Αλλαγή τοπίου για τη χυμοποιΐα στην Αργολίδα δείχνουν οι διεθνείς εξελίξεις στον τομέα

Χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα εξελίσσεται, μέχρι στιγμής, η φετινή καλλιεργητική περίοδος για τα εσπεριδοειδή στην Αργολίδα, καθώς οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες και η επάρκεια νερού έχουν συμβάλει στην ομαλή ανάπτυξη των δέντρων. Ο διευθυντής του εργοστασίου χυμών ΕΣΠΕΡΙΔΕΣ της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας, Γιάννης Δημάκης, εξηγεί ότι για να γίνει κατανοητή η σημερινή εικόνα της αγοράς πρέπει να εξεταστούν οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων δύο ετών.
«Για περίπου 30 χρόνια η αγορά του συμπυκνωμένου χυμού πορτοκαλιού ήταν σταθερή, με τις διεθνείς τιμές να κυμαίνονται μεταξύ 1.700 και 2.500 δολαρίων ανά τόνο. Η ισορροπία αυτή ανατράπηκε εξαιτίας της ασθένειας Greening, που έπληξε τη Φλόριντα. Πρόκειται για τη σοβαρότερη ασθένεια των εσπεριδοειδών παγκοσμίως, η οποία προκαλείται από βακτήριο που φράζει τα αγγεία του δέντρου. Τα πορτοκάλια παραμένουν πράσινα, γίνονται πικρά και παραμορφωμένα, ενώ τελικά το δέντρο ξεραίνεται. Το αποτέλεσμα ήταν να χαθεί περίπου το 90% της παραγωγής της Φλόριντα. Εκεί η παραγωγή έφθανε τους 500.000-600.000 τόνους, όταν η αντίστοιχη ελληνική παραγωγή κυμαίνεται μόλις στους 7.000-8.000 τόνους. Η έλλειψη προϊόντος εκτόξευσε τις τιμές, καθώς όλοι αναζητούσαν πρώτες ύλες. Η τιμή του συμπυκνωμένου χυμού έφτασε έως και τα 7.000 δολάρια ανά τόνο, ενώ τα πορτοκάλια που προορίζονταν για χυμοποίηση έφτασαν να πληρώνονται 25 λεπτά το κιλό. Παράλληλα, η τιμή του χυμού διπλασιάστηκε, από τα 0,60 ευρώ στο 1,20 ευρώ ανά μονάδα προϊόντος.
Ωστόσο, η σημαντική αύξηση των τιμών οδήγησε τους καταναλωτές σε περιορισμό των αγορών τους, με αποτέλεσμα η αγορά να επανέλθει σε χαμηλότερα επίπεδα. Σήμερα η τιμή του συμπυκνωμένου χυμού έχει υποχωρήσει περίπου στα 2.800 δολάρια ανά τόνο.»
Πτώση της ζήτησης
Αναφερόμενος στην πορεία της αγοράς, ο κ. Δημάκης σημειώνει ότι το 2025 χαρακτηρίστηκε από υποχώρηση της καταναλωτικής ζήτησης.
«Για την εταιρεία ΕΣΠΕΡΙΔΕΣ αυτό μεταφράστηκε σε μείωση του κύκλου εργασιών κατά 4%, ενώ η τιμή του πορτοκαλιού για χυμοποίηση υποχώρησε στα 10 λεπτά το κιλό. Η πτωτική τάση τόσο στη ζήτηση όσο και στις τιμές συνεχίζεται και κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.»
Οι εξαγωγές και το αυξημένο μεταφορικό κόστος
Σημαντικές προκλήσεις αντιμετωπίζει και το εξαγωγικό εμπόριο της εταιρείας. «Οι βασικές αγορές μας βρίσκονται στην Ανατολική Ασία και στον Ινδικό Ωκεανό. Εξάγουμε στην Ιαπωνία, τη Σιγκαπούρη, τις χώρες και τα νησιά του Ινδικού Ωκεανού, την Κένυα, την Ουγκάντα και σε αρκετές ακόμη αγορές. Όμως, η πολεμική ένταση στην περιοχή άλλαξε πλήρως τις θαλάσσιες μεταφορές.
Εκεί που τα πλοία περνούσαν γρήγορα από τη Διώρυγα του Σουέζ, πλέον αναγκάζονται να κάνουν τον γύρο της Αφρικής. Το κόστος μεταφοράς ενός κοντέινερ αυξήθηκε από περίπου 1.000 ευρώ σε 5.500 ευρώ, ενώ ο χρόνος μεταφοράς προς την Ιαπωνία από 30 ημέρες έφτασε στις 65-70 ημέρες. Πρόκειται για δύο εξαιρετικά σοβαρές επιβαρύνσεις, τόσο σε χρόνο όσο και σε κόστος.»
Το μέλλον της ελληνικής χυμοποιίας
Αναφερόμενος στις προοπτικές του κλάδου, ο κ. Δημάκης υπογραμμίζει ότι, για ορισμένους χυμούς, η εταιρεία αναγκάζεται να εισάγει πρώτες ύλες, καθώς τα συγκεκριμένα φρούτα δεν παράγονται στην Ελλάδα.
«Στα πορτοκάλια, όμως, επιδιώκουμε να χρησιμοποιούμε αποκλειστικά ελληνική παραγωγή, γιατί τα ελληνικά πορτοκάλια υπερέχουν τόσο σε χρώμα όσο και σε γεύση και προσδίδουν ιδιαίτερο άρωμα στα προϊόντα μας.
Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι το Ισραήλ έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό την καλλιέργεια εσπεριδοειδών, καθώς απαιτεί μεγάλες ποσότητες νερού και αποφέρει σχετικά χαμηλή κερδοφορία.»
Ο ίδιος επισημαίνει ότι οι βασικοί ανταγωνιστές της Ελλάδας είναι πλέον η Αίγυπτος, με παραγωγή περίπου 3 εκατ. τόνων, και η Τουρκία.
«Η Ισπανία αντιμετωπίζει προβλήματα παρόμοια με αυτά της Ελλάδας: μικρό κλήρο, γηρασμένο αγροτικό πληθυσμό και υψηλό κόστος παραγωγής. Υπολογίζεται ότι το 20%-30% των καλλιεργειών έχει ήδη εγκαταλειφθεί, ενώ όσοι συνεχίζουν δίνουν καθημερινό αγώνα για να παραμείνουν στον κλάδο.
Το βασικό ερώτημα είναι ποιος θα μπορέσει να παραμείνει ανταγωνιστικός πουλώντας φθηνά στην ευρωπαϊκή αγορά. Η ελληνική χυμοποιία εκτιμώ ότι θα περιοριστεί στους περίπου 100.000 τόνους. Όταν ο παραγωγός αμείβεται με μόλις 10 λεπτά το κιλό, τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί να συνεχίσει να καλλιεργεί. Από την άλλη πλευρά, τίθεται και το ερώτημα αν η χυμοποιία μπορεί να αντέξει υψηλότερες τιμές παραγωγού.»








