Είναι λίγα τα μέρη στην Ελλάδα για τα οποία μπορεί κάποιος να κυριολεκτεί, όταν μιλάει για «ευλογημένο τόπο», και η Λέσβος είναι ένα από αυτά. Η «ΥΧ» βρέθηκε στο τρίτο μεγαλύτερο σε έκταση νησί στην Ελλάδα, μετά την Κρήτη και την Εύβοια, για να καταγράψει τους λόγους που ο παραγωγικός γίγαντας της Λέσβου έχει πέσει, εδώ και καιρό, σε λήθαργο. Λάδι, αιγοπρόβατα, ψάρια και το διάσημο ούζο, είναι οι κύριοι παραγωγικοί τομείς του νησιού. Σε αυτό το πρώτο μέρος του οδοιπορικού, καλύπτουμε τον τομέα του ελαιολάδου στο νησί, έναν τομέα με εξαιρετική παραγωγή, τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά, αλλά και έναν τομέα που βρίθει ανεκμετάλλευτων ευκαιριών, οι οποίες περιμένουν υπομονετικά τους πρωτεργάτες τους.

Το λεσβιακό ελαιόλαδο ξεχωρίζει για τα εξαίρετα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του. Το ιξώδες του είναι διακριτά υψηλότερο από αυτό αρκετών ελαιολάδων και η υφή του πολύ πιο ρευστή, ενώ ο συνδυασμός των ανωτέρω με την εξαιρετική γεύση του, τού έχουν δώσει γερές βάσεις για τη δημιουργία ενός πολύ δυνατού brand name. Ένα brand name το οποίο όμως, μέχρι και σήμερα, δεν έχει καταστεί δυνατόν να δημιουργηθεί. Τόσο η μεγάλη και άμεση ανάγκη των παραγωγών για χρήματα, ελέω κρίσης, όσο και η οικονομική αδυναμία των συνεταιρισμών να ρισκάρουν μια αβέβαιη είσοδο στον κλάδο της μεταποίησης, έχουν οδηγήσει στην πρακτική της χύμα πώλησης σε μεσάζοντες. Μια πρακτική που μπορεί να αποφέρει άμεσα εισόδημα, όμως έχει κοντούς ορίζοντες και ισχυρότατο ανταγωνισμό.

Η «ΥΧ» συνάντησε παραγωγούς που δραστηριοποιούνται καθαρά στην ελαιοπαραγωγή, όσο και επαγγελματίες που ασχολούνται και με την τυποποίηση αλλά και την εξαγωγή λαδιού, παρά τις πολλές δυσκολίες. Οι απόψεις διίστανται ως προς το μεταποιητικό κομμάτι, όμως συγκλίνουν άρδην ως προς το παραγωγικό: Η αποδυνάμωση της Ένωσης Παραγωγών τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει σε ένα ομιχλώδες τοπίο την λεσβιακή ελαιοπαραγωγική κοινότητα, και μέσα στην ομίχλη οι ελαιοκαλλιεργητές προσπαθούν με νύχια και με δόντια να ορθοποδήσουν.

Στα σκαριά τυποποιητήριο για την αξιοποίηση της παραγωγής

Η άμεση πώληση είναι η πιο σίγουρη πώληση. Αυτό έχουν στο μυαλό τους όλοι οι παραγωγοί που η «ΥΧ» συνάντησε στο οδοιπορικό της. Δεδομένων των περιστάσεων, η Λέσβος φαντάζει αδύναμη να ρισκάρει και ως εκ τούτου η επιστροφή στην παραγωγική ανάπτυξη απομακρύνεται μέρα με τη μέρα. Η οικονομική κρίση, αλλά και, σε κάποιες περιπτώσεις, η ανθρώπινη νοοτροπία, έχουν ωθήσει την παραγωγή είτε να μένει στη σίγουρη εγχώρια αγορά, είτε να πωλείται χύμα, έναντι συνήθως πινακίου φακής, σε μεσάζοντες που μετέπειτα θησαυρίζουν από την τυποποίηση και την εξαγωγή.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο
Χρήστος Μπαρέλης, παραγωγός

