Αφθώδης: Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. «δείχνει» την υποστελέχωση του ΥΠΑΑΤ – «Δεν είναι μεταρρύθμιση, είναι παραδοχή αδυναμίας»

Για «παραδοχή αδυναμίας του ΥΠΑΑΤ» κάνει λόγο το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, αντιδρώντας στη μεταφορά του επιχειρησιακού συντονισμού για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. ζητά την ενίσχυση των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών, σαφή διοικητική δομή και ουσιαστικό θεσμικό διάλογο, υπογραμμίζοντας ότι η συνδρομή των στρατιωτικών κτηνιάτρων δεν μπορεί να μετατραπεί σε υποκατάσταση των πολιτικών κτηνιατρικών αρχών.
Ακολουθεί ολόκληρη η ανακοίνωση του ΓΕΩΤ.Ε.Ε.:
«Η απόφαση για τη μεταφορά του επιχειρησιακού συντονισμού της αντιμετώπισης του αφθώδους πυρετού στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας αποτελεί, δυστυχώς, μια απόφαση που δεν λύνει ένα πρόβλημα αλλά αποκαλύπτει το μέγεθος του.
Έπειτα από μήνες παρουσίας και εξάπλωσης της νόσου στη Λέσβο, και ενώ το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας και οι γεωτεχνικοί φορείς είχαν επανειλημμένα προειδοποιήσει για τις αδυναμίες του μηχανισμού αντιμετώπισης της επιζωοτίας, η Πολιτεία επιλέγει σήμερα όχι να ενισχύσει τις αρμόδιες δημόσιες κτηνιατρικές υπηρεσίες, αλλά να μεταφέρει τον επιχειρησιακό τους συντονισμό σε άλλο Υπουργείο.
Ας ειπωθεί καθαρά: αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι παραδοχή αδυναμίας του ΥΠΑΑΤ.
Και ακόμη περισσότερο, είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής που επί χρόνια άφησε τις δημόσιες κτηνιατρικές υπηρεσίες να αποδυναμώνονται, παρά τις συνεχείς προειδοποιήσεις των επιστημονικών φορέων.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. δεν ανακαλύπτει σήμερα το πρόβλημα. Το έχουμε επισημάνει ξανά και ξανά. Έχουμε ζητήσει επαρκή στελέχωση. Έχουμε προειδοποιήσει για τις συνέπειες της αποδυνάμωσης των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών. Έχουμε υπερασπιστεί τον επιστημονικό ρόλο των κτηνιάτρων εκεί όπου άλλοι τον υποβάθμιζαν.
Και δυστυχώς, σήμερα, η πραγματικότητα μάς δικαιώνει.
Μόλις τον Μάιο του 2025, από το βήμα της Βουλής, ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας παρουσίαζε περίπου ως υπερβολικό τον αριθμό των κτηνιάτρων των Ενόπλων Δυνάμεων και αμφισβητούσε το εύρος του έργου που επιτελούν.
Έναν χρόνο αργότερα, η ίδια Πολιτεία όχι μόνο χρειάζεται τους στρατιωτικούς κτηνιάτρους για την αντιμετώπιση μιας μεγάλης επιζωοτικής κρίσης, αλλά τους αναθέτει ουσιαστικά και τον επιχειρησιακό συντονισμό της.
Η αντίφαση είναι προφανής.
Οι επιστήμονες που χθες παρουσιάζονταν περίπου ως πλεονάζον προσωπικό, σήμερα εμφανίζονται ως αναγκαίοι για να μπορέσει να λειτουργήσει ο κρατικός μηχανισμός.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. είχε δίκιο τότε που υπερασπιζόταν τον ρόλο τους. Και έχει δίκιο σήμερα όταν λέει ότι η αξιοποίησή τους δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την εγκατάλειψη των πολιτικών κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Οι στρατιωτικοί κτηνίατροι είναι πολύτιμο επιστημονικό δυναμικό της χώρας και η συνδρομή τους σε μία έκτακτη υγειονομική κρίση είναι απολύτως αναγκαία και θεμιτή.
Άλλο όμως η συνδρομή. Και άλλο η υποκατάσταση.
Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες των Περιφερειών αποτελούν τον θεσμικό κορμό του επίσημου κτηνιατρικού ελέγχου της χώρας. Διαθέτουν γνώση των εκτροφών, των τοπικών συνθηκών και της παραγωγικής πραγματικότητας και έχουν την ευθύνη εφαρμογής της εθνικής και ευρωπαϊκής κτηνιατρικής νομοθεσίας.
Δεν είναι υπηρεσίες δεύτερης κατηγορίας. Δεν είναι υπηρεσίες που, όταν το κράτος δυσκολεύεται, μπορούν να τίθενται κάτω από μία παράλληλη διοικητική δομή. Και κυρίως, δεν μπορεί η χρόνια υποστελέχωσή τους να αντιμετωπίζεται κάθε φορά με μια προσωρινή μεταφορά ευθύνης.
