Νέα αύξηση στη φέτα με φόντο τη μειωμένη πρώτη ύλη

Ένα είναι το σίγουρο, σύμφωνα με τους συντελεστές της αγοράς: Η φέτα θα ακριβύνει εκ νέου το επόμενο διάστημα, καθώς η σημαντική μείωση του ζωικού κεφαλαίου και της διαθέσιμης ποσότητας αιγοπρόβειου γάλακτος συναντά την αυξανόμενη ζήτηση από τις διεθνείς αγορές και το υψηλότερο κόστος παραγωγής και μεταποίησης. Το ακριβές ύψος των ανατιμήσεων δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί, ωστόσο οι εκπρόσωποι του κλάδου προεξοφλούν ότι οι αυξήσεις θα περάσουν σταδιακά στο ράφι. Υπολογίζεται δε από κάποιους σε 1-1,5 ευρώ/κιλό και από άλλους στα 2 ευρώ το κιλό. Το ζήτημα είναι τι ποσοστό από αυτή την αύξηση θα μετακυλιστεί στον καταναλωτή, ο οποίος έχει δει την τιμή της φέτας να αυξάνεται κατά 5 ευρώ/κιλό τα τελευταία 5 χρόνια.
Μικρότερη παραγωγή
Η απώλεια ζωικού κεφαλαίου από τις ζωονόσους αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που περιορίζουν πλέον την προσφορά πρώτης ύλης. Οι θανατώσεις αιγοπροβάτων έχουν ξεπεράσει τις 500.000, εφόσον συνυπολογιστούν οι θανατώσεις από ευλογιά, πανώλη των μικρών μηρυκαστικών και αφθώδη πυρετό. Ήδη μέχρι την εβδομάδα που ολοκληρώθηκε στις 24 Μαΐου είχαν καταγραφεί 488.754 θανατώσεις μόνο από ευλογιά, ενώ στη συνέχεια η σχετική δημοσίευση των στατιστικών στοιχείων σταμάτησε από την Επιτροπή που είχε συστήσει το ΥΠΑΑΤ.
Η συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου έχει άμεσο αντίκτυπο στην παραγωγή γάλακτος και, κατ’ επέκταση, στη διαθέσιμη ποσότητα φέτας. Οι εκτιμήσεις του τηλεοπτικού ρεπορτάζ – το θέμα απασχόλησε τα τηλεοπτικά κανάλια κατά κόρον τις προηγούμενες μέρες – κάνουν λόγο για περίπου 80.000 τόνους λιγότερο γάλα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 20.000 τόνους φέτας. Από τους περίπου 140.000 τόνους ετήσιας παραγωγής, η εκτίμηση είναι ότι η διαθέσιμη ποσότητα θα υποχωρήσει στους 120.000 τόνους.
Ο πρόεδρος της ΕΘΕΑΣ, Παύλος Σατολιάς, μιλώντας σε πρωινή ενημερωτική εκπομπή τη Δευτέρα, έδωσε μια πιο λεπτομερή αποτύπωση της απώλειας, υπολογίζοντας σε περίπου 15.000 τόνους την ποσότητα φέτας που αντιστοιχεί στην απώλεια ζωικού κεφαλαίου. Παράλληλα, υπολόγισε σε περίπου 7.000 τόνους την ετήσια αύξηση των εξαγωγών, που σημαίνει συνολικό έλλειμμα περίπου 22.000 τόνων σε σχέση με τις ανάγκες της αγοράς. Όπως ανέφερε, η κανονική ετήσια παραγωγή φέτας ανέρχεται περίπου στους 145.000 τόνους. Άρα μένουν για την εγχώρια αγορά περί τους 123.000 τόνους φέτας.
Ζήτηση από έξω
Στην πλευρά της ζήτησης, οι εξαγωγές συνεχίζουν να αυξάνονται με ρυθμό περίπου 6%-7% ετησίως. Ο κ. Σατολιάς σημείωσε ότι η ελληνική αγορά έχει ουσιαστικά κορυφωθεί και ότι η μεγαλύτερη προοπτική ανάπτυξης βρίσκεται πλέον στις διεθνείς αγορές. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση για ένα προϊόν του οποίου η διαθέσιμη πρώτη ύλη περιορίζεται.
Η πίεση δεν προέρχεται, ωστόσο, μόνο από την προσφορά και τη ζήτηση. Το αυξημένο κόστος παραγωγής επηρεάζει τόσο τον κτηνοτρόφο όσο και τη μεταποίηση. Ενδεικτικά, για τη λειτουργία του εργοστασίου φέτας στα Καλάβρυτα απαιτούνται σημαντικές ποσότητες καυσίμων, καθώς η μονάδα λειτουργεί με υγραέριο και πετρέλαιο και διαθέτει στόλο 13 βυτίων.
Ο συνδυασμός μικρότερης προσφοράς, αυξημένης ζήτησης και υψηλότερου κόστους δημιουργεί, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΘΕΑΣ, τις συνθήκες για άνοδο της τιμής.
Από 12 έως 15 ευρώ το κιλό
Ήδη η πορεία της τιμής στο ράφι καταγράφει σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν από το τηλεοπτικό ρεπορτάζ του Mega, η λιανική τιμή της χύμα (βαρελίσιας) φέτας διαμορφωνόταν τον Ιανουάριο του 2022 στα 8-8,50 ευρώ το κιλό, τον Ιανουάριο του 2023 στα 9-11,50 ευρώ, τον Ιανουάριο του 2024 στα 12-12,50 ευρώ, τον Ιανουάριο του 2025 στα 12,70 ευρώ και τον Ιανουάριο του 2026 στα 13,50 ευρώ το κιλό.
Σήμερα, σύμφωνα με τον κ. Σατολιά, η χύμα φέτα κινείται περίπου μεταξύ 12 και 13,50 ευρώ το κιλό, ενώ η επώνυμη τυποποιημένη φέτα βρίσκεται υψηλότερα. Ο ίδιος εκτιμά ότι μια αύξηση κατά 1 έως 1,50 ευρώ το κιλό θα μπορούσε να προκύψει εάν το σύνολο της επιβάρυνσης μετακυλιστεί στην κατανάλωση, αποκλείοντας, όπως είπε, ένα επίπεδο της τάξης των 17 ευρώ, καθώς θεωρεί ότι δεν θα μπορούσε να το αντέξει ο καταναλωτής.
Το ζητούμενο για την αγορά είναι πλέον το ύψος της μετακύλισης. Όπως σημείωσε ο πρόεδρος της ΕΘΕΑΣ, τόσο οι συνεταιρισμοί όσο και οι επιχειρήσεις του κλάδου αναμένεται να προχωρήσουν σε αυξήσεις προς το λιανεμπόριο, με στόχο παράλληλα να μεταφερθεί στον καταναλωτή όσο το δυνατόν μικρότερο μέρος της συνολικής επιβάρυνσης.
Στην άλλη πλευρά της αλυσίδας, οι παραγωγοί αιγοπρόβειου γάλακτος ζητούν ήδη υψηλότερη τιμή, της τάξης των 15 έως 25 λεπτών το κιλό για το πρόβειο γάλα. Η εξίσωση της φέτας, επομένως, γίνεται ολοένα πιο σύνθετη: Η πρωτογενής παραγωγή χρειάζεται υψηλότερο εισόδημα για να διατηρήσει και να ανασυστήσει το ζωικό κεφάλαιο, η μεταποίηση αντιμετωπίζει αυξημένα λειτουργικά κόστη και η κατανάλωση έχει περιορισμένες δυνατότητες να απορροφήσει νέες ανατιμήσεις.








