BRUNO SEMPIO: «Οι αποδόσεις είναι το ισχυρό χαρτί της ελληνικής ορυζοκαλλιέργειας»

«Από τη μια, χρειαζόμαστε περισσότερο ευρωπαϊκό ρύζι, από την άλλη, πρέπει και ο πελάτης μας να σέβεται την τιμή του ρυζιού που παράγεται στην Ευρώπη»

BRUNO SEMPIO, πρόεδρος Εuricom SpA
-Διαφήμιση-
Την εκτίμηση ότι η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στο αβαντάζ των αυξημένων αποδόσεων, προκειμένου να ενισχύσει τη θέση της στον χάρτη της παγκόσμιας αγοράς ρυζιού, διατυπώνει στην αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στη Θεσσαλονίκη στην «ΥΧ» ο πρόεδρος της Euricom SpA, Βruno Sempio.

-Κύριε Sempio, δώστε μας ένα σύντομο προφίλ της Εuricom.

Είμαστε μια οικογενειακή επιχείρηση, που δημιούργησε ο πατέρας μου, ο οποίος έχει μια διαδρομή 55 χρόνων στο ρύζι. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1988 στην Ιταλία. Πέντε χρόνια μετά, αποκτήσαμε παρουσία στην Ισπανία, ενώ το 1995 ήρθαμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, δημιουργώντας με τον Σταύρο Κωνσταντινίδη μια εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στα ζυμαρικά και στο ψωμί. Το 1997-1998 «γεννήθηκε» η Εuricom Ελλάς και ακολούθησε μια σειρά επενδύσεων και εξαγορών, μέσω των οποίων ενισχύσαμε τις διεθνείς μας δραστηριότητες. Σήμερα, ο κύκλος εργασιών μας ανέρχεται σε 500 εκατ. ευρώ, με το 80% να προέρχεται από το ρύζι και το υπόλοιπο 20% από τα ζυμαρικά, τα άλευρα και άλλα προϊόντα. Περισσότερο από το μισό του τζίρου μας αφορά πωλήσεις στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Από το υπόλοιπο μισό, ένα σημαντικό ποσοστό της τάξης του 20% προέρχεται από το εμπόριο ρυζιού, όπου έχουμε παρουσία σε όλο σχεδόν τον κόσμο.

Την ίδια στιγμή, όμως, είμαστε και καλλιεργητές ρυζιού. Διαθέτουμε 10.000 ιδιόκτητα στρέμματα στην Ιταλία και άλλα τόσα στη Γαλλία. Καλύπτουμε, λοιπόν, όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας και αυτό νομίζω ότι μας δίνει μια βαθιά γνώση της αγοράς.

-Πώς επηρεάζει τη δραστηριότητά σας η πρόσφατη απόφαση της Κομισιόν;

Η έμφασή μας είναι πάντα στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπου καλλιεργείται ρύζι. Ταυτόχρονα, όμως, είναι γεγονός ότι η Ευρώπη σήμερα εισάγει το 50% του ρυζιού που καταναλώνει. Αυτό το 50% εμείς το εισάγουμε από μια πλειάδα χωρών όπως το Βιετνάμ, η Ταϊλάνδη, η Καμπότζη, η Ινδία, το Πακιστάν, οι χώρες της Mercosur κ.ά., γεγονός που μας επιτρέπει να είμαστε ανταγωνιστικοί. Μέχρι και πριν από λίγες εβδομάδες, φέρναμε ποσότητες από τις χώρες ΕΒΑ – δεν είχαμε άλλη επιλογή, αφού το έκανε ο ανταγωνισμός και έπρεπε να παρέχουμε στους πελάτες μας την ποιότητα που ζητούσαν στη σωστή τιμή. Τώρα, είναι προφανές ότι θα προσαρμοστούμε στο νέο πλαίσιο.

-Τι επίπτωση εκτιμάτε ότι θα έχει στην αγορά η απόφαση της Κομισιόν;

Έχω την αίσθηση ότι οι αγοραστές είχαν προετοιμαστεί αρκετές εβδομάδες πριν για το ενδεχόμενο της επιβολής δασμών. Οπότε, είναι λογικό σήμερα οι πελάτες να μη δέχονται μια αναθεώρηση της τιμής. Επίσης, εκτός από τις χώρες ΕΒΑ, υπάρχουν εισαγωγές από περιοχές όπως το Βιετνάμ, η Ταϊλάνδη κ.ά., όπου εξακολουθούν να μην υπάρχουν δασμοί. Το γεγονός, όμως, ότι έχουμε τώρα μια «ρύθμιση» των εισαγωγών από την Καμπότζη και τη Μιανμάρ, μας κάνει να αναμένουμε μια μικρή αύξηση της τάξης του 10% στις τιμές από τον επόμενο μήνα. Μιλάμε, πάντα, για το Indica, γιατί για το Japonica δεν αλλάζει κάτι, σε ό,τι αφορά τους δασμούς. Βέβαια, υπάρχουν και άλλες παράμετροι. Για παράδειγμα, η Λιβύη τα τελευταία πέντε – έξι χρόνια δεν αγόραζε σχεδόν καθόλου Japonica από την Ευρώπη. Φέτος, όμως, βλέπουμε ότι αγοράζει λιγότερο από τη Βόρεια Αμερική και από το περασμένο καλοκαίρι έχει απευθυνθεί στην Ισπανία, στην Ιταλία και στην Ελλάδα, γι’ αυτό και η τιμή του Japonica στις χώρες αυτές έχει αυξηθεί.

Σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη, τη σεζόν 2017-2018 η παγκόσμια παραγωγή ήταν 480 εκατ. τόνοι επεξεργασμένου ρυζιού. Φέτος, οι εκτιμήσεις τοποθετούν την παραγωγή στους 513 εκατ. τόνους, ενώ τα αποθέματα θα παραμείνουν υψηλά. Πρέπει να θυμόμαστε ότι με μια παραγωγή της τάξης των 1,8 εκατ. τόνων η Ευρώπη δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα πολύ μικρό κομμάτι, άρα στην ουσία δεν είναι αυτή που διαμορφώνει την αγορά.

Την ίδια στιγμή, ο πελάτης παντού και πάντα πιέζει για να ρίξει την τιμή. Επομένως, αν μια εταιρεία, όπως η δική μας, πρέπει να δουλέψει σκληρά για να εξασφαλίσει ένα μικρό περιθώριο κέρδους, φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι για μια μικρότερη επιχείρηση να συνεχίσει τη δραστηριότητά της. Από τη μια πλευρά, λοιπόν, χρειαζόμαστε περισσότερο ευρωπαϊκό ρύζι, από την άλλη πρέπει και ο πελάτης μας να σέβεται την τιμή του ρυζιού που παράγεται στην Ευρώπη. Στο τέλος της ημέρας, ο μύλος βρίσκεται στη μέση, μεταξύ του πελάτη και της πρώτης ύλης.

Μονόδρομος οι συνέργειες

-Πώς μπορούν οι μύλοι, αλλά και οι αγρότες να ανταποκριθούν σε αυτή την πίεση;

Κατά τη γνώμη μου, ένας μύλος πρέπει να δουλέψει πάνω σε ένα πλάνο που περιλαμβάνει κάποιου είδους συνέργεια, αλλιώς θα βρεθεί αντιμέτωπος με δύσκολες καταστάσεις. Ο αγρότης βρίσκεται μπροστά στο ίδιο πρόβλημα. Αν παραμείνει σε μια μικρή έκταση, με μια μικρή παραγωγή, δύσκολα θα μπορέσει να αντεπεξέλθει στο κόστος. Βλέπουμε, άλλωστε, ότι όλοι οι κλάδοι βρίσκονται σε μια φάση αύξησης της συγκέντρωσης. Σκεφτείτε ότι ως Euricom πουλάμε μεν σε 28 χώρες της Ευρώπης, όμως στην ουσία συναλλασσόμαστε με 12 πελάτες, τις γνωστές μεγάλες αλυσίδες.

-Σε ποιους τομείς πιστεύετε ότι θα πρέπει να εστιάσει τις προσπάθειές της η ελληνική ορυζοκαλλιέργεια; Ποια πλεονεκτήματα μπορεί να αξιοποιήσει;

Άκουσα με πολύ ενδιαφέρον την άποψη ότι η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει στην αναγνωρισιμότητα του ρυζιού της. Έως έναν βαθμό συμφωνώ, καταλαβαίνω όμως ότι πρόκειται για κάτι δύσκολο. Το ριζότο, ας πούμε, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ιταλικής διατροφικής ιστορίας. Η παέγια είναι ένα χαρακτηριστικό πιάτο τις ισπανικής κουζίνας, ταυτισμένο με το κυριακάτικο ή το γιορτινό τραπέζι. Στην Ελλάδα, δεν υπάρχει κάποια ποικιλία που να συνδέεται με ένα παραδοσιακό πιάτο και να έχει έντονο το στοιχείο της ιστορικότητας. Υπάρχει το Japonica, όμως οι σπόροι προέρχονται από την Ιταλία, ενώ το Indica, είναι ένα ρύζι τυπικό στην ασιατική διατροφή. Επομένως, θα χρειαστεί πολύ μεγάλη προσπάθεια για να δημιουργηθεί μια ταυτότητα για το ελληνικό ρύζι.

Ωστόσο, η Ελλάδα έχει ένα αβαντάζ που δεν διαθέτει καμία άλλη χώρα στον κόσμο. Κι αυτό είναι οι αποδόσεις της. Στη χώρα σας, η μέση στρεμματική απόδοση είναι 1 τόνος, όταν στην Ιταλία είναι 670 κιλά, στη Νότια Αμερική 600 κιλά, στην Ινδία 300 κιλά και στην Ταϊλάνδη 500 κιλά. Μπορώ να σκεφτώ μόνο μια περιοχή της Ευρώπης, τη Σεβίλλη της Ισπανίας, που μπορεί να παράγει αντίστοιχες ποσότητες. Νομίζω, λοιπόν, ότι σήμερα ένας Έλληνας αγρότης, που θέλει να υποστηρίξει τα κόστη του, θα πρέπει να δουλέψει ακριβώς πάνω σε αυτό το πλεονέκτημα, δηλαδή στη διατήρηση ή και στη μεγιστοποίηση των αποδόσεων με τις κατάλληλες ποικιλίες και τις κατάλληλες καλλιεργητικές πρακτικές.

-Διαφήμιση-