Όλα τα βήματα για τη δημιουργία ενός οικογενειακού οινοποιείου

Από 69.000 ευρώ το κόστος εγκατάστασης ενός οικογενειακού οινοποιείου

Βιώσιμες με προσωπική εργασία οι μικρές μεταποιητικές μονάδες

Μπορεί να διανύουμε εποχές οικονομικής στενότητας και κάθε είδους επένδυση να φαντάζει ουτοπική, όμως δεν είναι λίγοι οι παραγωγοί που, έχοντας το παραγωγικό υπόβαθρο και την εμπειρία στο χωράφι, θέλουν να προχωρήσουν ένα βήμα παραπέρα. Χρόνια τώρα, η Πολιτεία διατείνεται πως ο παραγωγός πρέπει να μπει και στην μεταποίηση, ωστόσο έλειπαν τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Με αφορμή την έναρξη του νέου ΠΑΑ 2014 – 2020, αλλά και των νέων προγραμμάτων ΕΣΠΑ, η «ΥΧ» επικοινώνησε με τον Δρ. Γιώργο Κοτσερίδη, Αν. Καθηγητή Οινολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος έχει ασχοληθεί και παρουσιάζει μελέτες σχετικά με το κόστος εγκατάστασης ενός μικρομεσαίου οινοποιού. Αυτού, δηλαδή, που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «οικογενειακό οινοποιείο».

Ευκαιρίες χρηματοδότησης μέσω επενδυτικών προγραμμάτων

Σύμφωνα με μελέτη που έχει εκπονήσει ο κ. Κοτσερίδης και σας παρουσιάζει η «ΥΧ», το κόστος μιας επένδυσης μικρού ή μικρομεσαίου οινοποιείου μπορεί να κυμανθεί από 69.000 ευρώ έως 160.000 ευρώ. Στο νέο ΠΑΑ, τέτοιες επενδύσεις θα ενταχθούν στο μέτρο 8 και συγκεκριμένα οι εξής δράσεις:

– Δράση 8.1.: Εκσυγχρονισμός – μετεγκατάσταση – συγχώνευση οινοποιείων για παραγωγή οίνων ποιότητας χωρίς αύξηση της δυναμικότητας.

– Δράση 8.2.: Ίδρυση νέων οινοποιείων σύγχρονης τεχνολογίας: α) σε περιπτώσεις εξυπηρέτησης της τοπικής παραγωγής σε ορεινές και νησιώτικες περιοχές, β) μονάδων παραγωγής οίνων από προϊόντα της βιολογικής αμπελουργίας [Καν.(ΕΟΚ) 2092/91] και συστημάτων ολοκληρωμένης διαχείρισης.

– Δράση 8.3.: Προσθήκη, εκσυγχρονισμός, επέκταση γραμμής εμφιάλωσης οίνου σε οινοποιεία για την κάλυψη των αναγκών εμφιάλωσης της παραγωγής τους.

Επιπλέον, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να κάνουν χρήση του νέου ΕΣΠΑ και συγκεκριμένα του μέτρου «Ενίσχυση ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται στους τομείς Μεταποίησης – Τουρισμού – Εμπορίου και Υπηρεσιών», με στόχο την ενίσχυση υφιστάμενων, νέων και υπό σύσταση πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που θα υλοποιήσουν επενδύσεις προσανατολισμένες στην καινοτομία.

Τα κακώς κείμενα και οι προοπτικές

Μιλώντας με τον κ. Κοτσερίδη για τον κλάδο και τις ευκαιρίες επένδυσης, μας αναφέρει: «Σύμφωνα με μελέτη της ICAP του 2015, διαφαίνεται ότι το 50 % του οίνου διακινείται σε μορφή χύμα, μη εμφιαλωμένο. Προφανώς, στη μορφή αυτή δεν είναι επώνυμο, δεν είναι αναγνωρίσιμο, αλλά συχνά είναι και μη ελεγχόμενο ποιοτικά αλλά και πιθανόν επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Η επιβολή, όμως, φόρου, 20 λεπτά το λίτρο, από τον Ιανουάριο του 2016, το καθιστούν πλέον και μη οικονομικό. Ο συνδυασμός της δυνατότητας της απευθείας πώλησης από τον τόπο παραγωγής του οίνου, συνδυάζοντας τη συναισθηματική αξία και την εμπειρία της επίσκεψης που δημιουργείται στον καταναλωτή, σε συνδυασμό με την απώλεια του πλεονεκτήματος του “φθηνότερου” προϊόντος, έχουν οδηγήσει πολλές αμπελουργικές οικογένειες να στραφούν στη δημιουργία μικρών οινοποιείων, της τάξεως των 15.000 – 30.000 φιαλών».

