Αράπηδες και Μπαμπούγεροι στο Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Η «ΥΧ» σάς παρουσιάζει εμβληματικά τοπικά έθιμα για το καλό της νέας χρονιάς
01/01/2026
10'+ διάβασμα
arapides-kai-babougeroi-sto-evretirio-aylis-politistikis-klironomias-370486

Η καταγραφή εθίμων και παραδόσεων στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, όπως και σε κάθε τόπο, χρειάζεται πολλούς ερευνητές και ζωές για να είναι εμπεριστατωμένη. Επιλέξαμε ορισμένα από τα έθιμα του τόπου μας τα οποία διατηρούνται αναλλοίωτα στον χρόνο χάρη στους ανθρώπους που τα αναβιώνουν και τα μοιράζονται με τους συμπολίτες τους, αλλά και τους επισκέπτες που ταξιδεύουν ανά την Ελλάδα, ειδικά τις μέρες αυτές, για να ζήσουν ξανά γιορτές στο χωριό, κοντά στην απλότητα, την παράδοση και την αυθεντική φιλοξενία. Ανάμεσα στα έθιμα που διατηρούνται στην περιοχή είναι οι Αράπηδες, οι Μπαμπούγεροι και οι Μωμόγεροι που έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, τόσο στη φορεσιά όσο και στον συμβολισμό. Στα παραπάνω προστίθενται έθιμα των Ποντίων που αναβιώνουν πανελλαδικά.

Μπαμπούγεροι

Συζητώντας με τη γραμματέα του Πολιτιστικού Συλλόγου Καλής Βρύσης, Ελισάβετ Χαριζάνη, διαπιστώνουμε ότι είναι το πρόσωπο που συνέταξε το δελτίο για να ενταχθεί το έθιμο των Μπαμπούγερων στο «Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς», καθώς μετά από πολλά χρόνια μάχης με τη γραφειοκρατία εντάχθηκε το 2023. Το έθιμο αναβιώνει κάθε χρόνο το τριήμερο των Θεοφανίων 6, 7 και 8 Ιανουαρίου στην Καλή Βρύση Δράμας. «Το δρώμενο ξεκινάει στις 6 Ιανουαρίου μετά τον αγιασμό των υδάτων. Οι Μπαμπούγεροι περιμένουν έξω από την εκκλησία για να ‘‘χτυπήσουν’’ τον κόσμο, για υγεία. Κρατούν ένα τορβά (σακούλι) με στάχτη». Κυρίαρχο χαρακτηριστικό της διάσπαρτης παρουσίας των Μπαμπούγερων στον οικισμό είναι ο αυθορμητισμός που ενισχύεται από τα τραγούδια και τους ήχους των κουδουνιών.

Η αναβίωση του εθίμου επιτρέπει σε όποιον επιθυμεί να ενδυθεί τη στολή και να λάβει μέρος στο δρώμενο. Χαρακτηριστικά, η κα Χαριζάνη αναφέρει ότι κάθε σπιτικό έχει τη δική του στολή, που περιλαμβάνει και τα κουδούνια. «Μπαμπούγεροι ντύνονται και βρέφη, με τη διαφορά ότι αντί για προσωπίδα φορούν σκουφάκια με την προσωπίδα Μπαμπούγερου και μικρά κουδουνάκια», περιγράφει.

Πρόκειται για έθιμο βαθιά ριζωμένο στον χρόνο και στη συνείδηση των ντόπιων, που αναφέρουν χαρακτηριστικά: «Εμείς έτσι το βρήκαμε». Λέγεται πως οι Μπαμπούγεροι συναντώνται ως σάτυροι-ακόλουθοι του θεού Διόνυσου, που γλεντούσαν μαζί του. Λίγο έξω από το χωριό, ανακαλύφθηκε ιερό διονυσιακής λατρείας πρώιμων ελληνιστικών χρόνων. Στην περιοχή του ιερού, βρέθηκε μαρμάρινη προτομή του Διόνυσου από τους ρωμαϊκούς χρόνους.