Συναντήσαμε τον παραγωγό Χρήστο Μπαρέλη, ο οποίος βρίσκεται ένα βήμα πριν την ίδρυση δικού του τυποποιητηρίου. Ο Χρήστος άφησε τη θέση του στην Εθνική Τράπεζα πριν από 2,5 χρόνια, για να ακολουθήσει τον δρόμο της αγροτιάς. Σήμερα, τόσο ο ίδιος όσο και πολλοί γύρω του, βλέπουν ότι έκανε τη σωστή επιλογή.

«Όταν ήρθε η εθελούσια, έφυγα. Μου άρεσε πιο πολύ, είχα φτιάξει υποδομές, και αποφάσισα να το κάνω. Τώρα, είναι 2,5 χρόνια που έφυγα. Έχω ελεύθερο χρόνο, μπορώ να σηκώνομαι όποτε θέλω, να δουλεύω όσο θέλω. Είναι στάση ζωής. 18,5 χρόνια ήμουνα στην τράπεζα. Το να φύγω ήταν κάτι θετικό και έγινε την ώρα που έπρεπε. Το θέμα είναι να μην είσαι μίζερος, να μη βαλτώνει αυτό που κάνεις. Τώρα, μόνο οι υπηρεσίες με κουράζουν και προσπαθώ να τις αποφεύγω, π.χ. η Εφορία έχει να μου πληρώσει τον ΦΠΑ από το 2013, όταν εγώ πρέπει να είμαι διαρκώς ενήμερος φορολογικά», λέει χαρακτηριστικά.

Καλλιεργεί ποικιλία κολοβή, που είναι και η πιο δημοφιλής στη Λέσβο. Φημίζεται για το λάδι της, αλλά υστερεί στις βρώσιμες ελιές. «Αυτή τη στιγμή εδώ και 10 χρόνια, το ελαιόλαδο Πλωμαρίου, της κολοβής ελιάς δηλαδή, βγαίνει στα 10 πρώτα παγκοσμίως. Είναι ένα λάδι που γράφει ιστορία», μας λέει.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο
Στο αγρόκτημα του Χρήστου Μπαρέλη

Είναι από τους λίγους παραγωγούς που έχει ξεκινήσει τις διαδικασίες για να μπορεί να τυποποιεί ο ίδιος το λάδι του. «Είμαστε σχεδόν στην έγκριση της μελέτης για το τυποποιητήριο, που θα μου δώσει μια καθετοποιημένη παραγωγή και θα είναι και επισκέψιμο το μέρος. Θα μπορώ να προβάλλω τα προϊόντα μου αλλά και την παράδοση. Είμαστε η 5η γενιά παραγωγών στο ίδιο μέρος, είμαστε στο σπιτάκι του προ-προπάππου μου, έχουμε μέσα ελιές 500 χρόνων, φυσικές πηγές, δεν κάνουμε γεωτρήσεις κ.λπ. Το ελαιόλαδο από ξηρικό ελαιώνα είναι πραγματικά ανώτερης ποιότητας και αν του δώσεις τον χρόνο που θέλει και τον δρόμο που πρέπει, σε αποζημιώνει για τις δύσκολες προοπτικές που εφαρμόζεται, τη βιολογική καλλιέργεια, το δύσβατο της περιοχής κ.λπ. Προς το παρόν, έχω βάλει όλο το βάρος εκεί», τονίζει. Σήμερα, τυποποιεί στη Γερμανία, πουλάει δηλαδή -και αυτός- χύμα.

