Αισθητές οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις γεωργικές αποδόσεις

Αισθητές είναι οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στις γεωργικές αποδόσεις, με την τάση για την ελληνική παραγωγή σιταριού, κριθαριού και ζαχαρότευτλων να είναι αρνητική.

Όλο και περισσότερα πορίσματα επίκαιρων μελετών για την επίδραση των μακροπρόθεσμων μεταβολών της θερμοκρασίας στις γεωργικές αποδόσεις επιβεβαιώνονται με το πέρασμα του χρόνου.

Εστιάζοντας στη στασιμότητα που παρατηρείται στις ευρωπαϊκές αποδόσεις σίτου και κριθαριού από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, σε μια μελέτη, που δημοσιεύτηκε από την Εθνική Ακαδημία των Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS), συμπεραίνεται ότι μέρος αυτής της επιβράδυνσης μπορεί να αποδοθεί στις κλιματικές τάσεις. Για αρκετές περιοχές της Νότιας Ευρώπης, μάλιστα, η εκτίμηση κάνει λόγο για πολύ σοβαρότερες επιπτώσεις. Σήμερα, οι ανησυχητικοί οιωνοί δείχνουν να επιβεβαιώνονται για την υπόλοιπη Ευρώπη και τη χώρα μας, ενώ οι νέες μελέτες φέρνουν στην επιφάνεια ολοένα και πιο ανησυχητικά στοιχεία.

Όπως επισημαίνεται στη δημοσίευση της Αμερικανικής Ακαδημίας των Επιστημών, βασικοί παράγοντες της στασιμότητας της παραγωγής είναι οι αλλαγές της αγροτικής πολιτικής και η κλιματική αλλαγή. Ιδιαίτερα για τη Νότια Ευρώπη, οι αυξητικές τάσεις της θερμοκρασίας είναι μεγάλες σε σχέση με τις φυσικές διακυμάνσεις των οικοσυστημάτων. Συνεπώς, οι αποδόσεις έχουν επηρεαστεί περισσότερο.

Στο σχετικό γράφημα, αποτυπώνεται ο αντίκτυπος της εξέλιξης των θερμοκρασιών και των βροχοπτώσεων ανά ευρωπαϊκή χώρα, κατά τη διάρκεια των καλλιεργητικών περιόδων για το διάστημα 1989-2009. Οι μεταβολές της θερμοκρασίας και των βροχοπτώσεων στην Ευρώπη έχουν μειώσει τις μέσες αποδόσεις σίτου και κριθαριού σε ολόκληρη την ήπειρο, με αυτό να συμβαίνει κατά 2,5% και 3,8% αντίστοιχα, σύμφωνα με τις επισημάνσεις των μελετητών. Στον αντίποδα, παρατηρείται οριακή αύξηση των αποδόσεων στα ζαχαρότευτλα (0,2%) και στο καλαμπόκι (0,3%), αν και, όσον αφορά τα τεύτλα, υπεύθυνη για το θετικό πρόσημο είναι αποκλειστικά η Βόρεια Ευρώπη.

Η δυσμενής θέση της Ελλάδας

Για να αντιληφθούμε το πώς έχει η πραγματική εικόνα για τη Νότια Ευρώπη, αρκεί μια ματιά στα στοιχεία για την Ελλάδα. Στη χώρα μας, κατά την εικοσαετία 1989-2009, μόνο η παραγωγή καλαμποκιού έχει σημειώσει αύξηση των στρεμματικών της αποδόσεων, η οποία, πάντως, είναι υπολογίσιμη, υπερβαίνοντας το 30%, καθώς φαίνεται ότι οι νέες κλιματικές τάσεις δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για την εν λόγω καλλιέργεια. Αντιθέτως, οι ελληνικές αποδόσεις σιταριού, κριθαριού και ζαχαρότευτλων βαίνουν μειούμενες. Μάλιστα, μεγαλύτερο πλήγμα έχουν δεχθεί τα τεύτλα, αιτιολογώντας τη μεγάλη μείωση που πράγματι έχει παρατηρηθεί τελευταία στις εν Ελλάδι καλλιεργούμενες εκτάσεις τους.

Όπως αποσαφηνίζεται στο περιεχόμενο της μελέτης, το συγκεκριμένο εύρος μεταβολής της θερμοκρασίας έχει χαμηλότερη ισχύ στην απόδοση του καλαμποκιού, συνεπώς είναι λογικό που η συγκεκριμένη καλλιέργεια διατηρεί τη δυναμική της στην Ελλάδα. Αντιθέτως, τα αποτελέσματα για το σιτάρι, το κριθάρι και τα ζαχαρότευτλα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την επίδραση των μακροπρόθεσμων τάσεων της θερμοκρασίας στις αποδόσεις. Πιο συγκεκριμένα, η αρνητική επίπτωση στις αποδόσεις του σιταριού στην Ελλάδα κυμάνθηκε στο 3%, στο κριθάρι στο 10%, ενώ στα ζαχαρότευτλα έφτασε στο 20%. Βλέπουμε, λοιπόν, μια θεμελιώδη σύνδεση ανάμεσα στην κλιματική αλλαγή –που οφείλεται σε ανθρωπογενείς αιτίες– και στην ξεκάθαρα αρνητική τάση που παρατηρείται στη χώρα μας για τις τρεις προαναφερθείσες καλλιέργειες. Πλέον, αυτές οι τάσεις γίνονται περισσότερο ορατές και στους εγχώριους καλλιεργητές.

Ανησυχητικά τα πορίσματα για το μέλλον

Σε μια άλλη μελέτη που δημοσιεύει η Αμερικανική Ακαδημία των Επιστημών και αφορά την παγκόσμια σφαίρα, το μακρινό μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο και για τις τέσσερις καλλιέργειες. Συνδυάζοντας πλήθος πρόσφατα δημοσιευμένων αποτελεσμάτων και λαμβάνοντας υπόψη μεγάλο εύρος μεθόδων ανάλυσης, η μελέτη ερευνά το σενάριο κατά το οποίο δεν θα εφαρμοστούν επαρκώς πρακτικές για την αναστροφή της υπάρχουσας τάσης. Ως τέτοιες πρακτικές θεωρούνται, για παράδειγμα, η αύξηση της «γονιμοποίησης» από διοξείδιο του άνθρακα, η γενετική βελτίωση και η αποτελεσματική προσαρμογή στις νέες κλιματικές συνθήκες. Σε αυτή την περίπτωση, κάθε βαθμός Κελσίου, που θα προστίθεται στη μέση παγκόσμια θερμοκρασία, θα μειώνει κατά μέσο όρο τις παγκόσμιες αποδόσεις του σιταριού κατά 6,0%, του ρυζιού κατά 3,2%, του καλαμποκιού κατά 7,4% και της σόγιας κατά 3,1%. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η πιθανώς δραστική άνοδος, που θα έχει διαγράψει η παγκόσμια θερμοκρασία προς τα τέλη του 21ου αιώνα, θα βλάψει σοβαρά και τις καλλιέργειες καλαμποκιού, με τα αποτελέσματα, άλλωστε, να ποικίλλουν από περιοχή σε περιοχή.