Κομισιόν: Οι ανατροπές του 2026 για τα αγροτικά προϊόντα της ΕΕ

Εκτιμήσεις για παραγωγή υπό πίεση σε αρκετούς βασικούς κλάδους, ιδιαίτερα λόγω καιρικών συνθηκών, αυξημένου κόστους παραγωγής αλλά και μείωσης ζωικού κεφαλαίου, αναφέρει η Κομισιόν στην πρόσφατη ανάλυσή της για τις προοπτικές στις αγορές αγροτικών προϊόντων της ΕΕ το 2026. Την ίδια στιγμή, όμως, η Κοινότητα επιδεικνύει σημαντική ανθεκτικότητα, σύμφωνα με την ίδια πηγή, καθώς η ζήτηση παραμένει ισχυρή, τα αποθέματα στηρίζουν την αγορά και αρκετοί κλάδοι, όπως τα γαλακτοκομικά, τα πουλερικά και οι ελαιούχοι σπόροι, παρουσιάζουν, αντίστροφα, θετικές προοπτικές.
Συνολικά, θα μπορούσε να περιγράψει κανείς πως η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας ευρωπαϊκής γεωργίας η οποία προσαρμόζεται σε ένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον, με τον καιρό, τις εμπορικές ροές και τις γεωπολιτικές εξελίξεις να επηρεάζουν άμεσα παραγωγή και τιμές. Μεταξύ των κατηγοριών προϊόντων που περιλαμβάνονται στην έκθεση, η Κομισιόν βλέπει μειώσεις σε δημητριακά, ζάχαρη και κρέας, κι αντίστροφα, ανθεκτικότητα σε γαλακτοκομικά και ελαιούχους σπόρους, ενώ διατηρείται ισχυρό και το κομμάτι των εξαγωγών.
Άνοδος σε πρωτεϊνούχα και ελαιούχα, χαμηλότερη παραγωγή στα δημητριακά
Η παραγωγή δημητριακών στην ΕΕ για την περίοδο 2026/27 προβλέπεται στους 273,7 εκατ. τόνους, μειωμένη κατά 5,6% σε ετήσια βάση, αν και παραμένει κοντά στον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Η υποχώρηση συνδέεται κυρίως με την επιστροφή των αποδόσεων σε πιο φυσιολογικά επίπεδα μετά τις εξαιρετικά υψηλές επιδόσεις σιταριού και κριθαριού την προηγούμενη περίοδο.
Παρά τη μείωση της παραγωγής, τα υψηλότερα αρχικά αποθέματα αναμένεται να επιτρέψουν στην ΕΕ να διατηρήσει ισχυρές εξαγωγές σιταριού. Η κατανάλωση δημητριακών αναμένεται να παραμείνει σταθερή, με το μαλακό σιτάρι να φτάνει τους 102,8 εκατ. τόνους, τον αραβόσιτο τους 76,8 εκατ. τόνους και το κριθάρι τους 43 εκατ. τόνους.
Αντίθετα με τα σιτηρά, οι ελαιούχοι σπόροι εμφανίζουν καλύτερες προοπτικές. Η παραγωγή τους αναμένεται να αυξηθεί (+3,1% ετησίως και +5,3% από τον μέσο όρο πενταετίας) στους 32,7 εκατ. τόνους. Πρόκειται για αύξηση που αποδίδεται κυρίως στις μεγαλύτερες καλλιεργούμενες εκτάσεις και στις βελτιωμένες αποδόσεις του ηλίανθου.
Στους 16,8 εκατ. τόνους (+4,4% από τον μέσο όρο πενταετίας) προβλέπεται ότι θα φτάσει η παραγωγή φυτικών ελαίων, ενώ η κατανάλωση αναμένεται να παραμείνει στους 20,4 εκατ. τόνους. Παράλληλα, η ευρωπαϊκή παραγωγή πρωτεϊνούχων (κτηνοτροφικά μπιζέλια, κουκιά και λούπινα) για το 2026/27 προβλέπεται στους 4,3 εκατ. τόνους (+17% σε σχέση με τον πενταετή μέσο όρο), αλλά χαμηλότερο από πέρυσι, λόγω της αναμενόμενης μείωσης των εκτάσεων με μπιζέλια και κουκιά.