«Εμένα το λάδι μου στη Γερμανία έχει 24 ευρώ, εγώ όμως δεν παίρνω αυτά τα λεφτά, εγώ το δίνω κοντά στα 5 ευρώ. Αυτό είναι το μόνιμο καρτέλ του ελαιολάδου. Ξέρετε γιατί παλιά, το ‘38, όταν ο Μεταξάς έκανε τους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς, έκανε συνεταιρισμό και για τη μαστίχα; Για να μην έρθουν οι ξένοι, σε μια Ελλάδα που είχε καταρρεύσει οικονομικά τότε, και αγοράσουν τα πάντα, αλλά να μένει πάντα το προϊόν και η γη στους παραγωγούς», λέει ο Χρήστος, αφήνοντας σαφείς αιχμές για την σημερινή οικονομική αλλά και αγροτική κατάσταση της χώρας. «Τώρα πάνε να το κάψουν αυτό. Μπορεί παλιά να λέγαμε διάφορα για την Ένωση, αλλά αυτή τη στιγμή πρέπει να μείνει ως έχει. Το ένα είναι καλύτερο από το μηδέν, σε όλες των περιπτώσεων. Πολλές οργανώσεις έκαναν πολλά λάθη, αλλά προσέφεραν και κάτι, και προσφέρουν ακόμα. Αν υπήρχε αναγκαστικός συνεταιρισμός στο λάδι, αυτή τη στιγμή το λάδι θα είχε 20 ευρώ. Γιατί; Γιατί θα διαπραγματευόταν η ελληνική κυβέρνηση το λάδι μας. Τώρα, έχουμε 500 μεσάζοντες, από εδώ μέχρι το άλλο τραπέζι».

Η καλλιέργεια του Χρήστου είναι βιολογική, πιστοποιημένη από το 2004. Έχει ήδη δημιουργήσει το δικό του brand name, κάτι που, μαζί με τις διαδικασίες για το τυποποιητήριο, τον έκανε να αποκτήσει εχθρούς.

«Με το να τυποποιήσω το δικό μου λάδι έσπασα το καρτέλ και απέκτησα πολλούς εχθρούς. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κατάφερα άλλους τέσσερις παραγωγούς να αγοράσουν στέρνες και να έχουν το λάδι μέσα τώρα, ενώ διαπραγματεύονται άλλες τιμές και δεν πετάνε το λάδι τους με ό,τι τιμή τους δίνουν», καταλήγει.

Χύμα και βιολογικό, λόγω ανάγκης

Η οικονομική κρίση δεν επιτρέπει σχέδια και οδηγεί στο μονόδρομο του… τενεκέ

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο
Ο βιολογικός ελαιώνας του Παναγιώτη Γυμνάκου

Ο Παναγιώτης Γυμνάκος είναι παραγωγός βιολογικού ελαιολάδου, με καταγωγή από τη Λέσβο και μεγαλωμένος στην Αθήνα. Έγινε αγρότης από επιλογή, καθώς είναι πτυχιούχος γυμναστής και μπορούσε εύκολα να επιλέξει έναν διαφορετικό, και ίσως ευκολότερο δρόμο. Οι ελιές ήταν κάτι με το οποίο πάντα ασχολούταν, αλλά μετά την επιστροφή του στο νησί, επέλεξε να καταπιαστεί και επαγγελματικά. Ξεκίνησε, με αρωγό σε όλη του την προσπάθεια τον δίδυμο αδελφό του, καλλιεργώντας σιγά-σιγά ελιές και προσπαθούσε κάθε χρόνο να αυξάνει συστηματικά τις καλλιέργειές του, με αποτέλεσμα σήμερα να έχει κατορθώσει να παράγει πάνω από 20 τόνους βιολογικό ελαιόλαδο.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «το ελαιόλαδο είναι ένα προϊόν στο οποίο πίστεψα από την πρώτη στιγμή, καθώς είναι ένας πολύ καλός καρπός. Μπορείς να τον συλλέξεις ακόμη κι αν η ελιά πέσει κάτω. Το λάδι που θα φτιάξεις ενδεχομένως θα είναι υποδεέστερης ποιότητας, αλλά δεν θα χαθεί ο καρπός. Επιπλέον, η ελιά είναι ένα προϊόν που θα αυξηθεί η τιμή του, σύμφωνα με εκτιμήσεις που γίνονται κατά καιρούς από διάφορους ερευνητές, καθώς είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την μακροζωία και με την παροχή ανώτερης διατροφικής αξίας». Όταν επί τάπητος τέθηκε το σημαντικό θέμα της τυποποίησης και προώθησης του ελαιολάδου, ο κ. Γυμνάκος εξήγησε στην «ΥΧ» ότι η τυποποίηση απαιτεί πίστωση, κάτι που ελάχιστοι μπορούν να αντέξουν οικονομικά. Τις περισσότερες φορές, οι μικροί παραγωγοί υποκύπτουν στις χαμηλές προσφορές που τους γίνονται, καθώς δεν έχουν εναλλακτική. «Το μυτιληνιό ελαιόλαδο τραβάει τα βλέμματα, λόγω των χαρακτηριστικών που διαθέτει, και για αυτό δεν λείπουν οι προσφορές και οι προτάσεις. Οι προτάσεις, όμως, αυτές, δεν είναι αξιόλογες στην πλειοψηφία τους, με αποτέλεσμα να τις απορρίπτω και να προωθώ χύμα το λάδι μου».

