BAYER: Η ευρωπαϊκή γεωργία χάνει έδαφος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό

Η ευρωπαϊκή γεωργία βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη πρόκληση: Nα διατηρήσει την παραγωγική της βάση, ενισχύοντας παράλληλα την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητά της απέναντι στις κλιματικές και γεωπολιτικές πιέσεις. Η παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνεται με βραδύτερους ρυθμούς από ό,τι σε άλλες μεγάλες αγροτικές οικονομίες, ενώ οι παραγωγοί καλούνται να αντιμετωπίσουν αυξημένο κόστος εισροών, περιορισμό των διαθέσιμων λύσεων φυτοπροστασίας και καθυστερήσεις στην πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες.
Αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης που εκπονήθηκε από την εταιρεία οικονομικής συμβουλευτικής, πρόβλεψης και ανάλυσης Oxford Economics για λογαριασμό της Bayer και παρουσιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο διαδικτυακής εκδήλωσης για το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας. Η έρευνα συνδυάζει οικονομική ανάλυση, εις βάθος συνεντεύξεις με περίπου 90 αγρότες σε οκτώ ευρωπαϊκές αγορές και δημοσκοπική έρευνα με δείγμα περισσότερους από 8.000 καταναλωτές.
Το κεντρικό μήνυμα της Bayer είναι ότι η γεωργία πρέπει να αντιμετωπιστεί ως στρατηγικός πυλώνας της ευρωπαϊκής αυτονομίας, ισότιμα με τομείς όπως η ενέργεια, οι ψηφιακές υποδομές και η άμυνα. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι απαιτείται ταχύτερη αξιολόγηση και υιοθέτηση καινοτομιών, χωρίς υποχώρηση από τα υψηλά πρότυπα ασφάλειας, καθώς και ένα κανονιστικό πλαίσιο περισσότερο αναλογικό ως προς τους πραγματικούς κινδύνους και τα οφέλη κάθε τεχνολογίας.
Μεγάλη απόσταση από τους ανταγωνιστές
Η εικόνα που προκύπτει από τα οικονομικά στοιχεία είναι ενδεικτική των δυσκολιών που αντιμετωπίζει ο ευρωπαϊκός πρωτογενής τομέας. Σύμφωνα με τη μελέτη, η γεωργική παραγωγή της ΕΕ αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό μόλις 0,1% την περίοδο 2011-2023. Το αντίστοιχο ποσοστό στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε στο 1%, ενώ ο παγκόσμιος μέσος όρος έφτασε το 2%. Στην Κίνα, τον Καναδά και την Ινδία η ετήσια αύξηση κυμάνθηκε μεταξύ 2% και 3%, ενώ στη Βραζιλία ανήλθε σε 3,3%.
Η μακροπρόθεσμη σύγκριση είναι εξίσου αποκαλυπτική. Η μέση αγροτική παραγωγή της ΕΕ ήταν μόλις 2% υψηλότερη από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας, έναντι αύξησης 16% στις ΗΠΑ, 44% στον Καναδά και 51% στη Βραζιλία.
«Η Ευρώπη είναι σε ένα πολύ καλό επίπεδο στη γεωργία. Δεν είναι πίσω γενικώς ως προς τις τεχνολογίες και τις αποδόσεις, απλώς τα τελευταία χρόνια μάς έχουν προλάβει και μας ξεπερνούν οι υπόλοιποι», ανέφερε ο Μανώλης Παναγιωτόπουλος, Unit and CFS Lead Greece, Crop Science της Bayer. Όπως εξήγησε, η ευρωπαϊκή γεωργία διατηρεί ένα σταθερά καλό παραγωγικό επίπεδο από το 2011, αλλά αυτό δεν επαρκεί πλέον για τις συνθήκες του 2026.
