Πανεπιστήμια: Γεωπονικές και περιβαλλοντικές σχολές στις τελευταίες προτιμήσεις των υποψηφίων

Ο πρύτανης του ΓΠΑ εξηγεί γιατί η χαμηλή ζήτηση δεν αντανακλά τις πραγματικές προοπτικές ενός κλάδου που βρίσκεται στην καρδιά της πράσινης μετάβασης
01/08/2026
4' διάβασμα
panepistimia-geoponikes-kai-perivallontikes-scholes-stis-teleftaies-protimiseis-ton-ypopsifion-383427

Παρά το γεγονός ότι ο αγροδιατροφικός τομέας αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, την πράσινη μετάβαση και την ψηφιακή γεωργία, οι φετινές βάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια σε τμήματα που σχετίζονται με τη γεωπονία, την αγροτική ανάπτυξη, το περιβάλλον και την επιστήμη τροφίμων βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει τόσο τις δημογραφικές εξελίξεις όσο και τις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις των υποψηφίων. Στον παρακάτω πίνακα καταγράφονται, ενδεικτικά, αρκετά τμήματα ελληνικών πανεπιστημίων τα οποία κινούνται κάτω των 10.000 μονάδων.

Τι δείχνει η εικόνα

Οι φετινές βάσεις επιβεβαιώνουν ότι αρκετά τμήματα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν περιορισμένη ζήτηση, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές. Ωστόσο, αυτό δεν αντανακλά απαραίτητα τις επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων. Τα τελευταία χρόνια, η ζήτηση για επιστήμονες με γνώσεις στη γεωπονία, τη διαχείριση φυσικών πόρων, την αγροδιατροφή, την τεχνολογία τροφίμων και τη γεωργία ακριβείας αυξάνεται, καθώς ο πρωτογενής τομέας μετασχηματίζεται μέσω της ψηφιοποίησης, της τεχνητής νοημοσύνης, της ρομποτικής και των νέων τεχνολογιών. Παράλληλα, η εφαρμογή της νέας ΚΑΠ, οι απαιτήσεις για βιώσιμη παραγωγή και η ανάγκη προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή δημιουργούν νέες ευκαιρίες απασχόλησης τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα.

Οι βάσεις ως κοινωνική αντίφαση

Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των βάσεων και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να αναστραφεί η εικόνα αυτή, ο Πρύτανης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Σπυρίδων Κίντζιος, αναφέρει στην «ΥΧ»: «Οι χαμηλές βάσεις εισαγωγής σε πολλές γεωπονικές και συναφείς σχολές δεν αποτελούν απλώς ένα εκπαιδευτικό ζήτημα. Αντικατοπτρίζουν μια βαθύτερη κοινωνική αντίφαση. Την ώρα που η παραγωγή τροφίμων, η προστασία του περιβάλλοντος, η διαχείριση των φυσικών πόρων και η προσαρμογή στην κλιματική κρίση αποτελούν κορυφαίες προτεραιότητες διεθνώς, οι επιστήμες που καλούνται να δώσουν λύσεις δεν προσελκύουν ακόμη το ενδιαφέρον που τους αναλογεί.

Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι τα γεωπονικά επαγγέλματα στερούνται προοπτικής. Αντίθετα, η σύγχρονη γεωπονία μετασχηματίζεται ταχύτατα. Η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοτεχνολογία, η γεωργία ακριβείας, η κυκλική οικονομία και η αγροδιατροφική καινοτομία δημιουργούν νέες ευκαιρίες απασχόλησης και επιχειρηματικότητας, οι οποίες συχνά παραμένουν άγνωστες στους μαθητές και τις οικογένειές τους.

Παράλληλα, το γεγονός ότι οι περισσότερες σχολές βρίσκονται στην ελληνική περιφέρεια δεν θα έπρεπε να θεωρείται μειονέκτημα, αλλά συγκριτικό πλεονέκτημα. Εκεί βρίσκεται το φυσικό «εργαστήριο» της γεωπονικής επιστήμης: οι καλλιέργειες, οι αγροτικές επιχειρήσεις, οι συνεταιρισμοί, οι υδατοκαλλιέργειες και τα οικοσυστήματα. Η σύνδεση της εκπαίδευσης με την πραγματική παραγωγή μπορεί να προσφέρει βιωματικές εμπειρίες που δύσκολα αναπαράγονται σε ένα αστικό περιβάλλον.

Η αναστροφή της σημερινής εικόνας απαιτεί μια συνολική στρατηγική. Χρειάζεται καλύτερη ενημέρωση των μαθητών για τις σύγχρονες επαγγελματικές διεξόδους, ισχυρότερη σύνδεση των πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας, περισσότερες ευκαιρίες πρακτικής άσκησης και καινοτόμου επιχειρηματικότητας, αλλά και μια νέα εθνική αφήγηση για τον πρωτογενή τομέα. Η γεωπονία δεν αφορά μόνο τον αγρότη· αφορά την υγεία, το περιβάλλον, την οικονομία, την τεχνολογία και τελικά την επισιτιστική κυριαρχία της χώρας.

Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί οι βάσεις είναι χαμηλές, αλλά πώς θα πείσουμε τη νέα γενιά ότι οι επιστήμες που εξασφαλίζουν το μέλλον της διατροφής και της βιώσιμης ανάπτυξης είναι από τις σημαντικότερες επιλογές που μπορεί να κάνει σήμερα. Οι βάσεις εισαγωγής μετρούν το σημερινό ενδιαφέρον των υποψηφίων. Δεν μετρούν, όμως, τη σημασία ενός επιστημονικού πεδίου για το μέλλον της χώρας».