Το παράδοξο των πάγκων: Όμοιες τιμές για παραγωγούς και πωλητές

«Θεμιτούς και αθέμιτους παράγοντες» διαπιστώνει το υπουργείο Ανάπτυξης

Όμοιες τιμές για παραγωγούς και πωλητές

Οι ίδιες τιμές σε ομοειδή προϊόντα στους πάγκους παραγωγών και επαγγελματιών πωλητών στις λαϊκές αγορές είναι κάτι που ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει. Στην εύλογη απορία γιατί συμβαίνει αυτό, όπου παρατηρείται, ενώ θα αναμενόταν οι παραγωγοί να έχουν χαμηλότερες τιμές –άλλωστε, με αυτό το κριτήριο δημιουργήθηκε ο θεσμός των λαϊκών αγορών– αναζήτησε απαντήσεις η «ΥΧ».

Με το ερώτημα αυτό απευθυνθήκαμε σε εκπροσώπους τόσο των παραγωγών όσο και των επαγγελματιών πωλητών, οι οποίοι είχαν να καταθέσουν ενδιαφέροντα επιχειρήματα, τροφοδοτώντας τον προβληματισμό γύρω από ζητήματα, όπως το δυσβάσταχτο κόστος για τους παραγωγούς, ο ρόλος και η διάσταση του φαινομένου των παραγωγών που ουσιαστικά δραστηριοποιούνται σαν επαγγελματίες κ.ά.

Αξιοσημείωτο είναι ότι στελέχη του υπουργείου Ανάπτυξης αποδίδουν τις ίδιες, ακόμα και υψηλότερες, κάποιες φορές, τιμές των παραγωγών σε «θεμιτούς και αθέμιτους παράγοντες». Στους θεμιτούς εντάσσουν το μεταφορικό κόστος, ειδικά για τα νησιά που μεσολαβεί πλοίο, το γεγονός ότι για να πάει ο παραγωγός στη λαϊκή συνεπάγεται πολλές ώρες δραστηριότητας, καθώς και στους κανόνες της αγοράς που, όπως αναφέρουν, «όταν ο πωλητής βλέπει τη διάθεση του καταναλωτικού κοινού να αγοράσει, δεν θα κατεβάσει την τιμή».

Δύο είναι οι αθέμιτοι παράγοντες που εντοπίζουν, για τους οποίους, όμως, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα, προκειμένου οι υπηρεσίες του υπουργείου να σταθμίσουν τι έκτασης είναι και, άρα, τι ειδικό βάρος έχουν στη διαμόρφωση των τιμών: η άτυπη συνεννόηση μεταξύ των πωλητών –«ανεβάζει ο παραγωγός, όταν ανεβάζει ο διπλανός επαγγελματίας»– και το πρόβλημα με τους παραγωγούς που δραστηριοποιούνται, ως επί το πλείστον, σαν επαγγελματίες.

Στο δυσβάσταχτο κόστος παραγωγής και τα έξοδα που απαιτούνται, προκειμένου να φτάσει ο παραγωγός τα προϊόντα του στη λαϊκή αγορά, εστιάζει ο πρόεδρος των παραγωγών πωλητών της Β’ Λαϊκής Αγοράς Αθήνας, Β. Κουτσούκος. Όπως τόνισε, «δυστυχώς, φαίνεται ότι εμείς πουλάμε ίσως και ακριβότερα από τους επαγγελματίες σε κάποιες περιπτώσεις, όμως, την πραγματικότητα τη συνθέτουν πολλές παράμετροι». Ο ίδιος διευκρίνισε ότι το κόστος που έχει ο επαγγελματίας αγοράζοντας το προϊόν από την κεντρική αγορά, το έχει και ο παραγωγός ξεκινώντας από την επαρχία για να μεταφέρει τα προϊόντα του στον πάγκο της λαϊκής.

