Μηχανισμός από την Κομισιόν για την παραγωγή στα σιτηρέσια ζωοτροφών

Ένα νέο εργαλείο για την ορθή αξιολόγηση της προσφοράς και της ζήτησης των πρωτεϊνών, που χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ, κατάφερε να δημιουργήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για τη χάραξη πολιτικών που θα μπορούσαν να συμβάλουν σημαντικά στη μείωση των εισαγωγών.

Μηχανισμός από την Κομισιόν για την παραγωγή στα σιτηρέσια ζωοτροφών

Είναι η πρώτη φορά που η Κομισιόν έχει στα χέρια της έναν ολοκληρωμένο ισολογισμό των πρωτεϊνών αυτών και, άρα, μια ολοκληρωμένη εικόνα για τη συνολική παραγωγή, την κατανάλωση, αλλά και το εμπορικό ισοζύγιο της Ένωσης, όσον αφορά τις πηγές πρωτεϊνών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή ζωοτροφών.

Ο ισολογισμός αυτός, που δημοσιεύτηκε τις προηγούμενες ημέρες, αφορά τις πρωτεϊνούχες καλλιέργειες που χρησιμοποιούνται για ζωοτροφές στην ΕΕ την περίοδο 2015/2016. Όλοι οι αρμόδιοι φορείς και οργανώσεις, και δη η COCERAL, οι Copa και Cogeca, η FEDIOL και η FEFAC επικροτούν την προσπάθεια της Κομισιόν, καθώς, όπως επισημαίνουν, αποτελεί ένα ανεξάρτητο εργαλείο, το οποίο μπορεί να παρακολουθεί τη ζήτηση και τη διαθεσιμότητα των πρωτεϊνούχων φυτών στην ΕΕ και, κατά συνέπεια, αφενός να βοηθήσει τους φορείς εκμετάλλευσης και αφετέρου να δημιουργήσει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις για την εξασφάλιση περισσότερης διαφάνειας στην αγορά.

Ειδικότερα, ο ισολογισμός που δημοσιεύτηκε παρουσιάζει τις συνολικές ανάγκες σε πρωτεΐνες στην ΕΕ, την παραγωγή δημητριακών (μαλακό και σκληρό σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, βρόμη, σίκαλη κ.ά.), ελαιούχων σπόρων και ψυχανθών. Περιλαμβάνει, δηλαδή, υλικά πλούσια σε πρωτεΐνη (όπως αλεύρι σόγιας, κραμβέλαιο κ.ά.), αλλά και πηγές με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον ισολογισμό, προκύπτει η έντονη ανάγκη εισαγωγής πηγών πλούσιων σε πρωτεΐνες (όπως σόγια) για την τελική επεξεργασία τους, δηλαδή τη σύνθλιψή τους στα εδάφη της ΕΕ.

Θετική ανταπόκριση

Σύμφωνα με τις Copa – Cogeca και τους άλλους ευρωπαϊκούς φορείς και οργανώσεις, όπως οι COCERAL, FEDIOL και FEFAC, το εργαλείο αυτό μπορεί να δώσει το έναυσμα για πιο ουσιαστικές συζητήσεις, αλλά και ορθότερες εκτιμήσεις σχετικά με πιθανές αλλαγές στον τομέα της ευρωπαϊκής γεωργίας, αλλά και στην ΚΑΠ. Άλλωστε, μια τέτοια στρατηγική, όπως επισημαίνουν, σχετικά με την προσφορά και τη ζήτηση των πηγών πρωτεϊνών είναι ζωτικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη του τομέα ζωοτροφών, αλλά και της ευρωπαϊκής κτηνοτροφίας στο σύνολό της.

Οι ανάγκες σε πρωτεϊνούχα

Σύμφωνα με τα στοιχεία, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να εισάγει σόγια και σπόρους σόγιας (που συνθλίβονται στην ΕΕ). Οι εισαγωγές αντιπροσωπεύουν περίπου το 95% της ακατέργαστης πρωτεΐνης που προέρχεται από αυτές τις πηγές. Η εγχώρια παραγωγή στην ΕΕ αντιπροσωπεύει μόνο το 38% της ακατέργαστης πρωτεΐνης που προέρχεται από όλα τα παραπροϊόντα, μια κατηγορία που περιλαμβάνει άλλα είδη ελαιούχων σπόρων μαζί με τη μελάσα, τη γλουτένη καλαμποκιού κ.ά.

Ωστόσο, η ΕΕ ικανοποιεί τις περισσότερες ανάγκες της, όταν πρόκειται για σιτηρά και ψυχανθή, με ποσοστά αυτάρκειας που κυμαίνονται από 90% έως 100%. Τόσο η Κομισιόν όσο και οι βιομηχανίες υπογραμμίζουν πως υπάρχει περιορισμένη δυνατότητα εναλλαγής μεταξύ των πρωτεϊνών. Για παράδειγμα, η πρωτεΐνη από τα δημητριακά δεν μπορεί εύκολα να αντικαταστήσει τις πρωτεΐνες από σόγια, επειδή οι τελευταίες χρησιμοποιούνται πιο αποτελεσματικά σε σχέση με άλλες φυτικές στη διατροφή των ζώων.

gaia-sense