Στον τομέα της ζάχαρης, η εικόνα είναι διαφορετική. Η παραγωγή στην ΕΕ το 2026/27 προβλέπεται στους 14,1 εκατ. τόνους, μειωμένη κατά 2,5 εκατ. τόνους σε σχέση με το 2025/26. Η μείωση των εκτάσεων ζαχαρότευτλων κατά 8%, μετά το τέλος της περιόδου των ιστορικά υψηλών τιμών και η αύξηση του κόστους παραγωγής ευθύνονται γι’ αυτή την εικόνα.
Καιρός και El Niño: Ο παράγοντας που μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες
Οι καιρικές συνθήκες παραμένουν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες αβεβαιότητας, παρότι σύμφωνα με την πρόσφατη ανάλυση του JRC για τον Ιούνιο του 2026 καταγράφει γενικά ευνοϊκές συνθήκες για τις καλλιέργειες, με τις ευρωπαϊκές αποδόσεις να αναμένονται ελαφρώς πάνω από τον μέσο όρο πενταετίας.
Ωστόσο, η ξηρή άνοιξη και ο καύσωνας του Μαΐου περιόρισαν τις προοπτικές των χειμερινών καλλιεργειών σε περιοχές της δυτικής, κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Η χαμηλή υγρασία του εδάφους δημιουργεί ανησυχίες ιδιαίτερα για τον αραβόσιτο και τα ζαχαρότευτλα.
Παράλληλα, το φαινόμενο El Niño αναμένεται να ενισχυθεί το καλοκαίρι του 2026 και να κορυφωθεί το φθινόπωρο, με περίπου το 75% των μοντέλων πρόγνωσης να εκτιμά ανωμαλίες άνω των 2,5°C τον Νοέμβριο. Αν και δεν αναμένονται, άμεσα, μεγάλες επιπτώσεις στην Ευρώπη, πιθανές μειώσεις παραγωγής σε άλλες περιοχές του κόσμου μπορούν να επηρεάσουν τις διεθνείς αγορές, σημειώνεται.
Ελαιόλαδο: Ενισχύεται κατά 6% το εξαγωγικό εμπόριο
Η παραγωγή ελαιολάδου στην ΕΕ για το 2025/26 αναμένεται να διαμορφωθεί λίγο κάτω από τους 2,1 εκατ. τόνους, μειωμένη κατά 5% σε ετήσια βάση, αλλά αυξημένη κατά 9% σε σχέση με τον μέσο όρο πενταετίας. Η μεγαλοπαραγωγός Ισπανία, κατά την τρέχουσα ελαιοκομική περίοδο, επηρεάστηκε από τις έντονες βροχοπτώσεις στις αρχές του 2026 και αναθεώρησε την παραγωγή της στους 1,3 εκατ. τόνους (- 9%). Η Ελλάδα προέβλεπε πτώση παραγωγής 18%, ενώ η Ιταλία ενίσχυσε τη συνολική εικόνα (+ 31%), λόγω της παρενιαυτοφορίας των ελαιώνων.
Οι τιμές, μετά την αποκλιμάκωση που ξεκίνησε το 2025/26, συνεχίζουν να μειώνονται. Το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο στην Ισπανία υποχώρησε από τα 457 ευρώ/100 κιλά τον Δεκέμβριο στα 397 ευρώ/100 κιλά στις αρχές Ιουνίου 2026.
Ωστόσο, οι εξαγωγές της ΕΕ, μετά την επαρκή διαθεσιμότητα προϊόντος και τις χαμηλότερες τιμές, αναμένεται να αυξηθούν κατά 6%, στους 794.000 τόνους, όμως και οι εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν κατά 24%, στους 223.000 τόνους, κυρίως λόγω της υψηλής διαθεσιμότητας τυνησιακού ελαιολάδου, που συμπίεσε την κατάσταση εγχώρια.
Οι πρώτες ενδείξεις για την περίοδο 2026/27 είναι, πάντως, αισιόδοξες σε όρους παραγωγής, καθώς στις κύριες παραγωγικές χώρες οι ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες και η επάρκεια νερού κατά την ανθοφορία των ελαιώνων, δημιουργούν προσδοκίες για μια καλύτερη συγκομιδή. Η προοπτική αυξημένης παραγωγής, ωστόσο, έχει ήδη συμβάλει στην αποκλιμάκωση των τιμών, αναφέρει η Κομισιόν, προβλέποντας εξομάλυνση εάν διατηρηθεί ευνοϊκό το κλίμα το καλοκαίρι.
