Χριστίνα Καραβοκύρη, Γιάννης Καρτερός

Σίγρι, ένα χωριό με παράδοση στους ψαράδες

Στη Λέσβο οι κάτοικοι έχουν να απολαμβάνουν πολλά τόσο από το πρόσφορο έδαφός της, όσο και από τις θάλασσες που την περιβάλλουν. Μετά το λάδι, που είναι κυρίαρχο προϊόν στον τόπο, πολύ σημαντική είναι και η αλιεία. Μέσω αυτής ενισχύεται σημαντικά η οικονομική δραστηριότητα του νησιού, με πολλούς αλιείς να δοκιμάζονται τόσο στη μέση όσο και την παράκτια αλιεία.

Η «ΥΧ», συνεχίζοντας το οδοιπορικό της στο νησί, συναντήθηκε και συνομίλησε με τους πλέον αρμόδιους να μας εξηγήσουν την κατάσταση που επικρατεί στο συγκεκριμένο τομέα: τους ίδιους τους αλιείς.

Αν θες να βρεις ψαράδες στη Λέσβο, το πρώτο μέρος που θα σε παραπέμψει κάποιος είναι το Σίγρι, ένα γραφικό ψαροχώρι. Στο Σίγρι, λοιπόν, βρήκαμε τον Κώστα Αντωνάκη, καθώς έκανε τις τελευταίες ετοιμασίες και μικροεπισκευές πριν ρίξει τη βάρκα του στο νερό για τη νέα σεζόν.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο (μέρος β')
Κώστας Αντωνάκης, ψαράς

Ο Κώστας Αντωνάκης, με 27 χρόνια εμπειρίας σαν ψαράς, εγκατέλειψε την Αθήνα και το ταξί, για να μείνει στο Σίγρι. Τότε ξεκίνησε το ταξίδι του με τη θάλασσα και πιο συγκεκριμένα με την αλιεία. Ενθουσιασμένος στην αρχή, επένδυσε στην παράκτια αλιεία και όλα αυτά τα χρόνια αφιέρωσε τη ζωή του σε αυτό το επάγγελμα. Ο Κώστας εργάζεται μόνος του και τις περισσότερες φορές διοχετεύει την ψαριά του στο χωριό, που, όπως μας ενημέρωσε, έχει περίπου 350 μόνιμους κατοίκους.

Σήμερα, με την κατάσταση που επικρατεί, είναι δυσαρεστημένος: «Τα πράγματα όσο περνάει ο καιρός γίνονται πολύ χειρότερα. Έχουμε σημαντικό πρόβλημα με την υπεραλίευση. Δεν υπάρχει παιδεία στους σημερινούς ψαράδες, δεν ξέρουν πότε να σταματήσουν».

Σε ένα χωριό σαν το Σίγρι, που φημίζεται για την θαλάσσια ιστορία του στη Λέσβο, δε λείπουν, όπως μας είπε ο κ. Αντωνάκης, και οι ερασιτέχνες ψαράδες, που πουλάνε αδήλωτη την ψαριά τους, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο αθέμιτο ανταγωνισμό. «Αυτοί που ψαρεύουμε πραγματικά, είμαστε τέσσερις οικογένειες. Οι υπόλοιποι είναι περίπου 50, όλοι ερασιτέχνες και πουλάνε ψάρια. Αυτό είναι άδικο για εμάς, που πληρώνουμε φορολογία βάσει της ψαριάς μας, καθώς εκείνοι δεν πληρώνουν τίποτα», τονίζει.

Τα προβλήματα, όμως, δεν είναι μόνο σε τοπικό επίπεδο, αλλά διευρύνονται, με το κράτος να μην φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα: «Δεν υπάρχει καμία στήριξη από το κράτος. Για το κράτος εμείς έχουμε μόνο υποχρεώσεις και καθόλου δικαιώματα».

Το αβέβαιο αύριο δεν είναι κάτι που τον τρομάζει, καθώς έχει μάθει ότι αν και η θάλασσα δεν του προσφέρει κάποιες φορές, εκείνος γνωρίζει πως να διαχειρίζεται τα έσοδά του.

