Θεσσαλία: Η «ατμομηχανή» του ελληνικού πρωτογενούς τομέα

Με σημείο αναφοράς τον περίφημο κάμπο, τους σιτοβολώνες, τα βαμβακοχώραφα, αλλά και τη δεσπόζουσα θέση της στην αιγοποβατοτροφία, η Θεσσαλία κερδίζει δικαιωματικά τον χαρακτηρισμό της ως η κινητήριος δύναμη του ελληνικού πρωτογενούς τομέα. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (2016), η χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση της περιοχής ανέρχεται σε 3,75 εκατ. στρέμματα, στα οποία συγκεντρώνονται 60.000 γεωργικές εκμεταλλεύσεις.

Περιοχή με αναπτυξιακές προοπτικές, συγκεντρώνει ορισμένες από τις πιο δυναμικές εκμεταλλεύσεις της χώρας. Το γεγονός αυτό πιστοποιείται από σειρά στατιστικών στοιχείων, με χαρακτηριστικό αυτό της συγκράτησης που επέδειξε την υφεσιακή περίοδο 2013 – 2016, όταν υπήρξε σημαντική μείωση του αριθμού των εκμεταλλεύσεων σε άλλες περιοχές της χώρας. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι τα πρώτα αιτήματα χρηματοδότησης για επενδύσεις εκσυγχρονισμού γεωργικών εκμεταλλεύσεων, που υποβλήθηκαν πρόσφατα, προέρχονται από τη Θεσσαλία.

Οι παραγωγικές πρωτιές

Εδώ χτυπάει η καρδιά των σιτηρών: Κάθε χρόνο δίνεται το εναρκτήριο λάκτισμα της συγκομιδής και το πρώτο στίγμα της αγοράς για το πιο εμβληματικό προϊόν των μεγάλων καλλιεργειών, το σκληρό σιτάρι. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, πάνω από το 1/3 της συνολικής εγχώριας παραγωγής σίτου, παράγεται στη Θεσσαλία (89 από τα 291 εκατομμύρια ευρώ σε αξία παραγωγής), επίδοση που την τοποθετεί στην πρώτη θέση πανελλαδικά. Πρώτη κατατάσσεται και στην αξία παραγωγής κριθαριού, ενός ακόμα πολύ σημαντικού προϊόντος για την επισιτιστική επάρκεια της χώρας. Ηγετικός είναι ο ρόλος της Θεσσαλίας στην παραγωγή του βαμβακιού, καθώς εδώ παράγεται το 40% της συνολικής εγχώριας παραγωγής του προϊόντος.

Σε ό,τι αφορά τις αροτραίες καλλιέργειες, τάση που αναδεικνύεται από το ρεπορτάζ της «ΥΧ» την τελευταία διετία, είναι η ανάδειξη της Θεσσαλίας ως «νέας πατρίδας» της ελαιοκράμβης. Παραγωγοί σε περιοχές όπως τα Φάρσαλα και τη Μαγνησία τόλμησαν να δοκιμάσουν το προϊόν που παραδοσιακά «ευδοκιμούσε» στη Βόρεια Ελλάδα και τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής είναι ενθαρρυντικά.

Πολύ σημαντική είναι η παρουσία της Θεσσαλίας και σε μια σειρά δυναμικών καλλιεργειών, όπως είναι τα ακρόδρυα, καθώς η περιοχή κατέχει τη μερίδα του λέοντος ως προς την καλλιέργεια των εν λόγω προϊόντων. Αναλυτικότερα, στην περιοχή συγκεντρώνεται το 51% των καλλιεργούμενων εκτάσεων αμυγδάλου της χώρας και το 34% των καλλιεργούμενων εκτάσεων κάστανου. Στα καρύδια, καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση, μαζί με την Κεντρική Μακεδονία, κατέχοντας το 14% των καλλιεργούμενων εκτάσεων πανελλαδικά. Εξίσου σημαντική είναι η συνεισφορά της Θεσσαλίας στα φρούτα, όπου σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ κατέχει τη δεύτερη θέση, πίσω και πάλι από την Κεντρική Μακεδονία (αξία παραγωγής 229,79 εκατομμύρια ευρώ στα νωπά φρούτα).

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί κανείς στην ηγετική παρουσία της Θεσσαλίας στην αιγοπροβατοτροφία και στα ΠΟΠ προϊόντα που αποτελούν πυλώνα των ελληνικών εξαγωγών. Aιχμή του δόρατος ο «λευκός χρυσός» που ακούει στο όνομα φέτα και πραγματοποιεί πωλήσεις που προσεγγίζουν τα 400.000.000 ευρώ σε ετήσια βάση. Στην περιοχή εδρεύουν ορισμένες από τις πιο σημαντικές και ταχέως αναπτυσσόμενες γαλακτοβιομηχανίες και σύγχρονες κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις. Εξίσου σημαντική είναι όμως και η ιστορία της περιοχής ως θεματοφύλακα της παραδοσιακής, εκτατικής κτηνοτροφίας, που προσφέρει στη φέτα και στα υπόλοιπα δημοφιλή τυριά τον μοναδικό τους γευστικό χαρακτήρα και τα καθιστά ανάρπαστα εντός και εκτός χώρας.

Οι προκλήσεις

Παρά το γεγονός ότι κατέχει περίοπτη θέση στην εγχώρια πρωτογενή παραγωγή, η Θεσσαλία έχει να αναμετρηθεί με ένα εύρος προκλήσεων που σε μεγάλο βαθμό περικλείουν τις παθογένειες που επιδεικνύει διαχρονικά σε εθνική κλίμακα ο κλάδος. Μεγάλο μέρος των παραγωγών αντιμετωπίζει υψηλά κοστολόγια εισροών.

Η εντατική μονοκαλλιέργεια βαμβακιού, το φαινόμενο της υπεράρδευσης στον θεσσαλικό κάμπο μαζί με την αλόγιστη σπατάλη του νερού και τη στασιμότητα στις υποδομές έργων εκσυγχρονισμού, έχει ως αποτέλεσμα την άρδευση από δεκάδες χιλιάδες ενεργοβόρες γεωτρήσεις που αντλούν νερό από εκατοντάδες μέτρα βάθους, εξαντλώντας τον υδροφόρο ορίζοντα. Μεγάλο ζητούμενο για την παραγωγική ανάταξη της περιοχής είναι, επίσης, η περαιτέρω καθετοποίηση της παραγωγής. Τα τελευταία χρόνια, οι τιμές ζωτικών για τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων προϊόντων αντιμετωπίζουν ισχυρές πιέσεις που τις διατηρούν σταθερές ή επιβραδύνουν την άνοδό τους ακόμα και σε ευνοϊκές για τη διεθνή αγορά περιόδους. Επομένως, ζητούμενο είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της δημιουργίας συλλογικών σχημάτων που δειλά-δειλά έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους στη θεσσαλική ύπαιθρο.