Κάτω από το ευρωπαϊκό μέσο όρο το ελληνικό αγροτικό εισόδημα στις μόνιμες καλλιέργειες

Στις μόνιμες καλλιέργειες, τα εισοδήματα ανά εργασία στην Ελλάδα και την Πορτογαλία παραμένουν κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, συγκρίσιμα με πολλά κράτη-μέλη που εντάχθηκαν μετά το 2004. Αντίθετα, σε παλαιά κράτη-μέλη όπως το Βέλγιο, η Δανία και η Γερμανία καταγράφονται υψηλότερα εισοδήματα.
Στον τομέα της γαλακτοπαραγωγής, τα υψηλότερα εισοδήματα εμφανίζονται στη Δανία, την Ισπανία, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο, ενώ καμία χώρα-μέλος που εντάχθηκε μετά το 2004 δεν ξεπερνά τον μέσο όρο της ΕΕ-27.
Τα τελευταία χρόνια, τα εισοδήματα των αγροτών στην ΕΕ έχουν γίνει πιο ευμετάβλητα, κυρίως λόγω των διακυμάνσεων των τιμών, του πληθωρισμού και του αυξημένου κόστους παραγωγής. Η περίοδος 2020–2023 σημαδεύτηκε από έντονες αυξήσεις σε ενέργεια, λιπάσματα, ζωοτροφές και εργασία, με αφετηρία τις επιπτώσεις της πανδημίας και τον πόλεμο στην Ουκρανία, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους των εκμεταλλεύσεων.
Σύμφωνα με τη μελέτη της Επιτροπής Γεωργίας (AGRI), οι μεγαλύτερες απώλειες εισοδήματος καταγράφονται σε εκμεταλλεύσεις γάλακτος, αροτραίων, αμπελοκαλλιεργειών και μικτές εκμεταλλεύσεις, ενώ οι εκμεταλλεύσεις σιτηρών εμφανίζουν μικρότερη μείωση. Η ανισότητα παραμένει έντονη, με το 20% των εκμεταλλεύσεων να συγκεντρώνει περίπου το 60% του συνολικού εισοδήματος.
Οι μικρές εκμεταλλεύσεις κυριαρχούν στην ΕΕ: το 63,8% των εκμεταλλεύσεων είναι μικρότερο από 5 στρέμματα, με ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση στη Ρουμανία, τη Μάλτα, την Κύπρο και την Ελλάδα. Η στήριξη μέσω της ΚΑΠ, κυρίως οι άμεσες ενισχύσεις και τα μέτρα εισοδήματος, παραμένει κρίσιμη, καλύπτοντας πάνω από 30% του εισοδήματος, ενώ η στόχευση των μέτρων βελτιώνεται με έμφαση σε νέους αγρότες, μικρές εκμεταλλεύσεις και μειονεκτικές περιοχές.
Η μελέτη υπογραμμίζει την ανάγκη για ταχύτερη και πιο αποτελεσματική παρακολούθηση των εισοδημάτων, ώστε οι πολιτικές να αντιδρούν άμεσα σε αρνητικές εξελίξεις και να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα και ανταγωνιστικότητα της γεωργίας στην ΕΕ.