Υψηλή φορολογία, αθέμιτος ανταγωνισμός και ανύπαρκτη κρατική βοήθεια

Συναντήσαμε τον Νίκο Βαξεβάνη αργά το βράδυ, σε ένα παραδοσιακό ταβερνάκι της Μυτιλήνης. Ο ίδιος, όντας πλέον 40 ετών και μετά από 25 χρόνια συνολικά στον χώρο της αλιείας, έχει ασχοληθεί τα περισσότερα χρόνια με την παράκτια και στην πορεία αποφάσισε να στραφεί στη μέση. «Με την παράκτια αλιεία ασχολούνται στο νησί συνολικά ακόμη 5 σκάφη», μας λέει.

Για έναν ψαρά, το να αλλάζει τον τρόπο που δραστηριοποιείται δεν είναι ό,τι καλύτερο και πολλές φορές αποτελεί ρίσκο. Όμως για τον Νίκο, το να στραφεί στη μέση αλιεία φαίνεται πως ήταν ανάγκη: «Η μείωση στην κατανάλωση των ψαριών στη Μυτιλήνη με έκανε να ρισκάρω και να δοκιμάσω τη μέση αλιεία, καθώς έχει μεγαλύτερο εύρος ψαριών, όπως μαλάκια, σουπιές, χταπόδια, μοσχοχτάποδα, καλαμάρια, κουτσομούρες, μπακαλιάρους, γόπες, σαβρίδια, κολιούς, μπαρμπούνια και πολλά ακόμη. Οι ποσότητες που πιάνω δεν είναι τόσο μεγάλες ώστε να φεύγουν συχνά στην Αθήνα. Το σύνηθες είναι να καταναλώνονται στη Λέσβο».

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο (μέρος β')
Σίγρι, χωριό της Λέσβου

«Η δουλειά του ψαρά είναι δύσκολη και η κρατική βοήθεια ανύπαρκτη», όπως χαρακτηριστικά μας είπε, «την κάνει ακόμη πιο δύσκολη. Με δύο συνεταίρους στη μηχανότρατα, 4 παιδιά και 26% φορολογία, τα πράγματα είναι δύσκολα».

Πέρα από την υψηλή φορολογία και την κρατική βοήθεια που δίνεται με το… σταγονόμετρο, μίλησε και για τον αθέμιτο ανταγωνισμό που υπάρχει με τη γειτονική Τουρκία, καθώς, όπως ανέφερε, οι συνάδελφοί του, που έρχονται από εκεί, δεν έχουν τους ίδιους περιορισμούς με τους Έλληνες.

Ωστόσο, παρά τα όποια προβλήματα, καταφέρνει να συντηρεί την οικογένειά του και να παρέχει στα παιδιά του τα απαραίτητα, ώστε να ακολουθήσουν την πορεία που επιθυμούν στη ζωή τους. Μέχρι και σήμερα και μετά από τόσα χρόνια στο επάγγελμα, του αρέσει να βγαίνει για την καθημερινή ψαριά αλλά δεν είναι το επάγγελμα που θα ήθελε να δει κάποιο από τα παιδιά του να ακολουθεί. «Είναι μία δουλειά που προκαλεί έντονη σωματική κούραση και δεν έχει ωράριο. Είναι σκληρή δουλειά», τονίζει.

Κλείνοντας τη συζήτηση, έπεσε στο τραπέζι η ερώτηση «αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι στη δουλειά σου, τι θα ήταν αυτό;». «Αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, θα απομάκρυνα από το επάγγελμα όσους δεν το γνωρίζουν και δεν ακολουθούν τους κανόνες της θάλασσας. Για παράδειγμα, εργάζονται πολλοί χωρίς περιορισμούς και ψαρεύουν 24 ώρες το 24ωρο, κάτι που δεν είναι σωστό γιατί δε δίνουν χρόνο στη θάλασσα, τον χρόνο που χρειάζεται για να ξεκουραστεί».