Στις 7 Ιανουαρίου, παρουσιάζονται χοροί και τραγούδια της Καλής Βρύσης από τον Πολιτιστικό Σύλλογο και το βράδυ όποιοι επιθυμούν ντύνονται Μπαμπούγεροι και επισκέπτονται τους Γιάννηδες για να τους ευχηθούν. «Το θέαμα είναι πραγματικά εντυπωσιακό, γιατί ενδέχεται να είναι μαζί 50 Μπαμπούγεροι και οι ήχοι από τα κουδούνια είναι έντονοι», σημειώνει η κα Χαριζάνη. Την επόμενη μέρα, το έθιμο κορυφώνεται με την αναπαράσταση σατυρικού διονυσιακού γάμου. «Ένας άντρας ντύνεται νύφη. Ο Διόνυσος παντρεύει το ζευγάρι, ακολουθεί η παραδοσιακή πομπή και στο τέλος οι Μπαμπούγεροι κλέβουν τη νύφη και την επιστρέφουν γονιμοποιημένη». Κυρίαρχη μορφή είναι η Μπάμπω, η μαμή, στην οποία αφιερώνεται η μέρα, γι’ αυτό και στη στολή έχουν καμπούρα που παραπέμπει στη γριά. «Συμβολίζει τη γηραιά μορφή, που βρίσκεται σε αποσύνθεση, όπως και ο χειμώνας. Οι Μπαμπούγεροι χοροπηδούν και οι ήχοι από τα κουδούνια φέρνουν την άνοιξη και την καρποφορία της γης», αναφέρει η ίδια.

Η κα Χαριζάνη υπογραμμίζει ότι η ενδυμασία του Μπαμπούγερου κρύβει πολλούς συμβολισμούς. «Η προσωπίδα παραπέμπει σε μορφή τράγου. Γύρω από τα μάτια και τη μύτη έχει κόκκινη κλωστή που παραπέμπει στο χρώμα της υγείας», επισημαίνει και συμπληρώνει ότι το βάρος των κουδουνιών είναι μεγάλο, γεγονός επίπονο για τις πολλές ώρες που τα φέρουν. Κάθε κουδούνι παράγει τη δική του νότα, τον δικό του ήχο και κάθε μπαμπούγερος σηκώνει όσα κιλά κουδούνια αντέχει. Μπαμπούγεροι ντύνονται άντρες, αλλά και γυναίκες. Το έθιμο παρουσιάστηκε και στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004.

Αράπηδες

Το έθιμο Αράπηδες χάνεται στα βάθη των χρόνων και εντάχθηκε το 2002 στο «Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς». Ο πρόεδρος του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Μοναστηρακίου Δράμας, Ιωάννης Παπουτσής, ξεκίνησε από το 1976 την έρευνα για τις ρίζες του εθίμου και διαπίστωσε ότι έχει διονυσιακή προέλευση και ίσως είναι παλαιότερο της λατρείας του θεού. Τη στενή σχέση της περιοχής με τα έθιμα αποδεικνύει το γεγονός ότι αναβιώνουν σε οκτώ περιοχές. «Είναι διαφορετικά έθιμα σε κάθε χωριό, αναβιώνουν σε διαφορετικό χρόνο, αλλά έχουν κοινό χαρακτηριστικό τις μάσκες, τα κουδούνια και τα μουσικά όργανα, γκάιντες, λύρες, νταϊρέδες στη Δράμα, ενώ στη Νικήσιανη έχουν πνευστά», περιγράφει ο κ. Παπουτσής.

Οι Αράπηδες συμβολίζουν την ευετηρία, την καλή εύφορη χρονιά, που εδράζεται στην ευγονία και την ευκαρπία, καλούς απογόνους, καλά κοπάδια και πλούσια σοδειά. Αναβιώνουν για το καλό των κατοίκων και της γης, αλλά συνδέονται και με τους πεθαμένους, καθώς πηγαίνουν στο νεκροταφείο και «συνομιλούν, ειδικά με όσους υπηρέτησαν το έθιμο σε δύσκολους καιρούς με αφοσίωση», όπως σημειώνει ο ίδιος.

Οι Αράπηδες, αντίθετα από τους Μπαμπούγερους, είναι αποκλειστικά άντρες, παλικάρια που έχουν σπόρο. «Είμαστε μια ομάδα 40-50 ατόμων. Οι Αράπηδες φορούν οξυκόρυφη μάσκα από γιδοπροβιά, στο χέρι έχουν ένα σακουλάκι με στάχτη κι ένα σπαθί και στη μέση φέρουν κουδούνια, ενώ η κίνησή τους είναι φαλλική. Μια άλλη μορφή είναι η Γκιλίγκα, η νύφη. Είναι άντρες που ντύνονται γυναίκες. Επίσης, είναι οι Τσολιάδες που έχουν έναν ιδιαίτερο χορό, κάνουν στροβιλισμό γύρω από τον πρωτοχορευτή», εξηγεί ο κ. Παπουτσής.