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Γρηγόρης Μοσχόπουλος, Crop Science Unit Support Squad Lead – Greece της Bayer, σημείωσε ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, στο οποίο καλείται να αποφασίσει εάν θα διαμορφώνει τις εξελίξεις ή θα ακολουθεί τις επιλογές άλλων αγορών. «Δεν θα αντέξει ο Ευρωπαίος αγρότης χωρίς να έχει μια εργαλειοθήκη που θα μπορέσει να μειώσει αυτό το χάσμα ανθεκτικότητας και ανταγωνιστικότητας», τόνισε.
Η οικονομική σημασία της γεωργίας, πάντως, υπερβαίνει τη συμμετοχή της στο ΑΕΠ. Σύμφωνα με την Oxford Economics, ο κλάδος συνεισφέρει 246 δισ. ευρώ στην οικονομία της ΕΕ και απασχολεί περίπου 4,5 εκατ. ανθρώπους. Επιπλέον, κάθε 1 δισ. ευρώ αγροτικής παραγωγής υποστηρίζει άλλες δραστηριότητες αξίας περίπου 2-3 δισ. ευρώ, μέσα από την αλυσίδα προμηθειών, τον εξοπλισμό, τα λιπάσματα, τη μεταποίηση και τις συναφείς υπηρεσίες.
Το κόστος της κλιματικής αλλαγής
Στο μέτωπο της ανθεκτικότητας, η κλιματική αλλαγή επιβαρύνει ήδη σημαντικά την ευρωπαϊκή παραγωγή. Με βάση εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων που επικαλείται η μελέτη, οι ετήσιες απώλειες στις καλλιέργειες της ΕΕ ανέρχονται σε 17,4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 6,4% της φυτικής παραγωγής. Για το 2050, η έκθεση τοποθετεί τις αναμενόμενες απώλειες σε ένα εύρος 24,8-28,9 δισ. ευρώ, με τη νότια Ευρώπη να συγκαταλέγεται στις περιοχές που ενδέχεται να δεχθούν τις εντονότερες πιέσεις.
Την ίδια στιγμή, οι εξαρτήσεις από εισαγόμενες εισροές καθιστούν το ευρωπαϊκό σύστημα τροφίμων ευάλωτο σε γεωπολιτικές αναταράξεις και προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Η μελέτη αναφέρει ότι η ΕΕ εισάγει περίπου το 70% του φωσφόρου, το 40% του καλίου και το 40% των αζωτούχων λιπασμάτων που χρειάζεται, ενώ επισημαίνει τη συγκέντρωση σημαντικού μέρους των εισαγωγών σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές.
Την εικόνα αυτή επιβεβαιώνει, σε επίπεδο καθημερινής εμπειρίας, η Judith de Voor, κτηνοτρόφος γαλακτοπαραγωγής πέμπτης γενιάς από την Ολλανδία και μέλος του Global Farmer Network. Όπως ανέφερε, οι μεταβολές των καιρικών συνθηκών, οι νέες ασθένειες, το αυξημένο κόστος λιπασμάτων και καυσίμων και οι δυσκολίες στις τιμές διάθεσης των προϊόντων περιορίζουν την οικονομική ανθεκτικότητα των εκμεταλλεύσεων.
«Είναι δύσκολο να είμαστε τόσο οικονομικά ανθεκτικοί όσο θέλουμε ως αγρότες. Και αυτό είναι απαραίτητο, γιατί πρέπει να κάνουμε επενδύσεις για μελλοντικές βελτιώσεις», σημείωσε. Η ίδια υπογράμμισε ότι οι παραγωγοί χρειάζονται πρόσβαση σε καινοτομίες, αλλά και όρους ανταγωνισμού που να μην τους θέτουν σε μειονεκτική θέση έναντι αγροτών σε χώρες όπου διατίθενται ήδη νέες τεχνολογίες.
Μικρότερη εργαλειοθήκη φυτοπροστασίας
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα, που αναδεικνύει η έκθεση, αφορά τη συρρίκνωση των διαθέσιμων λύσεων φυτοπροστασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Bayer, από περισσότερες από 1.000 εγκεκριμένες δραστικές ουσίες στις αρχές της δεκαετίας του 2000, σήμερα παραμένουν περίπου 420. Επιπλέον, τα τελευταία επτά χρόνια αποσύρθηκαν 92 δραστικές ουσίες, ενώ στο ίδιο διάστημα εγκρίθηκε μόλις ένα νέο συνθετικό φυτοπροστατευτικό προϊόν.