Ο παραγωγός, συμπληρώνει, επωμίζεται και το κόστος παραγωγής που, όπως λέει, τα τελευταία πέντε χρόνια έχει αυξηθεί ακόμα και πάνω από 50%, έχοντας από κοντά και τους δυσβάσταχτους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές. «Ο επαγγελματίας μπορεί να αγοράσει το προϊόν 80 λεπτά, να βάλει πάνω και το ποσοστό κέρδους του και να το πουλήσει 1-1,2 ευρώ. Ο παραγωγός μπορεί να έχει πληρώσει πάνω από 80-90 λεπτά το κιλό για το ίδιο προϊόν και να μην έχει πάει καλά η παραγωγή του. Ένας παραγωγός που θα καλλιεργήσει για να βγάλει 10 τόνους, είτε βγάλει τους 10 τόνους είτε τελικά βγάλει 3 τόνους έχει κάνει τα ίδια έξοδα», ανέφερε χαρακτηριστικά και συμπλήρωσε ότι «από εκεί και πέρα, καθοριστικός είναι και ο παράγοντας της ποιότητας».

Όμοιες τιμές για παραγωγούς και πωλητέςΥπάρχει μεγάλη αύξηση του ψευτοπαραγωγικού στοιχείου

«Όπου βλέπετε ίδια τιμή μεταξύ παραγωγού και επαγγελματία ή υψηλότερη τιμή στον παραγωγό, αυτό αποδίδεται στο έντονο ψευτοπαραγωγικό στοιχείο που λυμαίνεται τον χώρο των λαϊκών αγορών και στις ανάγκες του γνήσιου παραγωγού να αντεπεξέλθει στα μεγάλα του έξοδα», είναι η εκτίμηση του προέδρου των επαγγελματιών πωλητών της Γ’ Λαϊκής Αγοράς Πειραιά, Γ. Καζέπη. «Λάβετε υπόψη ότι το παραγωγικό στοιχείο είναι πολύ μικρό και ότι υπάρχει μεγάλη αύξηση του ψευτοπαραγωγικού στοιχείου», υποστήριξε κατηγορηματικά.

Εκτιμά, μάλιστα, πως «πάνω από το 70% όσων δηλώνουν παραγωγοί είναι ψευτοπαραγωγοί», οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών. «Έχω παραγωγό στην αγορά όπου δραστηριοποιούμαι, ο οποίος είναι δέκα μήνες στη λαϊκή. Πότε προλαβαίνει να καλλιεργήσει το χωράφι του; Επίσης, ο παραγωγός από τον Ασπρόπυργο δεν μπορεί να πουλάει τσαουλιά, μπαρμπούνια και μπάμιες, γιατί ο Ασπρόπυργος δεν βγάζει φασολάκια και μπάμιες», είπε με γλαφυρότητα. «Αυτό», κατέληξε, «σημαίνει ότι δεν είναι γνήσιος παραγωγός, αγοράζει από την κεντρική αγορά του Ρέντη και έρχεται και πουλάει. Κι αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του κράτους να τον ελέγξει. Όσο δεν υπάρχει παρέμβαση, το πρόβλημα θα μεγαλώνει, αφήνοντας να ασκείται αθέμιτος ανταγωνισμός και σε βάρος των παραγωγών και σε βάρος των επαγγελματιών».

Όμως, σύμφωνα με τον Γ. Καζέπη, σημαντικός παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει σε ίδια ή ακόμα και υψηλότερη τιμή από εκείνη του επαγγελματία είναι και το αυξημένο κόστος παραγωγής και τα μεταφορικά για τους παραγωγούς. «Εγώ αγοράζω από την κεντρική λαχαναγορά του Ρέντη όπου μπαίνουν ποσότητες και μπορώ να παζαρέψω την τιμή βάσει της ποσότητας. Δεν θα αγοράσω πέντε τελάρα. Θα αγοράσω 30 και η τιμή θα είναι διαφορετική. Ο παραγωγός θα πάει στην αγορά με την ποσότητα που παράγει», είπε χαρακτηριστικά.

  • Μελίνα Ζιάγκου
gaia-sense