Σαντορίνη δεν είναι μόνο το ηλιοβασίλεμα

Το νησί των Κυκλάδων διαθέτει και μια μικρή γεωργική παραγωγή αλλά ελάχιστη οικιακή κτηνοτροφία

Σαντορίνη δεν είναι μόνο το ηλιοβασίλεμα

«Ποιος νοιάζεται για αγγούρια και ντομάτες, όταν υπάρχει η Καλντέρα και το ηλιοβασίλεμα στην Οία;» ήταν το μότο στη Σαντορίνη όσο οι αφίξεις τουριστών αυξάνονταν με γεωμετρικούς ρυθμούς. Κάπως έτσι τη δεκαετία του ’90 η αγροτική παραγωγή του νησιού σχεδόν εξαφανίστηκε. Όμως, η στροφή τουριστών και μη προς τα παραδοσιακά προϊόντα οδήγησε στην επανεμφάνιση της παραγωγικής διαδικασίας, αρχικά όσον αφορά το κρασί και σιγά σιγά και άλλα προϊόντα, όπως το ντοματάκι Σαντορίνης ή η φάβα. Μάλιστα, ακόμα και «κοινότοπα» κηπευτικά βρήκαν χώρο στα τμήματα του νησιού που γλύτωσαν το χτίσιμο.

Φυσικά, η οικονομική κρίση έπαιξε και εδώ τον ρόλο της. Όταν οι δουλειές έπεσαν στον οικοδομικό κλάδο, αλλά και ο τουρισμός σταμάτησε να αποδίδει εύκολα χρήματα, κάποιοι αποφάσισαν να ξαναφυτέψουν τα κτήματά τους. «Η κρίση έστρεψε και πάλι τους ανθρώπους στη γη, είτε για να αποκτήσουν ένα επιπλέον εισόδημα, είτε απλώς για να έχουν το δικό τους μποστάνι», λέει στην «ΥΧ» ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Συνεταιρισμών Θηραϊκών Προϊόντων Santo, Ματθαίος Δημόπουλος. Έτσι, υπολογίζεται ότι σήμερα καλλιεργείται το 35% της έκτασης του νησιού, ποσοστό αρκετά υψηλό σε σχέση με το 10% της εποχής προ του 2000.

Χαρακτηριστικό του νησιού αποτελούν οι μικρές αποδόσεις λόγω ανομβρίας, αλλά και η εξαιρετική γεύση των προϊόντων που καλλιεργούνται, η οποία οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ηφαιστειογενές έδαφος. Η καλλιέργεια, για την οποία η Σαντορίνη –εκτός των άλλων– είναι διάσημη είναι φυσικά τα αμπέλια για την παραγωγή κρασιού. Περίπου 11.000 στρέμματα καλλιεργούνται στο νησί με γηγενείς ποικιλίες, κυρίως Ασύρτικο, αλλά και Αθήρι και Αηδάνι από τις λευκές, ενώ το τελευταίο διάστημα ανεβαίνουν (στρεμματικά) και τα κόκκινα Μαντηλαριά και Μαυροτράγανο. Στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Santo του νησιού, που λειτουργεί από το 1947, είναι εγγεγραμμένοι περίπου 1.200 παραγωγοί, όμως αρκετοί από αυτούς δίνουν τα σταφύλια τους στα ιδιωτικά οινοποιεία του νησιού. Οι αμπελουργοί, στην πλειονότητά τους, είναι ετεροεπαγγελματίες που έχουν έως και δέκα στρέμματα ο καθένας.

Πασίγνωστη πλέον και Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης, η φάβα Σαντορίνης καλλιεργείται σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο σε 1.500-2.000 στρέμματα στο νησί. Το στρέμμα δίνει περίπου 50 κιλά μέση παραγωγή και ο συνεταιρισμός που συσκευάζει το προϊόν έδωσε πέρυσι στους παραγωγούς 6 ευρώ το κιλό. Εξαιρετική, πάντως, φάβα καλλιεργούν και συσκευάζουν και μεμονωμένοι ιδιώτες, όπως ο Γιάννης Νομικός στο Βόθωνα, ο οποίος έχει παράλληλα φιστικιές, αλλά και ελαιώνα.

Γενικότερα, πάντως, οι απαιτήσεις σε οπωρολαχανικά, ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες στο νησί, καλύπτονται κυρίως με «εισαγωγές» από την ενδοχώρα.

Και γλυκό και λιαστό

Έως το 1950 την οικονομία του νησιού στήριζε το ντοματάκι, εξ ου και τα εννέα εργοστάσια ντοματοποιίας, κάποια από τα οποία ακόμη υπάρχουν στο νησί, χωρίς να λειτουργούν – στον Μονόλιθο, στον Περίβολο, στη Βλυχάδα. Όμως, το ξερικό ντοματάκι της Σαντορίνης έχει χοντρή φλούδα σε σχέση με την κλασική ντομάτα, μέγεθος κερασιού και πολλά κουκούτσια. Έτσι, γρήγορα αντικαταστάθηκε από τις «μοντέρνες» ντομάτες που είτε καλλιεργούνται στο νησί, είτε έρχονται από την Αθήνα, έως ότου η μόδα ανακάλυψε και πάλι την παράδοση και έτσι το άνυδρο ντοματάκι άρχισε ξανά να καλλιεργείται στη Σαντορίνη συστηματικά. Ενώ το 2007 μόνο 200 στρέμματα καλλιεργούνταν με άνυδρο ντοματάκι, το 2015 η καλλιέργειά του εξαπλώθηκε σε 500-600 στρέμματα.

Το μικρό ντοματάκι, με τη γλυκιά γεύση και τα φοβερά αρώματα, ευδοκιμεί μόνο στη Σαντορίνη. Θεματοφύλακας της καλλιέργειας είναι ο Πέτρος Οικονόμου, γεωπόνος – γεωτέχνης, που από το 1987 κατοικεί μόνιμα στο νησί. Σήμερα πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια που όχι μόνο καλλιεργεί ντοματάκια και μάλιστα βιολογικά, αλλά τα συσκευάζει και τα πουλά με την επωνυμία το «Άνυδρο», είτε γλυκό, είτε λιαστό. Στο εμπόριο, ακόμα και στην Αθήνα, κυκλοφορεί κάπαρη Σαντορίνης και καπαρόφυλλα που, όμως, δεν καλλιεργούνται, αλλά συλλέγονται.

  • Τάνια Γεωργιοπούλου