Τα διατροφικά σκάνδαλα «έθρεψαν» το ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας τροφίμων

Πώς έχει διαμορφωθεί σήμερα το θεσμικό πλαίσιο για τους ελέγχους στα σύνορα και τις εγκρίσεις εισαγωγών από τρίτες χώρες
10/07/2026
8' διάβασμα
ta-diatrofika-skandala-ethrepsan-to-evropaiko-systima-asfaleias-trofimon-382387

Σήμερα, εάν πάμε σε ένα εστιατόριο για το μεσημεριανό μας γεύμα ή εάν αγοράσουμε στο χέρι ένα σνακ από ένα κατάστημα στον δρόμο ή φάμε το πρωινό μας στον μπουφέ ενός ξενοδοχείου, δεν προβληματιζόμαστε για το αν είναι ασφαλές το φαγητό μας. Κατευθείαν θα σχολιάσουμε την ποιότητά του ή την τιμή του.

Αυτό δεν ήταν πάντα δεδομένο, όπως δεν είναι δεδομένο και για όλες τις χώρες του κόσμου (βλέπε, για παράδειγμα, την Αίγυπτο και την Ινδία). Πριν τη δεκαετία του ’90 η προσέγγιση της Ευρώπης στην ασφάλεια των τροφίμων ήταν κατακερματισμένη: Οι κανόνες υπήρχαν, αλλά ήταν αποσπασματικοί, διαφορετικοί ανά τομέα και ανεπαρκώς ενσωματωμένοι σε όλη τη διατροφική αλυσίδα.

Όλα άλλαξαν το 1996 όταν ξέσπασε στη Μεγάλη Βρετανία η διατροφική κρίση των τρελών αγελάδων. Και μάλιστα η κοινή γνώμη τότε έχασε την εμπιστοσύνη της στις κυβερνήσεις και κατ’ επέκταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διότι δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν την κρίση. Το δεύτερο μεγάλο «χτύπημα» ήταν οι διοξίνες στο Βέλγιο, όπου το 1999 διαπιστώθηκε ότι βλαβερές ουσίες είχαν περάσει στη διατροφική αλυσίδα μέσω ζωοτροφών.

Η πολιτική απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αφού διαπίστωσε τις ελλείψεις και τα κενά στους ελέγχους, ήρθε αμέσως μετά. Το 1997 εξέδωσε την Πράσινη Βίβλο για τη νομοθεσία των τροφίμων, προκειμένου να ξεκινήσει η δημόσια διαβούλευση για το θέμα. Το 2000 εξέδωσε τη Λευκή Βίβλο για την ασφάλεια των τροφίμων, που περιλάμβανε ένα πλήρες σχέδιο δράσης 84 μέτρων για τη δημιουργία ενός συνεκτικού θεσμικού πλαισίου, με ενιαία προσέγγιση για όλη τη διατροφική αλυσίδα.

Το 2002 «γεννήθηκε» το νέο σύστημα ασφάλειας τροφίμων στην ΕΕ, με τον Κανονισμό (ΕΚ) 178/2002, όπου μεταξύ άλλων θεσπίστηκε η προσέγγιση των ελέγχων «από τη φάρμα στο πιάτο», η ιχνηλασιμότητα στα τρόφιμα, η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA) και το σύστημα έγκαιρων προειδοποιήσεων RASFF (Rapid Alert System for Food and Feed).

Από τότε μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει διατροφικές κρίσεις που δοκίμασαν τα όρια του συστήματος, αλλά αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς, όπως το σκάνδαλο με το αλογίσιο κρέας (2013), το ακατάλληλο μέλι (2015), αλλά και φέτος τη μολυσμένη παιδική φόρμουλα με cereulide.

Μία σημαντική μεταρρύθμιση έγινε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 625/2017, καθώς το σύστημα χρειαζόταν επικαιροποίηση, με βάση τις νέες προκλήσεις που έχουν προκύψει, ενώ ενσωμάτωσε και τη χρήση νέων τεχνολογιών στην καταπολέμηση της απάτης στον τομέα των τροφίμων.

Ο Κανονισμός καλύπτει την υγεία και την ασφάλεια στους εξής τομείς:

• Τρόφιμα, ακεραιότητα και καταλληλότητα, ζωοτροφές και ασφάλεια των ζωοτροφών

• Υγεία και καλή διαβίωση των ζώων

• Προστατευτικά μέτρα κατά των επιβλαβών οργανισμών των φυτών

• Διάθεση στην αγορά και χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων, καθώς και βιώσιμη χρήση των φυτοφαρμάκων

• Βιολογική παραγωγή

• Προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης, προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις

Οι έλεγχοι εκτείνονται στα εξής πεδία:

• Ενωσιακή αγορά, εισαγωγές και εξαγωγές, βάσει κινδύνου και με την κατάλληλη συχνότητα, σε κάθε στάδιο παραγωγής, μεταποίησης, διανομής και χρήσης

• Ζώα και αγαθά

• Ουσίες, υλικά ή άλλα αντικείμενα, που ενδέχεται να επηρεάζουν τα χαρακτηριστικά ή την υγεία των ζώων και των αγαθών

• Υπεύθυνοι επιχειρήσεων όσον αφορά τις δραστηριότητές τους, συμπεριλαμβανομένης της εκτροφής ζώων, του εξοπλισμού, των μέσων μεταφοράς, των εγκαταστάσεων και άλλων χώρων υπό τον έλεγχό τους, καθώς και του περιβάλλοντος αυτών και της σχετικής τεκμηρίωσης