Αμύνταιο: Ημερίδα για την εξειδίκευση του κλάδου της Οινοποιίας

Είναι, όμως, βιώσιμες τέτοιου είδους μικρές οινοποιητικές μονάδες;

Ο καθηγητής του ΓΠΑ μάς εξηγεί: «Υπό κάποιες προϋποθέσεις, μια τέτοια μικρή επιχείρηση είναι βιώσιμη και μπορεί να “ζήσει” μια οικογένεια. Μία από τις προϋποθέσεις αυτές είναι η επιστημονική υποστήριξη του εγχειρήματος σε όλα τα επίπεδα, της αμπελοκαλλιέργειας, της οινοποίησης του branding και marketing αλλά και της οικονομικής διαχείρισης. Όμως, το κόστος είναι συχνά πολύ υψηλό για την πρόσληψη συμβούλων για τα θέματα αυτά. Το εργαστήριο Οινολογίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών έχει ιδρύσει το “Οινστιτούτο” που στόχος του είναι η επιστημονική υποστήριξη τέτοιων προσπαθειών. Δημιουργούνται ομάδες ενδιαφερομένων, που εκπαιδεύονται από κοινού στα παραπάνω θέματα, και τους παρέχεται βοήθεια να υλοποιήσουν το επιχειρηματικό τους πλάνο. Έτσι, το εργαστήριο οινολογίας μπορεί να βοηθήσει στην εκπόνηση business plans, στην επιλογή κατάλληλου σχεδίου στρατηγικής marketing, αλλά και φυσικά σε θέματα αμπελουργίας και οινοποίησης. Η άλλη προϋπόθεση, βέβαια, είναι η πολύ προσωπική δουλειά για την παραγωγή, την προώθηση αλλά και την πώληση των προϊόντων τους».

Το κόστος βήμα – βήμα

Ποιο αναλυτικά, στην μελέτη του, ο κ. Κοτσερίδης παρουσιάζει το κόστος εγκατάστασης όλου του εξοπλισμού που χρειάζεται ένα μικρό ή μικρομεσαίο οινοποιείο, όπως, για παράδειγμα, αναβατόριο, εκραγιστήρες, αντλίες σταφυλοπολτού, οινοποιητές, δεξαμενές σταθεροποίησης, δρύινα βαρέλια, υλικά εμφιάλωσης κ.ά. Να σημειωθεί ότι σε αυτού του μεγέθους την οικογενειακή μεταποιητική επιχείρηση, η παραλαβή σταφυλιών γίνεται συνήθως σε πλαστικά τελάρα. Η διαλογή πραγματοποιείται σε ειδικές τράπεζες με κινητό τάπητα και στην συνεχεία το σταφύλι οδηγείται στον εκραγιστήρα. Η ωριαία απόδοση κυμαίνεται μεταξύ 2 και 10 τόνων. Το μήκος του τάπητα που απαιτείται θα πρέπει να φθάνει τα 3 μέτρα. Οι εκραγιστήρες διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες: α) Με σταθερό τύμπανο, μικρής συνήθως δυναμικότητας (μέχρι 3 τόνους την ώρα) και διαθέτουν ενσωματωμένη αντλία, και β) με περιστρεφόμενο τύμπανο, για δυναμικότητες μεγαλύτερες των 5 τόνων την ώρα. Για τη σταθεροποίηση του οίνου χρησιμοποιούνται ειδικές δεξαμενές, με πλευρική επιφάνεια πλήρως ψυχόμενη και περιμετρική μόνωση. Συμπληρωματικά, μπορεί να χρησιμοποιηθούν ειδικά σκευάσματα που διευκολύνουν είτε υποκαθιστούν τη ψύξη.

Σε όλα τα παραπάνω, θα πρέπει να προστεθεί και το κόστος των φιαλών, οι οποίες, σύμφωνα με την μελέτη που μας παραχώρησε ο καθηγητής, αγγίζει τα 1,65 – 2,35 ευρώ. Η τιμή πώλησης φιάλης, αν φθάνει έστω 3,5 ευρώ, τότε σύμφωνα με τον κ. Κοτσερίδη πρέπει να πωλούνται τουλάχιστον 20.000 φιάλες, ώστε να βγαίνει ένα σχετικό εισόδημα.