Με ανοδική πορεία συνεχίζονται οι εξαγωγές νωπών φρούτων

Με ανοδική πορεία συνεχίζονται οι εξαγωγές νωπών φρούτων

Οι εξαγωγές των νωπών φρούτων και λαχανικών, κατά το οκτάμηνο 2016 αυξήθηκαν κατά 31,1% κατ’ όγκο, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2015, φθάνοντας τους 1.194.180 τόνους, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σε επεξεργασία από τον Σύνδεσμο Ελληνικών Επιχειρήσεων Εξαγωγής, Διακίνησης Φρούτων Λαχανικών και Χυμών INCOFRUIT-HELLAS. Επιπλέον η αξία αυξήθηκε κατά 16,9%, στα 680,9 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας όμως μειωμένους αυξητικούς ρυθμούς έναντι των πρώτων έξι μηνών του έτους. Τα παραπάνω, 

Στο οκτάμηνο, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του Συνδέσμου, οι εξαγωγές των φρούτων αυξήθηκαν σε όγκο κατά 31,9%, και σε αξία κατά 17,4% και ανήλθαν σε 1.031.344 τόνους και 561,63 εκατομμύρια ευρώ.

Οι εξαγωγές των λαχανικών αυξήθηκαν κατά 26,1% στον όγκο, σε σχέση με τους ίδιους μήνες του 2015, συνολικού ύψους 162.837 τόνων και η αξία, με αύξηση 14,5%, ανήλθε σε 119,345 εκατομμύρια ευρώ.

Στον τομέα των φρούτων πρωτοστατούν σε τονάζ τα μανταρίνια με 103,3%, τα πορτοκάλια με 82,7% , τα πυρηνόκαρπα με 23,4% (ροδάκινα 23,5%, νεκταρίνια 9,7%, βερίκοκα 61,4%, κεράσια -41,5% δαμάσκηνα 460%) και οι φράουλες με 12,6% περισσότερο από ό,τι το αντίστοιχο οκτάμηνο του 2015, τα μήλα με 20,6%. Η αύξηση των λεμονιών οφείλεται σε αυξημένη ζήτηση λόγω έλλειψης τροφοδότησης από ομοιοπαραγωγές χώρες (ζημιές στην παραγωγή).

Στα λαχανικά αντίστοιχα, πρωταγωνιστούν τα είδη: αγγούρια με 32,1% και ντομάτα με 20,2% κατ’ όγκο.

Η Ελλάδα, παρά την στασιμότητα στον όγκο της παραγωγής φρούτων και λαχανικών, με αυξομειώσεις μόνο μεταξύ των παραγομένων προϊόντων (περίπου 7,5 – 8 εκατ. τόνους) έχει αυξήσει τις εξαγωγές τους κατά την τελευταία δεκαετία (από 1.027.568 τόνους και 718,847 εκατ. ευρώ το 2007 σε 1.361.223 τόνους και 936,800 εκατ. ευρώ το 2015 και με τάση για το 2016 σε περίπου 1.600.000 τόνους και 1,2 εκατ. ευρώ).

Ο Σύνδεσμος αναφέρει ακόμη, ότι η εγχώρια αγορά φρούτων και λαχανικών στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρή. Επιπλέον, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων καταναλωτών έχει πληγεί σοβαρά από την οικονομική κρίση, που τώρα είναι στο έκτο έτος της. Έτσι, η ανάπτυξη του ελληνικού εμπορίου νωπών φρούτων και λαχανικών έχει σε μεγάλο βαθμό επικεντρωθεί στις εξαγωγές. Αρχικά, οι εξαγωγές μας επεκτάθηκαν στην ενδοχώρα των Βαλκανίων, ως προμηθευτής χαμηλού κόστους. Όμως η ύφεση που παρατηρήθηκε ακόμη και στις πιο εύπορες χώρες της δυτικής Ευρώπης, έχει οδηγήσει πολλούς καταναλωτές να επιλέξουν την χαμηλότερη τιμή των προϊόντων. Ωστόσο, μερικές από τις πιο υγιείς ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, που διαθέτουν βελτιωμένη τεχνολογία και έχουν «κτίσει» ισχυρό brand name, τα χρησιμοποιούν για να κερδίσουν πρόσθετη αξία για τα προϊόντα τους.

Ακόμη σημειώνεται, ότι οι Έλληνες εξαγωγείς δεν έχουν αποθαρρυνθεί από την απώλεια της Ρωσίας, που ήταν η μεγαλύτερη αγορά για ορισμένα εκ των προϊόντων της χώρας μας, αλλά έχουν αυξήσει τις πωλήσεις, τόσο προς άλλες χώρες της ΕΕ, όσο και σε τρίτες χώρες. Οι διακινήσεις-εξαγωγές από άλλες προμηθεύτριες χώρες πίεσαν τις τιμές στις καταναλωτικές αγορές κατά την τρέχουσα περίοδο 2015-16. Αυτή η καθίζηση των τιμών, με τη σειρά της, κατά το Σύνδεσμο, θα πρέπει να προβληματίσει για την ακολουθούμενη εμπορική πολιτική και να οδηγήσει σε περαιτέρω επέκταση των εξαγωγών μας και προς άλλες αγορές (πχ χώρες ΝΑ Ασίας, με επιτάχυνση της σύναψης διμερών φυτο-υγειονομικών πρωτοκόλλων).

Παράλληλα, υπήρξε μείωση των εισαγωγών – 7,3%, το αντίστοιχο οκτάμηνο στην χώρα μας, των λαχανικών κατά -13,2% σε όγκο και κατά -3,5% σε αξία και στα φρούτα κατά + 0,6% κατ’ όγκο και αύξηση κατά +3,4 σε αξία, με επίκεντρο κυρίως, τροπικά φρούτα (ανανάδες, μπανάνες, χουρμάδες), αλλά και μήλα και αχλάδια.

«Πιστεύουμε ότι θα συνεχισθούν με τους ίδιους αυξητικούς ρυθμούς οι εξαγωγές των νωπών οπωροκηπευτικών και, με τις ενδείξεις της παραγωγής να είναι ευοίωνες στα χειμερινά φρούτα (εσπεριδοειδή, ακτινίδια, μήλα κ.α), εκτιμούμε ότι με το κλείσιμο του έτους, οι εξαγωγές μας θα υπερβούν τους 1.600 χιλιάδες τόνους και σε αξία τα 1,2 εκατ. ευρώ. Αλλά χρειάζεται επανεξέταση η εφαρμοζόμενη πολιτική της ΕΕ για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, που πρέπει να επιστρέψει στις αρχικές της δομές και αξίες που πρόκριναν την κοινοτική προτίμηση στα προϊόντα των χωρών-μελών. Εάν αυτό επιτευχθεί, θέτοντας ίδιες προοπτικές και απαιτήσεις από πλευράς καλλιέργειας και κατανάλωσης σε κάθε χώρα-μέλος, η κοινότητα θα απορροφά με πιο ικανοποιητικούς ρυθμούς την ίδια της την παραγωγή και σε υψηλότερες τιμές» δήλωσε ο ειδικός σύμβουλος του Συνδέσμου INCOFRUIT – HELLAS, Γεώργιος Πολυχρονάκης.