Γάλα και γαλακτοκομικά: Η προσφορά αυξάνεται, το κόστος πιέζει
Η παραγωγή γάλακτος στην ΕΕ συνεχίζει την ανοδική της πορεία, καθώς κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026 η αύξηση ξεπέρασε το 4% ετησίως, παρά τη μείωση πληθυσμών των αγελάδων γαλακτοπαραγωγής.
Καλύτερες αποδόσεις, οι οποίες αναμένεται να αυξηθούν κατά 2,4% το 2026, ευθύνονται για την εικόνα, με την Κομισιόν να εκτιμά αύξηση της γαλακτοπαραγωγής κατά 1,6%.
Η αυξημένη προσφορά, ως αποτέλεσμα, ενίσχυσε την παραγωγή βουτύρου, τυριού και αποβουτυρωμένου γάλακτος σε σκόνη, με την τελευταία να αναμένει αύξηση κατά 6,9%, ενώ οι εξαγωγές κατά 5%.
Η παραγωγή τυριού προβλέπεται να αυξηθεί κατά 1,8%, ενώ ο ορός γάλακτος κατά 1,4%, με την αύξηση να στηρίζεται, κυρίως, στην εγχώρια κατανάλωση, ενώ περιορισμένη άνοδος προβλέπεται για τις εξαγωγές (μόλις +0,5% σε όγκο). Αντίθετα, η παραγωγή πλήρους γάλακτος σε σκόνη αναμένεται να μειωθεί κατά 3,1%, λόγω της αδύναμης ζήτησης στη Μέση Ανατολή.
Πάντως, η αυξημένη διαθεσιμότητα γάλακτος και η στροφή της βιομηχανίας προς προϊόντα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας αναμένεται να συνεχίσουν να ευνοούν το τυρί και τον ορό γάλακτος, με τη διεθνή ζήτηση να στηρίζει τις εξαγωγικές προοπτικές, αναφέρει η Κομισιόν.
Από την άλλη, η αυξημένη παραγωγή γάλακτος έχει ήδη επηρεάσει τις τιμές παραγωγού, οι οποίες στο νωπό υποχώρησαν από το τελευταίο τρίμηνο του 2025. Ωστόσο, σύμφωνα με την έκθεση, εμφανίζουν πλέον σημάδια σταθεροποίησης. Η εξέλιξη του κόστους εισροών, ιδιαίτερα υπό την επίδραση των γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, παραμένει βασικός παράγοντας πίεσης στα περιθώρια των παραγωγών και μπορεί να περιορίσει την περαιτέρω αύξηση της προσφοράς γάλακτος στο δεύτερο εξάμηνο του 2026. Η ζήτηση για γαλακτοκομικά προϊόντα στην ΕΕ παραμένει ανθεκτική, ωστόσο υπάρχει αβεβαιότητα για το δεύτερο εξάμηνο του 2026, καθώς το κόστος των μεταποιητών (ενέργεια, μεταφορές και υλικά συσκευασίας) αναμένεται να παραμείνει αυξημένο και μέρος του να μετακυλιστεί στις τιμές καταναλωτή.
Κρέας: Τα πουλερικά κερδίζουν έδαφος, το βοδινό υποχωρεί
Στην αγορά κρέατος, οι τάσεις διαφοροποιούνται έντονα. Η παραγωγή χοιρινού στην ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί οριακά κατά 0,3% το 2026, ενώ το κρέας πουλερικών προβλέπεται να ενισχυθεί κατά 1,4%, λόγω της αυξανόμενης ζήτησης (+2,1%) και των ευνοϊκών περιθωρίων.
Αντίθετα, το βοδινό κρέας συνεχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω της μείωσης του ζωικού κεφαλαίου, με την παραγωγή να αναμένεται μειωμένη κατά 2,2% το 2026, μετά την πτώση 4,1% το 2025. Οι εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν κατά 12%, ενώ οι εξαγωγές να μειωθούν κατά 12%.
Στο χοιρινό, οι εξαγωγές αναμένεται να μειωθούν ελαφρά κατά 0,5%, ενώ η κατανάλωση να αυξηθεί κατά 0,4%.
Στο αιγοπρόβειο, η παραγωγή κρέατος αναμένεται να υποχωρήσει κατά 4,4% λόγω της συρρίκνωσης του κοπαδιού και των ζωονόσων. Οι εισαγωγές, αντίθετα, προβλέπεται να αυξηθούν κατά 7%, με τις αποστολές από το Ηνωμένο Βασίλειο να έχουν ήδη αυξηθεί κατά 10% και από τη Νέα Ζηλανδία κατά 26%.