Ωστόσο, δεν το βάζει κάτω, καθώς διαρκώς προσπαθεί να αναζητά τις προοπτικές εξέλιξης, αλλά και να βελτιώνει τις πρακτικές και τις μεθόδους που χρησιμοποιεί. «Είμαι σε μία διαρκή αναζήτηση, με σκοπό τη βελτίωση της δουλειάς μου και προσπαθώ να μην εφησυχάζομαι».

Στέρεψε το νέο αίμα στην παραγωγή

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο
Παναγιώτης Γυμνάκος, παραγωγός

Ένα άλλο πρόβλημα που αναδύθηκε μέσα από το οδοιπορικό μας στην όμορφη Λέσβο, είναι αυτό των νέων αγροτών, ή μάλλον, της έλλειψής τους. Η «ΥΧ» επισκέφθηκε πολλούς παραγωγούς και πάνω από 5 συνεταιρισμούς κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ, και όλοι είχαν να πουν το ίδιο πράγμα, ότι οι νέοι αγρότες που εισέρχονται πραγματικά στην ελαιοκαλλιέργεια είναι ελάχιστοι. Οι περισσότεροι, όπως τόνισε και ο κ. Γυμνάκος, αποσκοπούν στο να αποσπάσουν τις επιδοτήσεις και πουθενά αλλού. «Θα ήταν καλό, πέρα από έναν πιο αυστηρό έλεγχο σε τέτοια ζητήματα, να γίνονται έρευνες που θα συμβάλλουν στην εξέλιξη και την προώθηση του προϊόντος που παράγεται», κατέληξε.

Αγροτικος Συνεταιρισμος Μεσαγρού 

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο
Αγροτικός Συνεταιρισμός Μεσαγρού, Γέρα, Λέσβος

Η τυποποίηση απαιτεί ρευστότητα για να καλύπτεται ο παραγωγός

Στην περιοχή της Γέρας, εκτός από τους απέραντους ελαιώνες, υπάρχει και το εξής «παράδοξο», να υπάρχουν πέντε συνεταιριστικά σχήματα και δύο ιδιωτικά ελαιοτριβεία, κυριολεκτικά το ένα δίπλα στο άλλο

Το συνεταιριστικό κομμάτι του νησιού είναι που μας εξέπληξε. Στην περιοχή της Γέρας, εκτός από τους απέραντους ελαιώνες, συναντούμε και το εξής «παράδοξο», να υπάρχουν πέντε συνεταιριστικά σχήματα και δύο ιδιωτικά ελαιοτριβεία, κυριολεκτικά το ένα δίπλα στο άλλο. Μπορεί στην αρχή να παραξενευτήκαμε με την ύπαρξη τόσων πολλών συνεταιρισμών στην περιοχή, όμως οι απορίες μας λύθηκαν όταν είδαμε τους αριθμούς: Η Γέρα παράγει το 48% του λεσβιακού λαδιού, σχεδόν τη μισή παραγωγή της Λέσβου, δηλαδή. 