Πονοκέφαλος οι τιμές των ζωοτροφών για τους κτηνοτρόφους που πληρώνουν με καπέλο

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο (μέρος β')
ΑΣ Παρακοίλων, Λέσβου

Φτάνοντας στα Παράκοιλα Λέσβου, συναντήσαμε τον Μιχάλη Χατζηδημητρίου, του ΑΣ Παρακοίλων. Στα κτήματά του, εκτός από ελιές εκτρέφει και αιγοπρόβατα για την παραγωγή γάλακτος. Στον στάβλο του, στην κορυφή του βουνού, μας έδειξε τις βοσκήσιμες εκτάσεις του, μεγέθους πολλών στρεμμάτων, οι οποίες όμως δεν θύμιζαν σε τίποτα τις βοσκήσιμες γαίες που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε, καθώς επρόκειτο, ουσιαστικά, για τη φυσική βλάστηση του βουνού. «Βλέπετε πόσο αραιά είναι τα δέντρα; Παρόλα αυτά, οι εκτάσεις θεωρούνται επιλέξιμες», μας λέει, «κάτι που μας δημιουργεί πρόβλημα καθώς επιδοτείται η έκταση και όχι το ζώο», τονίζει.

Τα αιγοπρόβατά του είναι τελείως ελεύθερα στον χώρο να βοσκήσουν. Η ελεύθερη βόσκηση δρα ευεργετικά και δίνει καλύτερης ποιότητας γάλα, εξηγεί. «Εγώ έχω πρόβατα μόνο φυλής Λέσβου, γιατί είναι ανθεκτικά, σκληραγωγημένα και μπορούν και βόσκουν και στα πιο απόκρημνα ορεινά και μειονεκτικά μέρη, ενώ το γάλα τους είναι ασυναγώνιστο εξαιτίας ακριβώς της ελεύθερης βοσκής. Ένα ελεύθερο πρόβατο μπορεί ενώ βοσκάει να φάει ρίγανη, θυμάρι, πεσμένα αχλάδια, ελιές, ό,τι βρει. Είναι μια μορφή ημιοικόσιτης κτηνοτροφίας, με εκτατικό χαρακτήρα. Έτσι, το γάλα τους είναι ανώτερο», τονίζει στην «ΥΧ» ο κτηνοτρόφος.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο (μέρος β')
Μιχάλης Χατζηδημητρίου, κτηνοτρόφος

«Εάν όλοι πηγαίναμε να κάνουμε προσμίξεις με ξένες φυλές, που είναι πιο παραγωγικές, θα γινόμασταν όλοι ενσταβλισμένοι κτηνοτρόφοι, και θα ερημώνονταν τα βουνά. Γιατί νομίζετε δίνουμε εμείς 6 χιλιάδες ευρώ τον χρόνο για συντήρηση στα αυτοκίνητά μας από το ανέβα-κατέβα στο βουνό; Θα μπορούσαμε να κάνουμε έναν στάβλο και να τα εκτρέφουμε εκεί, αλλά η ποιότητα δεν θα είχε καμία σχέση», σημειώνει. «Πρώτη και κύρια πηγή εσόδων μας είναι το γάλα, τα ζώα δεν τα σφάζουμε για το κρέας τους. Κάποια μόνο σφάζονται, πάνω στον μήνα, για να πουληθούν ως γάλακτος. Η κρεοπαραγωγή δεν συμφέρει, ειδικά για τη φυλή Λέσβου, δεν είναι ζώα με πολλά κιλά», καταλήγει.

Η παραγωγή του είναι περίπου 50 τόνοι γάλα ανά σεζόν, που το πουλάει προς 96 λεπτά το λίτρο. Τιμή που, όπως μας αναφέρει, ίσα-ίσα αρκεί για να τα φέρει βόλτα, καθώς τα προβλήματα είναι πολλά, με κυριότερο αυτό της τιμής των ζωοτροφών. «Κύριο θέμα μας είναι το κόστος των ζωοτροφών, κυρίως των χονδροειδών. Τροφές που σε Θεσσαλία και Μακεδονία έχουν 14 λεπτά το κιλό, εδώ ξεπερνάνε τα 30 λεπτά. Ένας παραγωγός στη Θεσσαλία μπορεί να εκτρέφει τον ίδιο αριθμό ζώων με λιγότερα από τα μισά έξοδα απ’ ό,τι εδώ. Υπό αυτό το πλαίσιο, πώς να ανταγωνιστώ εγώ τον συνάδελφο;», αναρωτιέται.