Η Bayer υποστηρίζει ότι οι ευρωπαϊκές διαδικασίες έγκρισης είναι χρονοβόρες και κοστοβόρες σε σύγκριση με άλλες αγορές, με αποτέλεσμα οι παραγωγοί να χάνουν πρόσβαση σε λύσεις ταχύτερα από όσο αναπτύσσονται και εγκρίνονται οι νέες εναλλακτικές. Η έκθεση αναφέρει, επίσης, ότι το κόστος εισαγωγής μιας νέας δραστικής ουσίας στην αγορά μπορεί να είναι περίπου 21,4 εκατ. δολάρια στην ΕΕ, έναντι 14 εκατ. δολαρίων στις ΗΠΑ.
«Ο ρυθμός με τον οποίο φεύγουν οι δραστικές ουσίες είναι πολύ μεγαλύτερος από τον ρυθμό με τον οποίο έρχονται», παρατήρησε ο κ. Μοσχόπουλος. Όπως εξήγησε, οι Έλληνες παραγωγοί έρχονται αντιμέτωποι με την κατάργηση προϊόντων που χρησιμοποιούσαν, την ώρα που καλούνται να διαχειριστούν την κλιματική αλλαγή, το αυξημένο κόστος και τις πιέσεις στην ανταγωνιστικότητά τους.
Ο κ. Παναγιωτόπουλος υπογράμμισε ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς η αντικατάσταση ενός καταργημένου προϊόντος με ένα άλλο. Η ελληνική γεωργία χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία καλλιεργειών και διαφορετικές εδαφοκλιματικές συνθήκες, ακόμη και μέσα στην ίδια χώρα. Επομένως, οι παραγωγοί χρειάζονται ευρεία εργαλειοθήκη, ώστε να μπορούν να επιλέγουν την κατάλληλη λύση ανάλογα με την καλλιέργεια και τις συνθήκες του χωραφιού.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών απαιτεί εκπαίδευση, περισσότερα δεδομένα και υποστήριξη από γεωπόνους, γεωπονικά καταστήματα και εταιρείες. «Η τεχνολογία δεν είναι από μόνη της κάτι το οποίο θα φέρει λύση. Έχει πολλή δουλειά, για να γίνει σωστά η υιοθέτησή της», ανέφερε.
Νέες γονιδιωματικές τεχνικές και τεχνητή νοημοσύνη
Σημαντικό πεδίο προβληματισμού αποτελεί η πρόσβαση των Ευρωπαίων αγροτών στις νέες γονιδιωματικές τεχνικές (NGTs), αλλά και σε άλλες τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται ή αναπτύσσονται σε διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με την παρουσίαση της Oxford Economics, οι ΗΠΑ θέσπισαν το σχετικό πλαίσιο το 2019, ενώ στην ΕΕ οι κανόνες για τις νέες τεχνικές διαμορφώθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο, με την εφαρμογή τους να τοποθετείται από το 2028, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση.
Τα στελέχη της Bayer εκτιμούν ότι οι NGTs μπορούν να επιταχύνουν τη βελτίωση των ποικιλιών, επιτρέποντας την ανάπτυξη χαρακτηριστικών όπως η ανθεκτικότητα στην ξηρασία, η καλύτερη αξιοποίηση των θρεπτικών στοιχείων και η αντιμετώπιση ασθενειών. Ωστόσο, δεν αναμένουν ευρεία πρακτική αξιοποίηση των νέων προϊόντων μέσα στα επόμενα δύο ή τρία χρόνια. Όπως ανέφερε ο κ. Παναγιωτόπουλος, εφόσον το πλαίσιο εφαρμογής προχωρήσει σύμφωνα με τον σχεδιασμό, ορισμένες εφαρμογές ενδέχεται να αρχίσουν να γίνονται ορατές μετά το 2030-2032.
