Γεωτεχνική Ενωτική Κίνηση: Πρόληψη πριν από τη φωτιά, λογοδοσία μετά την καταστροφή

Την ανάγκη να μετατοπιστεί το βάρος της πολιτικής για τις δασικές πυρκαγιές από την καταστολή στην πρόληψη αναδεικνύει η Γεωτεχνική Ενωτική Κίνηση (ΓΕΚ), με αφορμή τη μεγάλη πυρκαγιά στην Αττική και τη Βοιωτία, η οποία άφησε πίσω της σημαντικές οικολογικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που επικαλείται η ΓΕΚ, η περίμετρος της πυρκαγιάς ανέρχεται σε περίπου 113.400 στρέμματα, στην πλειονότητά τους δασικού χαρακτήρα. Η Ένωση εκφράζει την αλληλεγγύη της στους κατοίκους και τους παραγωγούς των πληγεισών περιοχών, καθώς και τις ευχαριστίες της σε όσους συμμετείχαν στην αντιμετώπιση της πυρκαγιάς.
Στην ανακοίνωσή της, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η κλιματική κρίση, ακόμη και όταν λειτουργεί ως «πολλαπλασιαστής κινδύνου», δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για διαχρονικές αδυναμίες στη δασοπροστασία. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνει την υποστελέχωση των Δασικών Υπηρεσιών, την εγκατάλειψη της ενεργού διαχείρισης των δασών, την ανεπαρκή πρόληψη και την υπερβολική εξάρτηση από την καταστολή και τα εναέρια μέσα.
Η ΓΕΚ επισημαίνει ότι τα αεροσκάφη αποτελούν σημαντικό εργαλείο στη μάχη με τις πυρκαγιές, δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν τις επίγειες δυνάμεις, την επιτήρηση, τη γνώση του δασικού χώρου και την έγκαιρη παρέμβαση. Παράλληλα, χαρακτηρίζει την εκκένωση αυτονόητη όταν απειλούνται ανθρώπινες ζωές, σημειώνοντας όμως ότι αυτή δεν μπορεί να υποκαθιστά τον επιχειρησιακό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση του ίδιου του δασικού μετώπου.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της Γεωτεχνικής Ενωτικής Κίνησης:
Δασικές πυρκαγιές: πρόληψη πριν από τη φωτιά, λογοδοσία μετά την καταστροφή
Η ΓΕΚ εκφράζει την αλληλεγγύη της στους κατοίκους και στους παραγωγούς των πληγεισών περιοχών και την ευγνωμοσύνη της σε όλους όσοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Η αμφισβητούμενη ήδη «κλιματική κρίση» μπορεί να λειτουργεί ως ισχυρός πολλαπλασιαστής
κινδύνου, δεν μπορεί όμως να αποτελεί άλλοθι για χρόνια προβλήματα όπως υποστελεχωμένες Δασικές Υπηρεσίες, εγκατάλειψη της ενεργού διαχείρισης των δασών, ανεπαρκή πρόληψη και υπερβολική εξάρτηση από την καταστολή και τα εναέρια μέσα. Τα αεροσκάφη είναι πολύτιμα, αλλά δεν υποκαθιστούν επίγειες δυνάμεις, επιτήρηση, γνώση του δασικού χώρου και έγκαιρη παρέμβαση. Η εκκένωση είναι αυτονόητη και αδιαπραγμάτευτη όταν απειλούνται ανθρώπινες ζωές, αλλά δεν μπορεί να υποκαθιστά παράλληλο
επιχειρησιακό σχεδιασμό για το δασικό μέτωπο.
Το ίδιο ισχύει για το AntiNero. Χρήσιμα έργα υπάρχουν, όμως η αποτελεσματικότητα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ δημόσιας δαπάνης δεν αποδεικνύεται με φωτογραφίες ή με το επιχείρημα ότι “θα μπορούσαν να είχαν καεί περισσότερα”. Χρειάζεται δημόσια και ανεξάρτητη αξιολόγηση του κόστους, της ποιότητας, της συντήρησης και του πραγματικού αποτελέσματος κάθε παρέμβασης.
Η ΓΕΚ ζητά συγκεκριμένα:
• Μόνιμη και ουσιαστική ενίσχυση των Δασικών Υπηρεσιών με δασολόγους, δασοπόνους,
δασοφύλακες, τεχνικό προσωπικό και αξιοποίηση αποφοίτων ειδικοτήτων Δασικής Προστασίας, μαζί με σύγχρονα μέσα και οργάνωση
• σταθερή χρηματοδότηση της πρόληψης όλο τον χρόνο, ολοκλήρωση των εκκρεμών διαχειριστικών μελετών και επικαιροποίηση των προδιαγραφών των αντιπυρικών σχεδίων με σύγχρονα δεδομένα για καύσιμη ύλη, καιρό και ιστορικό πυρκαγιών
• ειδική στόχευση σε περιοχές που καίγονται επανειλημμένα, με συστηματική επιτήρηση, διερεύνηση αιτίων και προληπτικό σχεδιασμό
• άμεσο, επιστημονικά τεκμηριωμένο σχέδιο μεταπυρικής αποκατάστασης και ουσιαστική προστασία της άγριας πανίδας και των καμένων και οικολογικά συνδεδεμένων ζωνών
Η χώρα δεν χρειάζεται ακόμη μία επικοινωνιακή διαχείριση μετά τη φωτιά. Χρειάζεται κράτος πρόληψης πριν από τη φωτιά, ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες, κοινό επιχειρησιακό σχεδιασμό και λογοδοσία με μετρήσιμα αποτελέσματα.
Ως κρίσιμο επόμενο βήμα, η ΓΕΚ επαναφέρει την ανάγκη συγκρότησης ενός ενιαίου, εξειδικευμένου και επαρκώς στελεχωμένου φορέα δασοπροστασίας, που θα συνδέει οργανικά την πρόληψη, την καταστολή και την αποκατάσταση, με σαφείς ρόλους και χωρίς πρόχειρη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε ήδη υποστελεχωμένες υπηρεσίες. Την κατεύθυνση αυτή έχουν επανειλημμένα αναδείξει το Πόρισμα Goldammer και το πόρισμα του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. για τις πυρκαγιές του Έβρου. Δεν χρειαζόμαστε άλλο ένα πόρισμα στο συρτάρι, αλλά πολιτική απόφαση και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής».