Όσον αφορά στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Παρακοίλων, με χαρά διαπιστώσαμε ότι είναι από τους λίγους υγιείς συνεταιρισμούς, που μάλιστα προσφέρει και χείρα βοηθείας στα μέλη του. «Στον συνεταιρισμό είμαστε 300 μέλη, αλλά είναι και καλλιεργητές μέσα, δεν είμαστε όλοι κτηνοτρόφοι. Ενεργοί είμαστε περίπου 100, αλλά έχουμε λεφτά εμείς!», μας λέει ο κ. Χατζηδημητρίου γελώντας. «Όταν ένα μέλος μας έχει ανάγκη, τον βοηθάμε όλοι μας ως Συνεταιρισμός».

Σπάνιος ο γλυκάνισος στο νησί του ούζου, με τις ποτοποιίες να εισάγουν από Τουρκία

Κατηφορίζοντας από τα Παράκοιλα, φτάσαμε στο Λισβόρι, στην «καρδιά» της Λέσβου. Το Λισβόρι φημίζεται για τις καλλιέργειές του, κυρίως ρεβιθιού, αλλά και γλυκάνισου, με την τελευταία, όμως, να μην αποτελεί πρώτη προτεραιότητα των κολοσσών του ούζου που κατοικοεδρεύουν στο νησί.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο (μέρος β')
Θοδωρής Χατζηπαναγιώτης, παραγωγός

Όπως χαρακτηριστικά μας ανέφερε ο πρόεδρος του χωρίου και καλλιεργητής, Θοδωρής Χατζηπαναγιώτης, «Ότι υπάρχει παραγωγή, υπάρχει. Στα ρεβίθια, αν πάει καλά η παραγωγή πιάνουμε και 50 τόνους, που το μεγαλύτερο μέρος τους καταναλώνεται πάνω στη Λέσβο, χύμα πάντα, καθώς δεν υπάρχει τυποποιητική μονάδα».

 

Το ενδιαφέρον μας, όμως, επικεντρώθηκε στον γλυκάνισο, το κατατεθέν συστατικό του… κατατεθέντος προϊόντος του νησιού, του ούζου. Προς μεγάλη μας έκπληξη, η καλλιέργεια γλυκάνισου στο νησί, σπανίζει.

«Το γλυκάνισο είναι σπάνια καλλιέργεια στο νησί και καλλιεργείται μόνο σε ένα σημείο της Λέσβου. Εγώ έχω 7 στρέμματα περίπου γλυκάνισο, μαζί με τα συνεταιριστικά. Η παραγωγή είναι μικρή, όμως η ποιότητα εκτός ανταγωνισμού».

Αξίζει εδώ να σημειωθεί, όπως αναφέρουν και πολλοί καλλιεργητές, ότι αφενός οι ποσότητες που παράγονται στο νησί δεν αρκούν για να καλύψουν την τεράστια παραγωγή ούζου, αφετέρου η τιμή του «ντόπιου» γλυκάνισου είναι 2 και 3 φορές πάνω σε σχέση με αυτόν του εξωτερικού (12 ευρώ το κιλό σε σχέση με 3-4 ευρώ ο εισαγωγής), με αποτέλεσμα οι ποτοποιίες να αγοράζουν ένα μέρος της λεσβιακής παραγωγής, αλλά και να προμηθεύονται και από έξω, όπως για παράδειγμα από την Τουρκία.Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο (μέρος β')

Οι ίδιοι παραγωγοί, όμως, αναφέρουν ότι ο γλυκάνισος του εξωτερικού είναι πολύ πιο «αδύναμος» από αυτόν που παράγεται στη Λέσβο, με αποτέλεσμα π.χ. να χρειάζονται 10 κιλά τουρκικού γλυκάνισου ανά καζάνι ούζου, ενώ με τον Λεσβιακό γλυκάνισο η ποσότητα αυτή πέφτει κατακόρυφα.

 

Διαβάστε ακόμη: Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο (μέρος α’)