Στην τσέτα, στην ομάδα των συμμετεχόντων στο δρώμενο, συμμετέχουν οι Παππούδες, άνδρες που φορούν την παλιά γιορτινή φορεσιά, την οποία διατήρησαν στον Σύλλογο Μοναστηρακίου. Το μουσικοχορευτικό αυτό δρώμενο επενδύεται από την τρίχορδη αχλαδόσχημη μακεδονική λύρα και το μεγάλο ντέφι, τον νταϊρέ. Η πομπή πηγαίνει σε όλα τα σπίτια και χορεύουν με τους νοικοκύρηδες τον χορό που επιθυμούν, δημιουργώντας εορταστικό πνεύμα. «Στις 3.00 το μεσημέρι, οι μεταμφιεσμένοι εισέρχονται στην πλατεία και δεν μπαίνει κανείς άλλος. Κάποια στιγμή, “σπάει” τον κύκλο μια αρκούδα, που συμβολίζει το κακό, με τον αρκουδιάρη, παρά το γέλιο που προκαλεί. Ένας Αράπης επιχειρεί να τη διώξει, δεν τα καταφέρνει και ενώνονται δυο-τρεις να διώξουν το κακό και να εξασφαλίσουν το άρρηκτο του κύκλου», σημειώνει ο ίδιος.

Το έθιμο περιλαμβάνει τη σύγκρουση δύο Αράπηδων κι ένας εκ των δύο πέφτει «νεκρός», αλλά ανασταίνεται από τους ήχους των κουδουνιών των ενωμένων υπόλοιπων Αράπηδων. Συμβολίζει το «η ισχύς εν τη ενώσει», που νικάει μέχρι και τον θάνατο. Ο χορός εκτυλίσσεται σε πέντε ρυθμούς: Ευζωνικό, συρτό, μπαϊντούσκα, ράμνα, τέσκα.

Κάποια στιγμή, δύο Αράπηδες απάγουν βίαια μια Γκιλίγκα και τη βγάζουν εκτός κύκλου για να τη γονιμοποιήσουν. Οι Τσολιάδες το αντιλαμβάνονται, την απελευθερώνουν και μετά η «γυναίκα» Γκιλίγκα χορεύει για πρώτη φορά, γιατί φέρει το θεϊκό σπέρμα.

Στη δύση του ήλιου, δύο Αράπηδες γίνονται βόδια, έχουν ζευγολάτη έναν Τσολιά και για σπορέα έναν παλιό γεωργό του χωριού. «Αντίθετα από τη φορά των δεικτών του ρολογιού, κάνουμε τρεις γύρους μέχρι να τελειώσει ο σπόρος και λέμε ανακουφισμένοι “να βρέξει, λάσπη να γίνει, να φυτρώσει”. Όλο το νόημα είναι η καλυκαρπία», λέει ο κ. Παπουτσής. Όταν βραδιάσει, το κοινό αποχωρεί, όπως και οι μεταμφιεσμένοι, όντας ικανοποιημένοι που έσπειραν. «Οι οιωνοί είναι ελπιδοφόροι. Όλα θα πάνε καλά για την κοινότητα. Ο θίασος αυτός συγκεντρώνεται του Αγίου Αθανασίου στις 18 Ιανουαρίου και υπόσχεται ότι θα τελέσει το έθιμο των Αράπηδων και την επόμενη χρονιά», καταλήγει.

ΠOΝΤΙΑΚΑ ΕΘΙΜΑ

Το αμίλητο νερό και τα κεριά

Η Λέσχη Ποντίων Καβάλας από το 1950 αναβιώνει έθιμα του Δωδεκαημέρου. Στις 21 Δεκεμβρίου πραγματοποιήθηκε η κεντρική τους εκδήλωση μαζί με τον Δήμο Καβάλας, που περιελάμβανε έθιμα, κάλαντα, χορούς δρώμενα, πλαισιωμένα από τις χορωδίες, τα χορευτικά και ποντιακά εδέσματα. Η αντιπρόεδρος και χοροδιδάσκαλος στη Λέσχη Ποντίων Καβάλας, Ματίνα Τσουλφίδου, είχε τον συντονισμό της εκδήλωσης που συγκέντρωσε πλήθος κόσμου για μια ακόμη χρονιά. Έπαιξαν 12 λύρες, νταούλια και τα χορευτικά πλαισίωσαν τα έθιμα και τις παραδόσεις.