Η τεχνητή νοημοσύνη εκτιμάται ότι μπορεί να επιταχύνει, επίσης, την έρευνα και ανάπτυξη νέων προϊόντων. Ως παράδειγμα, ο Γρηγόρης Μοσχόπουλος αναφέρθηκε στο νέο ζιζανιοκτόνο, που βασίζεται στη δραστική ουσία icafolin-methyl της Bayer, για το οποίο η εταιρεία έχει καταθέσει αιτήσεις έγκρισης σε σημαντικές αγορές. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της εταιρείας, πρόκειται για νέο μηχανισμό δράσης για την αντιμετώπιση φυτρωμένων ζιζανίων, τον πρώτο αντίστοιχο εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια. Για την ευρωπαϊκή αγορά, πάντως, η διάθεση τοποθετείται σε μεταγενέστερο χρονικό ορίζοντα, με την εκτίμηση που διατυπώθηκε στη συζήτηση να παραπέμπει στο 2030-2031.
Ο Frank Terhorst, Επικεφαλής Στρατηγικής και Βιωσιμότητας του Τομέα Crop Science της Bayer, υποστήριξε ότι η Ευρώπη πρέπει να αξιοποιήσει την επιστήμη και την καινοτομία, χωρίς να χαλαρώσει τα πρότυπα ασφάλειας. Μεταξύ των προτάσεών του περιλαμβάνονται η αναβάθμιση της γεωργίας σε στρατηγική προτεραιότητα, η διεύρυνση των επιλογών των παραγωγών, η απλούστευση των εγκρίσεων και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης στα επιστημονικά δεδομένα.
Οι καταναλωτές ζητούν πρόσβαση των αγροτών στην καινοτομία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα της έρευνας καταναλωτών. Το 84% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η επισιτιστική ασφάλεια αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας, ενώ το ίδιο ποσοστό υποστηρίζει ότι οι αγρότες πρέπει να έχουν πρόσβαση στις πιο σύγχρονες τεχνολογίες και καινοτομίες. Παράλληλα, το 77% εκτιμά ότι η μείωση της γραφειοκρατίας θα βοηθούσε την Ευρώπη να εξασφαλίσει επαρκή παραγωγή τροφίμων.
Ο Matthias Berninger, Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος Public Affairs, Science, Sustainability & HSE της Bayer, σημείωσε ότι η πλειονότητα των Ευρωπαίων εμφανίζεται περισσότερο δεκτική στην καινοτομία από όσο συχνά εκτιμάται στον δημόσιο διάλογο. Όπως ανέφερε, η επισιτιστική ασφάλεια συνδέεται πλέον στη συνείδηση των πολιτών με την εθνική ασφάλεια, την οικονομική προσιτότητα των τροφίμων και την εξάρτηση από εισαγωγές.
Το ζητούμενο, κατά τον ίδιο, είναι να αξιοποιηθεί αυτή η κοινωνική αποδοχή για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα διευκολύνει την πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες, τόσο στους σπόρους όσο και στη χημική και βιολογική φυτοπροστασία.
Το βασικό διακύβευμα, που αναδεικνύει η έκθεση, είναι η δυνατότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας να διατηρήσει την παραγωγική της βάση σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων πιέσεων. Για την Ελλάδα, όπου η ποικιλομορφία των καλλιεργειών και των συνθηκών παραγωγής είναι ιδιαίτερα μεγάλη, η συζήτηση αφορά όχι μόνο την ταχύτητα έγκρισης νέων τεχνολογιών, αλλά και την ύπαρξη επαρκών επιλογών, την κατάλληλη υποστήριξη των παραγωγών και τη διασφάλιση ότι η καινοτομία θα μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί στο χωράφι, όπως αναφέρθηκε τόσο από τον κ. Παναγιωτόπουλο όσο και τον κ. Μοσχόπουλο.







