Πειραιώς: Οι πέντε προϋποθέσεις για την ανάκαμψη των επενδύσεων

Επιστροφή στα κέρδη στο πρώτο τρίμηνο για την Πειραιώς

Tις πέντε βασικές προϋποθέσεις για να επιτευχθεί μια αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων σε ποσοστό 10% που θα επιτρέψει τη σταδιακή έξοδο της χώρας από το σημερινό υφεσιακό καθεστώς επισημαίνει η Τράπεζα Πειραιώς.

Σε μελέτη που ετοίμασε η Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης και Επενδυτικής Στρατηγικής της τράπεζας τονίζει ότι για να υλοποιηθεί βραχυπρόθεσμα ο στόχος αυτός απαιτείται:

– Αύξηση της καθαρής ροής χρηματοδότησης κατά € 7,7 δισεκ.

– Αύξηση της υπερβάλλουσας ζήτησης (κατανάλωση & εξαγωγές) κατά € 8,1 δισεκ.

– Μείωση του πραγματικού επιτοκίου κατά 1,8%.                              

– Αύξηση του ΠΔΕ κατά € 2,0 δισεκ.

– Μείωση του δείκτη μεταβλητότητας του επιχειρηματικού κλίματος κατά 4,3 μονάδες.

Όπως επισημαίνεται στο κείμενο, σκοπός της μελέτης είναι να συνεισφέρει «στο δημόσιο διάλογο γύρω από το σχεδιασμό της επόμενης μέρας της που δεν μπορεί να είναι άλλος από την εδραίωση της αναπτυξιακής πορείας της χώρας» και στον προβληματισμό  «αναφορικά με τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας να οδηγηθεί σε μια έξοδο από το σημερινό υφεσιακό καθεστώς μέσω μιας ανάπτυξης βασισμένης στις παραγωγικές, δηλαδή στις μη-οικιστικές, επενδύσεις».

«Φιλοδοξία της μελέτης μας είναι να καλύψει ένα βασικό κενό που έχουμε εντοπίσει στον υπό εξέλιξη διάλογο και συγκεκριμένα ότι το βασικό επιχείρημα που προτείνεται υπέρ της ανάκαμψης των επενδύσεων δεν είναι άλλο παρά το γεγονός ότι – δεδομένης της σημαντικής υποχώρησης της επενδυτικής δραστηριότητας – με ένα αυτόματο και μηχανιστικό τρόπο είναι δυνατό να προκύψει μια επιστροφή στους προ-κρίσης ρυθμούς οικονομικής δραστηριότητας και επανασύγκλισης στα προ-κρίσης επίπεδα συμμετοχής των επενδύσεων στο ΑΕΠ», επισημαίνουν οι συγγραφείς της έκθεσης, Ηλίας Λεκκός, Ειρήνη Στάγγελ και Αναστασία Αγγελοπούλου.

Η μελέτη μας αναπτύσσεται σε δύο στάδια. Στο πρώτο επίπεδο επικεντρωνεται στις μη-οικιστικές επενδύσει όπου επιχειρείται να καταγραφούν οι παράγοντες που προσδιορίζουν το ύψος της επενδυτικής δραστηριότητας σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και να ποσοτικοποιηθεί η σχέση μεταξύ επενδύσεων και των παραγόντων αυτών.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι εάν επιδιώκουμε να πετύχουμε μια αύξηση των μη-οικιστικών επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα κατά 10% (δηλαδή κατά €1,2 δισεκ., κοντά στο μέσο όρο της περιόδου 1997-2008) απαιτείται:

– Αύξηση της καθαρής ροής χρηματοδότησης κατά € 7,7 δισεκ.

– Αύξηση της υπερβάλλουσας ζήτησης (κατανάλωση & εξαγωγές) κατά € 8,1 δισεκ.

– Μείωση του πραγματικού επιτοκίου κατά 1,8%.

– Αύξηση του ΠΔΕ κατά € 2,0 δισεκ.

– Μείωση του δείκτη μεταβλητότητας του επιχειρηματικού κλίματος κατά 4,3 μονάδες.

Το δεύτερο στάδιο της μελέτης λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς το πρώτο, καθώς εστιάζει στην εκτίμηση του ποσοστού συμμετοχής των επενδύσεων στο ΑΕΠ (I/Y) που θα πρέπει να επιτευχθεί σε βάθος χρόνου, έτσι ώστε το ποσοστό επενδύσεων να βρίσκεται σε ισορροπία και αρμονία με το μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης που μπορεί να επιτύχει η ελληνική οικονομία.

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι, εάν υποθέσουμε ότι ο μακροχρόνιος ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ ανέρχεται σε 2,2%, τότε:

-Το 2020 υπολογίζουμε ότι ο λόγος Ι/Υ θα ανέλθει σε 23,4% από 11,6% το 2015, αλλά χαμηλότερος του ιστορικά υψηλού ποσοστού του 24,6% το 2007.

– Την περίοδο 2016-2020 αναμένουμε επενδύσεις €201 δισεκ. ή €40 δισεκ. κατ’ έτος αυξημένες από €30 δισεκ. αντίστοιχα κατ’ έτος την περίοδο 2009-2015.