Μέσα από τις σύντομες συζητήσεις που είχαμε, φάνηκε η εξαιρετική δυναμική του τόπου, η οποία όμως, μένει προς το παρόν… κοιμισμένη. Και, όπως μας εξηγεί ο Παναγιώτης Αποστόλου, γραμματέας του Αγροτικού Συνεταιρισμού Μεσαγρού, για πολλούς είναι καλύτερα να μην ξυπνήσει.

«Σκεφτείτε κάτι: Εάν κάνεις συμβόλαιο στο εξωτερικό, έχεις δεν έχεις παραγωγή, το λάδι που συμφώνησες πρέπει να το βρεις. Μπερδεύει πολύ το πράγμα. Τώρα θα μου πείτε γιατί εδώ, που είμαστε 5 συνεταιρισμοί, δεν κάνουμε κάτι συλλογικό. Γιατί μέχρι πολύ πρόσφατα ήμασταν υπό την σκεπή της Ένωσης, και τώρα φτάσαμε εδώ που φτάσαμε και προσπαθούμε να ξαναπατήσουμε αρχικά στα πόδια μας», μας λέει χαρακτηριστικά.

«Έχουμε 700 παραγωγούς, όμως φέτος η σοδειά δεν ήταν καλή, είχαμε μόλις χίλια μόδια ελαιοκάρπου (640 τόνους). Επειδή οι ελιές βγάζουν σοδειά χρόνο παρά χρόνο, του χρόνου περιμένουμε μεγάλη αύξηση. Παλιά, μαζεύαμε μέχρι τον Ιούνιο, μια άλλη χρονιά Δεκέμβρη τελειώναμε. Τη μια χρονιά 800 παραγωγοί στο ελαιοτριβείο, την άλλη 80. Παρόλα αυτά, τώρα έχουν ισορροπήσει λίγο τα πράγματα», τονίζει.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη ΛέσβοΟ Συνεταιρισμός αντιμετωπίζει και αυτός το πρόβλημα της έλλειψης νέων. Αν και υπάρχει αυξημένη προσέλευση τα τελευταία χρόνια, εν τούτοις «ακόμα τα παιδιά δεν έχουν τη νοοτροπία του νέου αγρότη, να μπουν δυναμικά και να καλλιεργήσουν. Οι περισσότεροι παίρνουν την επιδότηση και ως εκεί».

Ο ΑΣ Μεσαγρού πουλάει χύμα λάδι σε εμπόρους, που μετέπειτα το εξάγουν, κυρίως στην Ιταλία. Από οξύτητα βγάζουν από 0,3 μέχρι βιομηχανικά λάδια. Μέχρι πριν 6 χρόνια, το σύνολο της παραγωγής του Συνεταιρισμού, πήγαινε στην Ένωση. Αυτό, όμως, έχει αλλάξει.

«Παλιά, η Ένωση τυποποιούσε 5.000 τόνους λάδι τον χρόνο», μας λέει ο κ. Αποστόλου. «Από τότε που άρχισε να φθίνει η Ένωση, μαζί της υποβαθμίστηκε και το σκηνικό. Συνεργασία δεν έχουμε εδώ και 6 χρόνια. Άλλαξε η πολιτική τους, άρχισαν να μαλώνουν με τα ελαιοτριβεία, άρχισαν να μην πληρώνουν, και γενικότερα από εκεί που είχαμε μια άψογη συνεργασία και δίναμε το 100% της παραγωγής μας, μέσα σε 2 χρόνια διαλύθηκαν όλα, άλλαξαν πρόσωπα, άλλαξαν καταστάσεις. Περιμένουμε από μέρα σε μέρα να κλείσει. Άμα, όμως, σκάσει η βόμβα αυτή της Ένωσης, θα σκάσει και στα χέρια μας», τονίζει.