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ο καθοριστικός ρόλος των Γεωπόνων συναδέλφων οι οποίοι συνδράμουν ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των επιζωοτιών καθώς είναι αυτοί που έχουν την ευθύνη της καταμέτρησης του ζωικού πληθυσμού που οδηγείται προς σφαγή. Οι συνάδελφοι υπερβαίνοντας κατά πολύ ,τις δικαιούμενες ημέρες εκτός έδρας, μετακινούνται με ίδια μέσα και κάτω από επιβαρυμένες υγειονομικές συνθήκες ,συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αντιμετώπιση των επιζωοτιών.
Η επιλογή αυτή δεν θεραπεύει την αιτία. Κρύβει το σύμπτωμα και μεταθέτει την ευθύνη.
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι η προβλεπόμενη υπαγωγή πολιτικών υπηρεσιών σε επιχειρησιακές οδηγίες στρατιωτικού μηχανισμού, ακόμη και με πρόβλεψη πειθαρχικών συνεπειών, δημιουργεί κρίσιμα ερωτήματα για τη διοικητική ιεραρχία, την επιστημονική ευθύνη, την υπογραφή διοικητικών πράξεων και την ίδια τη λειτουργία των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Και υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα που με τον σημερινό Υπουργό είναι πάγια τακτική. Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. είναι ο θεσμοθετημένος σύμβουλος της Πολιτείας για τα γεωτεχνικά ζητήματα. Οι κτηνίατροι και οι γεωτεχνικοί βρίσκονται καθημερινά στο πεδίο.
Δεν είναι δυνατόν οι αποφάσεις που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών και την αντιμετώπιση μιας τόσο σοβαρής επιζωοτίας να λαμβάνονται χωρίς ουσιαστικό θεσμικό διάλογο με αυτούς που γνωρίζουν το αντικείμενο και καλούνται να εφαρμόσουν τα μέτρα.
Η επιστήμη δεν μπορεί να αγνοείται. Πρέπει να βρίσκεται στο τραπέζι όταν οι αποφάσεις σχεδιάζονται.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. δεν πρόκειται να παραμείνει παρατηρητής όταν αποδυναμώνονται οι γεωτεχνικές υπηρεσίες της χώρας. Δεν πρόκειται να αποδεχθεί ότι κάθε κρίση θα αντιμετωπίζεται με έναν νέο αυτοσχεδιασμό. Και δεν πρόκειται να δεχθεί ότι οι επιστήμονες του Δημοσίου θα καλούνται κάθε φορά να πληρώνουν τις συνέπειες προβλημάτων για τα οποία προειδοποιούν εδώ και χρόνια.
Η χώρα δεν χρειάζεται άλλες πρόχειρες λύσεις.
Χρειάζεται μόνιμη και επαρκή στελέχωση των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών. Χρειάζεται νέους κτηνιάτρους στο πεδίο. Χρειάζεται μέσα και πόρους. Χρειάζεται σαφή διοικητική δομή. Χρειάζεται σχέδιο που να λειτουργεί πριν εμφανιστεί η επόμενη κρίση και όχι να σχεδιάζεται ενώ αυτή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Για τον λόγο αυτό το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας καλεί την Κυβέρνηση:
· να επανεξετάσει άμεσα τη μεταφορά του επιχειρησιακού συντονισμού στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας,
· να διατηρήσει την επιστημονική και διοικητική ευθύνη στις κατά νόμο αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές,
· να αξιοποιήσει πλήρως τους στρατιωτικούς κτηνιάτρους ως πολύτιμη δύναμη συνδρομής και όχι ως μηχανισμό υποκατάστασης των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών,
· να προχωρήσει άμεσα σε μόνιμες προσλήψεις και ουσιαστική στελέχωση των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών των Περιφερειών,
· να αποσαφηνίσει χωρίς καθυστέρηση το επιχειρησιακό σχέδιο, την αλυσίδα διοίκησης και τις επιστημονικές ευθύνες,
· και να ξεκινήσει πραγματικό θεσμικό διάλογο με το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. και τους επιστημονικούς φορείς των κτηνιάτρων.
Δεν μπορεί κάθε νέα επιζωοτία να μας βρίσκει να ανακαλύπτουμε από την αρχή το κράτος.
Η προστασία της κτηνοτροφίας, του ζωικού κεφαλαίου, της δημόσιας υγείας και της ελληνικής παραγωγής απαιτεί ισχυρές δημόσιες υπηρεσίες και σεβασμό στην επιστημονική γνώση.
Και αυτό δεν αποτελεί συντεχνιακό αίτημα των κτηνιάτρων. Είναι ζήτημα προστασίας της ελληνικής κτηνοτροφίας και του δημοσίου συμφέροντος».








