τον εντοπισμό και την καταστροφή φυσικών εχθρών, όπως των ζιζανίων
  • Εφαρμογές έγκαιρου εντοπισμού και αντιμετώπισης εχθρών και ασθενειών, με τη συλλογή και διαχείριση δεδομένων

Υπάρχει όμως μία έξυπνη τεχνολογία, της αμερικάνικης start up εταιρείας Blue River, που εφαρμόζεται στην πράξη με σημαντικά αποτελέσματα. Όπως δηλώνει ένας εκ των ιδρυτών της, «δέκα άνθρωποι έχουν πονοκέφαλο και εμείς δίνουμε ασπιρίνη σε ολόκληρη τη Νέα Υόρκη».
Η εποχή της εφαρμογής της τεχνητής νοημοσύνης έφτασε. Ένα στα δέκα μαρούλια που παράγονται στις πολιτείες της Καλιφόρνιας και της Αριζόνας τα δύο τελευταία χρόνια, προέρχονται από αγροκτήματα που χρησιμοποιούν την τεχνολογία «βλέπω και ψεκάζω».

Ένα παρελκόμενο σύστημα στο τρακτέρ, συνδυάζει την τρισδιάστατη όραση του υπολογιστή, την τεχνητή νοημοσύνη εντοπισμού φυτών και ψεκαστικά ρομπότ, τα οποία ψεκάζουν και καταστρέφουν τους εχθρούς του φυτού. Οι στοχευμένοι αυτοί ψεκασμοί, που ανέρχονται στους 40 ανά δευτερόλεπτο, μειώνουν τη χρήση φυτοφαρμάκων κατά 90%. Επιπλέον, η φυτοπροστασία γίνεται με βέλτιστο τρόπο, αναβαθμίζεται η ποιότητα του παραγόμενου προϊόντος, περιορίζεται σημαντικά η επίπτωση στο περιβάλλον ενώ παρόμοιος εξοπλισμός σχεδιάζεται και για λιπασματοδιανομείς υψηλής ακρίβειας.

Δηλαδή εφαρμόζεται η αρχή της Γεωργίας Ακριβείας, «παράγουμε περισσότερο χρησιμοποιώντας λιγότερα». Το μεγάλο ερώτημα, βέβαια, παραμένει: Κάτω από ποιες προϋποθέσεις, οι τεχνολογίες αυτές μπορούν να διαδοθούν στην ελληνική πραγματικότητα; Η «ΥΧ» έθεσε το ερώτημα στον B. Chostner, αντιπρόεδρο της Blue River, ο οποίος συμφώνησε ότι το θέμα αυτό θα καθορίσει και τον βαθμό διάδοσης της καινοτομίας. «Για τον λόγο αυτό», συνέχισε, «η εταιρεία μας πουλάει εξοπλισμό στους μεγάλους παραγωγούς, ενώ για τους μικρούς παρέχει υπηρεσίες ενοικίασης ή διαθέτει δικά της συνεργεία ψεκασμών». Πρακτική που αναδεικνύει τη σημασία των συνεργατικών σχημάτων στην αποδοχή και διάδοση της καινοτομίας.

  • Νίκος Λάππας