Ο ΑΣ Σκοπέλου έχει περίπου 500 παραγωγούς σήμερα και, παρά τις μεγάλες σοδειές που έχει κατά καιρούς διαχειριστεί (7.500 μόδια το 2005, δηλαδή 4.800 τόνους ελαιοκάρπου), δεν έχει καταφέρει να μπει στην μεταποιητική διαδικασία. 

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο
Αγροτικός Συνεταιρισμός Σκοπέλου, Γέρα, Λέσβος

«Το θεωρώ ρίσκο, κι ας μου έχει γίνει πολλές φορές πρόταση. Ο παραγωγός όταν έρθει εδώ θέλει να πουλήσει 100 κιλά λάδι και να πάρει τα λεφτά του», μας λέει ο κ. Ροδίτης. «Εγώ, όταν κάνω τυποποίηση και το στείλω τυποποιημένο έξω, μπορεί να περιμένω και 6 μήνες για να πάρω τα λεφτά. Αυτή τη στιγμή όμως, ο Συνεταιρισμός δεν έχει τα απαραίτητα κεφάλαια για να μπορέσει να στηρίξει τους παραγωγούς 5 και 6 μήνες, μέχρι να αρχίσει να συλλέγει τα κέρδη από την τυποποίηση. Τα κεφάλαιά μας είναι οι συνεταιριστικές μερίδες και ένα κεφάλαιο που κρατιέται από τα έσοδα, τα οποία όμως δεν επαρκούν», τονίζει.

Μονόδρομος η έκθλιψη δύο φάσεων

Όπως όλοι οι συνεταιρισμοί τους οποίους επισκεφθήκαμε, έτσι και ο ΑΣ Μεσαγρού αντιμετωπίζει το σημαντικό ζήτημα της επεξεργασίας των λυμάτων από την έκθλιψη της ελιάς. Και επίσης όλοι οι συνεταιρισμοί, σε αντίθεση με τους περιβαλλοντολόγους, υποστηρίζουν πως τα λύματα δεν είναι βλαβερά για τον άνθρωπο, ούτε τη φύση. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι προετοιμάζονται να αλλάξουν τον τρόπο έκθλιψης, έτσι ώστε ο πυρήνας της ελιάς να μην καταστρέφεται, να συλλέγεται και να μεταφέρεται σε πυρηνουργεία για να περάσει από ειδική επεξεργασία.

«Το βασικό μας πρόβλημα είναι ένα, οι άδειες. Δεν μπορούμε να βρούμε τρόπο να επεξεργαστούμε τα λύματα, και κάθε χρόνο δημιουργείται θέμα. Μέχρι τώρα, παίρναμε παρατάσεις από την Περιφέρεια, από φέτος δεν ξέρω τι θα γίνει. Έχουμε κινήσει τις διαδικασίες για να γυρίσουμε σε διφασική λειτουργία, να πηγαίνουν τα απόβλητα σε ένα πυρηνουργείο που υπάρχει εδώ και να τα επεξεργάζονται εκεί. Τώρα, δουλεύουμε στις 3 φάσεις έκθλιψης και τα υγρά απόβλητα φεύγουν στο ποτάμι. Εδώ, η περιοχή, έχει 6-7 ελαιοτριβεία, οπότε καταλαβαίνετε ότι την εποχή που δουλεύουν όλα, κάτω στον κόλπο βγαίνει μια μαυρίλα. Δεν είναι κάτι το σημαντικό, ούτε έχει υπάρξει ποτέ κάποιος που έπαθε κάτι από αυτό. Μόνο τα ψάρια μεγαλώνουν και οι ψαράδες τρίβουν τα χέρια τους! Δέκα χιλιάδες άνθρωποι κολυμπάνε σε αυτόν τον κόλπο, ποτέ δεν έγινε κάτι», μας λέει γελώντας ο κ. Αποστόλου.

