Ο θεσμός των λαϊκών αγορών αντιμέτωπος με τις αδυναμίες του

Πως από τον Ελευθέριο Βενιζέλο μέχρι σήμερα, κατάφεραν να απολέσουν την δυναμική τους

Ο θεσμός των λαϊκών αγορών αντιμέτωπος με τις αδυναμίες του και τα διαχρονικά προβλήματά του

Κάτω από τις έντονες διαμαρτυρίες σχεδόν όλων των επαγγελματικών οργανώσεων που πίστευαν ότι θα ζημιώνονταν τα μέλη τους, ξεκινούσε στις 18 Μαΐου 1929 η λειτουργία του θεσμού των λαϊκών αγορών. Η πρώτη λαϊκή αγορά στήθηκε στην πλατεία Θησείου, ημέρα Σάββατο και η παρουσία του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, με το καλάθι στο χέρι να ψωνίζει προϊόντα, έδειχνε την απόφαση της κυβέρνησης να καθιερώσει το νέο μέτρο. Εξάλλου, η κερδοσκοπία των μεσαζόντων είχε καταντήσει μάστιγα και η οικονομική κρίση βρισκόταν προ των πυλών.

Ίσως ακόμη και οι οργανωτές του θεσμού να μη γνώριζαν τη δημοφιλία που θα απολάμβανε και τον τρόπο που θα επηρέαζε την καθημερινή ζωή των νεοελλήνων το καινούργιο αυτό εγχείρημα. Αλλά και την επιρροή που θα ασκούσε στην εικόνα και τη λειτουργία της πρωτεύουσας και άλλων μεγαλουπόλεων της χώρας» (του Ελ. Σκιαδά, από την ηλεκτρονική εφημερίδα «Ο Μικρός Ρωμιός»).

Οι λαϊκές αγορές καθιερώθηκαν με στόχο αφενός την απαγκίστρωση των παραγωγών από τους μεσάζοντες που λυμαίνονταν την παραγωγή τους για ένα κομμάτι ψωμί, αφετέρου για να φτάσουν τα προϊόντα σε καλύτερες τιμές στα λαϊκά στρώματα. Από τότε μέχρι σήμερα, πολύ νερό έχει κυλήσει στ’ αυλάκι. Πολύς λόγος γίνεται για το εάν τελικά ο στόχος επετεύχθη. Εάν οι λαϊκές αγορές καταφέρνουν να παίξουν τον ρόλο τους ως κυρίαρχο κανάλι διάθεσης του -πάνω από- 40% της φυτικής παραγωγής της χώρας στο οποίο αντιστοιχούν τα οπωροκηπευτικά.

Ασφαλώς, δε θα μπορούσε κανείς να αγνοήσει τις αντικειμενικές συνθήκες που δημιουργούν οι εξελίξεις γύρω από τη λειτουργία της αγοράς συνολικά, με ισχυρούς παίκτες, όπως είναι τα σούπερ μάρκετ, να διεκδικούν ένα μεγάλο κομμάτι της «πίτας» και στα οπωροκηπευτικά, τα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των κρίκων της αλυσίδας της διακίνησης, ακόμα και μέσα στις ίδιες τις λαϊκές.

Χαρακτηριστικό είναι πως οι τιμές είναι συχνά στα ίδια επίπεδα ή ακόμα και υψηλότερες από εκείνες των σούπερ μάρκετ

Ωστόσο, παραμένουν και γίνονται όλο και πιο επιτακτικά, κυρίως κάτω από το βάρος των οικονομικών εξελίξεων των τελευταίων χρόνων, ερωτήματα όπως: γιατί οι λαϊκές έχουν απωλέσει ένα σημαντικό μερίδιο αγοράς, με αποτέλεσμα μέσα σε 15 χρόνια από 70% να έχει συρρικνωθεί σε λιγότερο από το μισό; Γιατί οι τιμές είναι συχνά στα ίδια επίπεδα ή ακόμα και υψηλότερες από εκείνες των σούπερ μάρκετ; Γιατί συναντώνται ίδιες τιμές σε προϊόντα παραγωγών και εμπόρων; Και ακόμα, πώς θα αντιμετωπιστεί η γάγγραινα των λαϊκών αγορών, οι ψευτοπαραγωγοί; Με τι προϋποθέσεις δίνονται και ελέγχονται οι άδειες; Επιπλέον, πώς θα στηριχτεί ο θεσμός, προσαρμοζόμενος σε νέα δεδομένα και ανάγκες που δημιουργούν οι καιροί, είτε λέγονται farmers markets είτε «αγορές καταναλωτών»;

Με γνώμονα το ενδιαφέρον για τον θεσμό ως κυρίαρχο για τη στήριξη όχι μόνο των ανθρώπων που βιοπορίζονται δουλεύοντας εκεί, αλλά και των εκατοντάδων χιλιάδων παραγωγών που διαθέτουν μέσα απ’ αυτόν τα προϊόντα τους και τον ίδιο τον καταναλωτή, η «ΥΧ» εγκαινιάζει μια προσπάθεια προσέγγισης σε όλα αυτά τα ερωτήματα, επιδιώκοντας να θέσει με τρόπο αντικειμενικό και έγκυρο τις πλευρές όλων των παραπάνω και να αναδείξει απαντήσεις και προτάσεις.

Μελίνα Ζιάγκου