Ν. Μυλόπουλος: Ο μεγάλος ασθενής της Θεσσαλίας είναι ο υπόγειος υδροφορέας

Διπλασιασμό των επεισοδίων ξηρασίας στη Θεσσαλία, τόσο ως προς τη συχνότητα όσο και ως προς την ένταση και την έκτασή τους, δείχνουν τα επιστημονικά μοντέλα για τις επόμενες δεκαετίες, όπως ανέφερε ο καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Διευθυντής του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Ανάλυσης Υδατικών Συστημάτων, Νικήτας Μυλόπουλος, μιλώντας για τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και τη διαχείριση του νερού στην ΕΡΤ Βόλου.
Όπως εξήγησε, η Μεσόγειος και ιδιαίτερα η Ελλάδα αποτελούν «hotspot της κλιματικής κρίσης», με τα ακραία υδρολογικά φαινόμενα να γίνονται συχνότερα και εντονότερα. «Οι πλημμύρες είναι ακόμα πιο καταστροφικές και οι ξηρασίες ακόμα πιο έντονες», σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι η Θεσσαλία έχει ήδη βιώσει αλλεπάλληλα ακραία φαινόμενα. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι προβλέψεις δείχνουν ότι «θα διπλασιαστούν τα επεισόδια ξηρασίας και σε ένταση και σε δριμύτητα και σε συχνότητα και σε έκταση».
Ο κίνδυνος ερημοποίησης
Ο Νικήτας Μυλόπουλος συνέδεσε άμεσα την αυξανόμενη ξηρασία με τον κίνδυνο ερημοποίησης, επισημαίνοντας ότι διεθνείς επιστημονικές μελέτες αλλά και του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας που επικαιροποιούνται όποτε υπάρχει δυνατότητα, καταγράφουν ήδη σοβαρό κίνδυνο για σημαντικό τμήμα της ελληνικής επικράτειας. «Αν συνεχιστούν αυτά τα φαινόμενα ξηρασίας και μάλιστα διπλασιαστούν και δεν κάνουμε τίποτα για να τα αντιμετωπίσουμε, τότε η ερημοποίηση έρχεται δυστυχώς με μεγάλα βήματα», είπε. Διευκρίνισε πάντως ότι ερημοποίηση δεν σημαίνει ότι η Θεσσαλία θα μετατραπεί ξαφνικά σε έρημο. «Δεν θα ξυπνήσουμε αύριο και θα είναι έρημος η Θεσσαλία», ανέφερε, εξηγώντας ότι πρόκειται για σταδιακή διαδικασία υποβάθμισης. Μια περιοχή, όπως είπε, μπορεί να φτάσει στο σημείο «να μην μπορεί να συντηρήσει πια καμία καλλιέργεια, καμία αναπτυξιακή λειτουργία».
«Κάθε χρόνο η στάθμη πέφτει όλο και πιο βαθιά»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην κατάσταση των υπόγειων νερών της Θεσσαλίας. Η υπερκατανάλωση, όπως ανέφερε, ξεκίνησε σταδιακά από τη δεκαετία του 1970 και αυξήθηκε σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες, δημιουργώντας ένα διαρκώς αρνητικό υδατικό ισοζύγιο. «Ο μεγάλος ασθενής της Θεσσαλίας, σε ό,τι αφορά τα υδατικά ζητήματα, είναι ο υπόγειος υδροφορέας», τόνισε. Το πρόβλημα, όπως εξήγησε, λειτουργεί σωρευτικά: κάθε χρονιά κατά την οποία καταναλώνεται περισσότερο νερό από όσο αναπληρώνεται προστίθεται στο έλλειμμα των προηγούμενων ετών. «Κάθε χρόνο η στάθμη πέφτει όλο και πιο βαθιά, όλο και πιο κάτω. Κάποια στιγμή δεν θα υπάρχει νερό, να το πω πολύ λαϊκά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σπατάλη νερού ακόμη και 50% έως 70%
Κατά τον καθηγητή, το πρόβλημα δεν οφείλεται μόνο στην κλιματική κρίση αλλά και στο μοντέλο αγροτικής παραγωγής και στις ελλιπείς υποδομές. Έκανε λόγο για ένα γεωργικό μοντέλο με πολύ μεγάλες ανάγκες σε νερό, ελλείψεις σε ταμιευτήρες, παλαιά δίκτυα μεταφοράς και απουσία σύγχρονων αρδευτικών συστημάτων. «Συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε ένα μοντέλο γεωργικής ανάπτυξης που είναι στρεβλό, που πίνει πολύ περισσότερο νερό από όσο θα έπρεπε», ανέφερε.
Ιδιαίτερα υψηλές, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσίασε, είναι και οι απώλειες νερού κατά τη μεταφορά και τη διανομή του. «Προσεγγίζουμε σε 50 με 60, μπορεί και 70% σπατάλη νερού», είπε, επισημαίνοντας ότι οι απώλειες αυτές προστίθενται στην ήδη αυξημένη ζήτηση.
«Μπορεί να βρέχει και να μην έχουμε νερό»
Ο Νικήτας Μυλόπουλος απέρριψε ως φαινομενική την αντίφαση ανάμεσα στις μεγάλες πλημμύρες και στη λειψυδρία. «Μπορεί να βρέχει και να μην έχουμε νερό», είπε, εξηγώντας ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς συλλέγεται, αποθηκεύεται και χρησιμοποιείται το διαθέσιμο νερό. Για τον ίδιο, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί «ολιστική προσέγγιση»: έργα ορεινής οικονομίας, παρεμβάσεις βασισμένες στη φύση, αναδασώσεις, έργα συλλογής και μεταφοράς νερού, σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, αλλά και αλλαγή του μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. «Όλα αυτά, το ένα επηρεάζει το άλλο», τόνισε.
Παράλληλα άσκησε κριτική στις διοικητικές αλλαγές που προωθούνται στη διαχείριση του νερού, εκτιμώντας ότι δεν απαντούν στην ουσία του προβλήματος. Όπως υπογράμμισε, «η λειψυδρία δημιουργείται στην άρδευση, δημιουργείται στα χωράφια», επομένως από εκεί, κατά την άποψή του, θα πρέπει να ξεκινήσουν οι βασικές παρεμβάσεις. Κλείνοντας, επισήμανε ότι η επιστημονική κοινότητα προσπαθεί να επικαιροποιεί όσο συχνότερα μπορεί τα δεδομένα, μέσα από ερευνητικά προγράμματα, πανεπιστημιακές εργασίες και ίδιους πόρους.