Την ίδια άποψη για το θέμα των λυμάτων έχει και ο Κώστας Ροδίτης, αποθηκάριος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Σκοπέλου: «Για τους ελαιοπαραγωγούς τα απόβλητα της διαδικασίας δεν αποτελούν τόσο περιβαλλοντικό πρόβλημα, όσο αισθητικό. Επειδή στην επεξεργασία της ελιάς δεν εμπλέκονται χημικά, ουσιαστικά στον κόλπο, μόνο το χρώμα του νερού είναι που ανησυχεί κάποιους για μόλυνση».

«Σε φουλ σεζόν, ναι, ο κόλπος στις εκβολές του ποταμού έχει ένα ελαφρώς καφέ χρώμα, σίγουρα. Οπτικό θέμα υπάρχει, είναι και αντιαισθητικό», παραδέχεται ο κ. Ροδίτης.

ΕΑΣ Λέσβου

 «Όταν σου λείπει το κεφάλαιο κίνησης αναγκάζεσαι και κάνεις αλλαγές για να μπορέσεις να δουλέψεις»

Η «ΥΧ», έχοντας καταγράψει τις απόψεις και τα παράπονα των αγροτών, στράφηκε για απαντήσεις στην Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λέσβου. Η ΕΑΣ Λέσβου ιδρύθηκε το 1929 και έχει έδρα της τη Μυτιλήνη. Σήμερα, μετρά 62 πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς και περίπου 12.500 συνεταιρισμένους παραγωγούς. Για πολλούς, η Ένωση είναι η πέτρα του σκανδάλου. Παρά ταύτα όμως, έχει καταφέρει να είναι μία από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές επιχειρήσεις (6η δύναμη στη χώρα και η 2η σε εξαγωγικό επίπεδο). Τις απαντήσεις αναζητήσαμε στα κεντρικά γραφεία της, στη Σκάλα Παμφίλων, όπου συνομιλήσαμε με τον διευθυντή, Στρατή Χατζηδημητρίου.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο
Τα ελαιόλαδα που τυποποιεί η ΕΑΣ Λέσβου

Στο φλέγον ζήτημα της σχέσης της Ένωσης με τους Συνεταιρισμούς, το έδαφος είναι σαθρό. Από τη μια οι Συνεταιρισμοί χρειάζονται άμεσα χρήματα, από την άλλη η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει στον κατακερματισμό του κεφαλαίου κίνησης της Ένωσης. Σύμφωνα με τον κ. Χατζηδημητρίου, «έχουμε ένα δυνατό δίκτυο, αρκεί να υπάρχει πρώτη ύλη. Ωστόσο είναι δύσκολο να πάρουμε την πρώτη ύλη όταν δεν υπάρχει χρηματοδότηση. Αυτή τη στιγμή, το κόστος είναι τεράστιο και δεν μπορούν ούτε οι τράπεζες να χρηματοδοτήσουν. Το κόστος τώρα πρέπει να καλυφθεί από τους παραγωγούς», και συνέχισε: «Στην προσπάθειά μας να μη διακινείται χύμα το λάδι δημιουργήθηκε και η ΑΕ. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια γίνεται προσπάθεια εξυγίανσης της Ένωσης, με σκοπό να εξαλειφθούν οι παλιές νοοτροπίες, οι παλιές σχέσεις και όλα λειτουργούν πλέον στη λογική του ό,τι αγοράζεται πρέπει να εξοφλείται άμεσα».

«Εμείς βρισκόμαστε σε μία γενική αναδιοργάνωση, δηλαδή με την πώληση της ΑΤΕ στην Πειραιώς και την κρίση που ανέκυψε στη χώρα, εμείς βρεθήκαμε ξεκρέμαστοι από πλευράς κεφαλαίου κίνησης, ουσιαστικά όλη η δουλειά που κάναμε ήταν με χρηματοδότηση λαδιού που παίρναμε από την αγροτική. Όταν λοιπόν σου λείπει το κεφάλαιο κίνησης αναγκάζεσαι και κάνεις αλλαγές για να μπορέσεις να βρεις πρώτη ύλη και να δουλέψεις».