– Παρά την αύξηση των επενδύσεων τα επόμενα 5 χρόνια, αναμένουμε η διαδικασία αποεπένδυσης να συνεχιστεί, καθώς οι αποσβέσεις θα εξακολουθούν να υπερτερούν των νέων επενδύσεων οδηγώντας την αξία του συσσωρευμένου αποθέματος κεφαλαίου στα €760 δισεκ. το 2020.

– Κοιτώντας πιο μακριά τη δεκαετία 2021-2030, η καθαρή αύξηση κεφαλαίου κατά €185 δισεκ. θα είναι το αποτέλεσμα €528 δισεκ. (€53 δισεκ. κατ’ έτος) επενδύσεων, αλλά και €343 δισεκ. αποσβέσεων.

Η ανάλυση εξάγει, επίσης, μια σειρά πολύ σημαντικών συμπερασμάτων:

– Η περίοδος 2009-2015 υπήρξε μια περίοδος καθαρής αποεπένδυσης, δηλαδή μείωσης του αποθέματος παραγωγικού κεφαλαίου στην ελληνική οικονομία καθώς πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις αξίας €209 δισεκ. αλλά και αποσβέσεις αξίας €252 δισεκ. Κατά συνέπεια το απόθεμα κεφαλαίων το 2015 περιορίστηκε σε €815 δισεκ. σε σχέση με το ιστορικά υψηλό των €871 δισεκ. το 2010.

– Το 2020 υπολογίζουμε ότι ο λόγος Ι/Υ θα ανέλθει σε 23,4% από 11,6% το 2015, αλλά χαμηλότερος του ιστορικά υψηλού ποσοστού του 24,6% το 2007.

– Την περίοδο 2016-2020 αναμένουμε επενδύσεις €201 δισεκ. ή €40 δισεκ. κατ’ έτος αυξημένες από €30 δισεκ. αντίστοιχα κατ’ έτος την περίοδο 2009-2015.

– Παρά την αύξηση των επενδύσεων τα επόμενα 5 χρόνια, αναμένουμε η διαδικασία αποεπένδυσης να συνεχιστεί, καθώς οι αποσβέσεις θα εξακολουθούν να υπερτερούν των νέων επενδύσεων οδηγώντας την αξία του συσσωρευμένου αποθέματος κεφαλαίου στα €760 δισεκ. το 2020.

– Κοιτώντας πιο μακριά τη δεκαετία 2021-2030, η καθαρή αύξηση κεφαλαίου κατά €185 δισεκ. θα είναι το αποτέλεσμα €528 δισεκ. (€53 δισεκ. κατ’ έτος) επενδύσεων, αλλά και €343 δισεκ. αποσβέσεων.

Σύμφωνα με το οικονομετρικό μοντέλο της τράπεζας, η εξέλιξη των Μη Οικιστικών Ιδιωτικών Επενδύσεων εξαρτάται από:

  1. Την καθαρή ροή τραπεζικής χρηματοδότησης, δηλαδή τη μεταβολή στα υπόλοιπα χρηματοδότησης στην οποία αποτυπώνεται η σχέση αποπληρωμών και νέας χρηματοδότησης των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Η αρνητική καθαρή ροή χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας είναι αποτέλεσμα τόσο της ανάγκης απομόχλευσης του ιδιωτικού τομέα (περιορισμός ζήτησης) όσο και της περιορισμένης δυνατότητας χρηματοδότησης από την πλευρά του τραπεζικού συστήματος (περιορισμός της προσφοράς).
  2. Το επίπεδο υπερβάλλουσας ζήτησης, δηλαδή την απόκλιση της συνολικής ζήτησης για κατανάλωση (ιδιωτική & δημόσια) και εξαγωγές από τη μακροχρόνια τάση της.

iii. Το κόστος δανεισμού, όπως αυτό ορίζεται από το πραγματικό επιτόκιο χρηματοδότησης μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων και ελεύθερων επαγγελματιών, δηλαδή από το ονομαστικό επιτόκιο μείον τον πληθωρισμό. Παρά την ήπια υποχώρηση των ονομαστικών επιτοκίων, η εδραίωση αντιπληθωριστικών πιέσεων έχει οδηγήσει τα πραγματικά επιτόκια σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ο πληθωρισμός δύναται να αποτελεί προσδιοριστικό παράγοντα προσδιορισμού της επενδυτικής δραστηριότητας, καθώς αποτελεί ένδειξη της σχέσης ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, επηρεάζει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων, αλλά και συμβάλλει καίρια στον προσδιορισμό των πραγματικών επιτοκίων.

  1. Τις δαπάνες του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, το οποίο φαίνεται ότι τροφοδοτεί τη δραστηριότητα του ιδιωτικού τομέα.
  2. Το επίπεδο επιχειρηματικής αβεβαιότητας, όπως αυτό αντανακλάται στο δείκτη μεταβλητότητας του επιχειρηματικού κλίματος (Business Climate Stability Index), τον οποίο έχουν κατασκευάσει η τράπεζα.

Γιάννης Τσατσάκης