Ανατρέχοντας στα έθιμα της Πρωτοχρονιάς, η ίδια αναφέρει ότι η Πρωτοχρονιά ήταν κατεξοχήν συμβολική γιορτή για τους Έλληνες του Πόντου. «Έκοβαν τη βασιλόπιτα στην αλλαγή του χρόνου. Έκοβαν πρώτα το κομμάτι της Παναγίας, κατόπιν του παππού, της γιαγιάς, του πατέρα, της μητέρας, των παιδιών και μετά των ξενιτεμένων και των ξένων», περιγράφει. Σε όποιον έπεφτε το νόμισμα, το θεωρούσαν τύχη και αν ήταν κοπέλα θεωρούσαν ότι θα παντρευόταν. Πριν αρχίσουν να τρώνε, ο πρεσβύτερος της οικογένειας έπαιρνε ένα πιάτο με εφτά ζευγάρια καρύδια κι ένα μονό και τα έριχνε προς τα πάνω τρεις φορές. Όσα έπεφταν στο ταψί της βασιλόπιτας, τα θεωρούσαν τυχερά, ενώ άφηναν τα άλλα στο σπίτι, το τραπέζι στρωμένο και ένα κομμάτι βασιλόπιτα για τον Άγιο Βασίλη. «Με τα τυχερά καρύδια καλαντίαζαν τα συγγενικά παιδιά και τα αδεξιμάρια. Το τραπέζι της Πρωτοχρονιάς έμενε στρωμένο για να φάνε οι μάγισσες και να μην πειράξουν το σπίτι», σημειώνει.

Επίσης, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς, οι γυναίκες με τσουρέκια, φρούτα, αλάτι και γλυκίσματα πήγαιναν στο πηγάδι – βρύση του χωριού και καλαντίαζαν τη βρύση, ειδικά οι ελεύθερες, προσφέροντας διάφορα δώρα, ιδίως μήλα και περίμεναν ως ανταπόκριση από τη μάγισσα της βρύσης να ανοίξει την τύχη τους και να παντρευτούν. Τα ελεύθερα παλικάρια καιροφυλακτούσαν και όταν έφευγαν οι κοπέλες έπαιρναν τα μήλα. «Πίστευαν ότι θα ερωτεύονταν και θα παντρεύονταν την κοπέλα της οποίας το μήλο θα έτρωγαν», εξηγεί.

«Το άτομο που μετέφερε το νερό στο σπίτι δεν έπρεπε να κοιτάξει πίσω, γιατί θα αρρώσταινε ψυχικά κι, επίσης, το καλαντόνερο έπρεπε να είναι αμίλητο. Με το νερό ράντιζαν το σπίτι, τα ζώα, τον στάβλο», μεταφέρει η κα Τσουλφίδου, προσθέτοντας πως ποδαρικό την Πρωτοχρονιά θεωρούσαν καλό να κάνει ένα παιδάκι, ει δυνατόν αγόρι. Σημειώνει, δε, ότι τις μέρες αυτές οι κοπέλες ψαλίδιζαν τις άκρες των μαλλιών τους για να αυξηθούν.

Την παραμονή των Φώτων αναβίωνε ένα σημαντικό έθιμο. «Μετά το δείπνο, εκτελούσαν την επιθυμία των πεθαμένων. Έβαζαν στο πάτωμα το εικονοστάσι και τοποθετούσαν μπροστά του ένα χαμηλό τραπεζάκι και πάνω του ένα ταψί με σιτάρι. Στη μέση του ταψιού, έβαζαν αναμμένη καντήλα και τέσσερα κεράκια. Γύρω από το τραπέζι κάθονταν όλοι γονατιστοί και συγκινημένοι. Ο αρχηγός της οικογένειας τους μοίραζε από ένα κερί και άναβαν για τους πεθαμένους. Στο τέλος, άναβαν ένα κερί για όποιον δεν είχε κανέναν να του ανάψει. Μέχρι να καούν τα κεριά, έμεναν όλοι ακίνητοι, μετά αποχωρούσαν κάνοντας τον σταυρό τους και άφηναν να ευλογήσει το τραπέζι με τα φαγητά ο Χριστός», αναφέρει η κα Τσουλφίδου.

Με τον Μεγάλο Αγιασμό ράντιζαν τα σπαρτά και τα χωράφια. Επίσης, η πρωτότοκη κόρη ζύμωνε πίτα από καλαμποκίσιο αλεύρι και οι ανύπαντρες έβαζαν κομμάτια στο μαξιλάρι, για να δουν τον μέλλοντα σύζυγό τους.

Κλείνοντας, η ίδια υπογραμμίζει την πεποίθηση των Ποντίων: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», ήτοι «Ζωή χωρίς γιορτή είναι μακρύς δρόμος χωρίς πανδοχείο».