Εξαγωγές
Παράλληλα, όπως μας ενημέρωσε ο κ. Χατζηδημητρίου, η Ένωση εξάγει μεγάλο μέρος της παραγωγής σε 9 χώρες. «Σήμερα εξάγουμε σε Βέλγιο, Βουλγαρία, Γερμανία, Ινδία, Κίνα, Ιαπωνία, Ελβετία, Ν. Αφρική, ενώ το περισσότερο από το λάδι μας φεύγει χύμα στην Ιταλία. Το 2015 πρέπει να πουλήσαμε 400 τόνους τυποποιημένο ελαιόλαδο, το οποίο αντιστοιχεί σε 1.200.000 ευρώ τζίρο. Ωστόσο, η παραγωγή του λαδιού στη Μυτιλήνη έχει πέσει δραματικά. Στοιχεία από το υπουργείο Γεωργίας και από τη διεύθυνση Γεωργίας δείχνουν ότι, τα τελευταία 10 χρόνια, η μέση ετήσια παραγωγή στο νησί φτάνει τους 8.500 τόνους, σε έναν ελαιώνα που παλιότερα έφτανε να παράγει 35.000-40.000 τόνους. Η μείωση που παρατηρούμε σήμερα στην παραγωγή λαδιού σε σχέση με την παραγωγική ικανότητα του ελαιώνα έχει πέσει περίπου στο 30%-40%. Πλέον για εμάς μία πολύ καλή χρονιά είναι να φτάσουμε τους 17.000 τόνους. Οι λόγοι πτώσης της παραγωγής ποικίλουν, μερικοί από αυτούς είναι η εγκατάλειψη του ελαιώνα και η γήρανση του πληθυσμού», τονίζει ο κ. Χατζηδημητρίου.

Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο
Στο τυποποιητήριο της ΕΑΣ Λέσβου

Έξτρα παρθένο
Το λάδι της Ένωσης, ανάλογα με την οξύτητά του, κυκλοφορεί στην αγορά σαν έξτρα παρθένο, παρθένο, ελαιόλαδο ενώ προμηθεύουν την αγορά και με πυρηνέλαιο. Επιπλέον, το λάδι διακινείται με περισσότερες από μία εμπορικές ονομασίες στην Ελλάδα, ενδεικτικά: Θεόφιλος, Μυτιληνιό και Lesvos Gold. Εκ των οποίων σύμφωνα με τον διευθυντή της Ένωσης κάθε ένα έχει το κοινό του αλλά τα πιο δημοφιλή είναι το Μυτιληνιό και το Θεόφιλος. Τα δεύτερα λάδια που επεξεργάζονται πηγαίνουν σε υποπροϊόντα, όπως λαδοτύρι και σαπούνι.

«Το Μυτιληνιό το λάδι έχει κάποιες διαφορές από τα υπόλοιπα λάδια, είναι πιο αραιό καμία σχέση με τα λάδια της Πελοποννήσου ή της Κρήτης. Αυτό έχει να κάνει με τις κλιματικές, τις εδαφολογικές συνθήκες αλλά και με την ποικιλία της ελιάς. Είναι πιο αραιόρευστο. Οι ελιές είναι η κολοβή και η αδραμιτινή», μας λέει. «Το 70% του λεσβιακού ελαιώνα είναι κολοβές και το υπόλοιπο είναι αδραμιτινές (στο περίπου). Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει και κάποιες αλλαγές, έχουν μπει και κάποιες κορωνέικες αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό», καταλήγει.

Αποστολή: Γιάννης Καρτερός, Χριστίνα Καραβοκύρη

Διαβάστε ακόμη: Η «Ύπαιθρος Χώρα» στη Λέσβο (μέρος β’)