Τα ζώντα ζώα, τα προϊόντα ζωικής προέλευσης, τα σύνθετα προϊόντα, τα ζωικά υποπροϊόντα, τα φυτά και φυτικά προϊόντα, ορισμένες ζωοτροφές και τρόφιμα μη ζωικής προέλευσης, καθώς και ορισμένα υλικά που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα, θεωρούνται υψηλού κινδύνου και γι’ αυτό, σύμφωνα με τον Κανονισμό, οι έλεγχοι πραγματοποιούνται στον συγκεκριμένο Συνοριακό Σταθμό Ελέγχου (Border Control Post-BCP) πρώτης άφιξης. Επίσης, τα παραπάνω αγαθά πρέπει να προέρχονται από τρίτες χώρες που είναι καταχωρισμένες ως εγκεκριμένες για εξαγωγή στην ΕΕ.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν τρεις λίστες με χώρες προέλευσης ανάλογα με τις προδιαγραφές για την υγεία των ζώων, τη δημόσια υγεία και τα κατάλοιπα κτηνιατρικών φαρμάκων, φυτοφαρμάκων και επιμολυντών. Από τον Σεπτέμβριο του 2026 θα υπάρξει κατάλογος με εγκεκριμένες χώρες για τη (μη) χρήση αντιβιοτικών φαρμάκων. Αυτό το «τεστ» πιθανότατα θα δυσκολευτεί να περάσει η Βραζιλία κι είναι ο κυριότερος λόγος που πρόκειται να απαγορευτούν κάποιες εισαγωγές κρεάτων από τη Βραζιλία προς την ΕΕ στις 2 Σεπτεμβρίου.

Οι Συνοριακοί Σταθμοί Ελέγχου (BCPs) πρέπει να διενεργούν επίσημους ελέγχους σε κάθε φορτίο που εισέρχεται στην ΕΕ, με εναρμονισμένα ποσοστά συχνότητας. Οι έλεγχοι εγγράφων γίνονται στο 100% και ελέγχονται το επίσημο πιστοποιητικό και τα συνοδευτικά έγγραφα. Οι έλεγχοι ταυτότητας, γίνονται βάσει κινδύνου ως εξής: • Οπτική επιθεώρηση • Μέσο μεταφοράς • Σφραγίδες • Περιεχόμενο • Ποσότητα • Επίσημες σφραγίδες και σημάνσεις. Το πιο προχωρημένο στάδιο είναι οι φυσικοί έλεγχοι, οι οποίοι επίσης γίνονται βάσει κινδύνου στα εξής πεδία: • Κλινική εξέταση, για τα ζώα, • Βάρος, • Θερμοκρασία, • Οργανοληπτική εξέταση, • Υλικό συσκευασίας, • Δείγματα και εργαστηριακές δοκιμές

Περίπου ανά έτος ελέγχονται 65 εκατομμύρια τόνοι εμπορευμάτων, 2,5 εκατομμύρια φορτία, γίνονται 70.000 εργαστηριακές δοκιμές και αποστέλλονται 1.500 προειδοποιήσεις στο σύστημα RASFF για απορρίψεις επικίνδυνων φορτίων.

Τα τελευταία χρόνια, οι μηχανισμοί ελέγχου έχουν αναπτύξει κάποια εργαλεία – και με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης – όπου οι έλεγχοι γίνονται πιο στοχευμένοι και πιο εντατικοί. Για παράδειγμα, αυτή την περίοδο βρίσκεται στο στόχαστρο το βραζιλιάνικο κρέας, διότι εκεί έχει διαπιστωθεί εκτεταμένη παράβαση των κανονισμών ασφαλείας στα εισαγόμενα κοντέινερ – από μια απλή παρέκκλιση στη θερμοκρασία στο εσωτερικό του ψυγείου μέχρι και επιμόλυνση κρέατος με παθογόνα.

Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και συγκεκριμένα η Γενική Διεύθυνση Υγείας και Ασφάλειας Τροφίμων (DG SANTE) έχει λάβει πρόσθετα μέτρα για την αύξηση και την ενίσχυση των ελέγχων στις εισαγωγές:

• Ειδική Ομάδα Δράσης της ΕΕ για πιο αποτελεσματικούς ελέγχους στις εισαγωγές, με έμφαση ιδίως στα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων, στην ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών και στην καλή διαβίωση των ζώων, καθώς και σε πιθανές συντονισμένες δράσεις παρακολούθησης της ΕΕ για συγκεκριμένα εισαγόμενα προϊόντα.

• Αύξηση κατά 50% του αριθμού των ελέγχων/επιθεωρήσεων σε χώρες εκτός ΕΕ τα επόμενα 2 έτη.

• Αύξηση κατά 33% των ελέγχων/επιθεωρήσεων στους συνοριακούς σταθμούς ελέγχου της ΕΕ.

• Στενότερη παρακολούθηση μη συμμορφούμενων εμπορευμάτων και χωρών, με αύξηση της συχνότητας των ελέγχων όπου απαιτείται, π.χ. απαιτείται ο έλεγχος του 20% των φορτίων που εισέρχονται από τη Βραζιλία ή του 50% των φορτίων από την Ινδία.

• Υποστήριξη της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη που διενεργούν αυτούς τους πρόσθετους ελέγχους.

• Εκπαίδευση εκατοντάδων υπαλλήλων των εθνικών αρχών στους επίσημους ελέγχους, μέσω της πρωτοβουλίας «Καλύτερη κατάρτιση για ασφαλέστερα τρόφιμα».

• Επικαιροποίηση των κανόνων για τις εισαγωγές προϊόντων με ίχνη ιδιαίτερα επικίνδυνων φυτοφαρμάκων, που έχουν απαγορευτεί στην ΕΕ.

 

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: