Με το βλέμμα στραμμένο στις αγορές ολοκληρώνεται η συγκομιδή για το ακτινίδιο

Οι αρχικές εκτιμήσεις και οι πρώτες ενδείξεις ότι η φετινή θα είναι μια χρονιά που έχει όλες τις προϋποθέσεις να δημιουργήσει θετικό πρόσημο τόσο ως προς την παραγωγή, όσο και ως προς την εμπορία του ακτινιδίου επαληθεύονται ήδη ως προς το πρώτο σκέλος, ενώ δίνουν όλο και πιο σαφή δείγματα ως προς το δεύτερο.

-Διαφήμιση-

Η συγκομιδή είτε έχει ήδη ολοκληρωθεί είτε απομένουν λίγες μέρες για να τελειώσουν όλες οι σημαντικές περιοχές της καλλιέργειες. Με την παραγωγή πλέον στα χέρια τους, καλλιεργητές και εξαγωγείς συμπεραίνουν ότι το προϊόν είναι εξαιρετικής ποιότητας, με υποσχόμενες εμπορικές προδιαγραφές και σε ποσότητες που κινούνται πάνω από τα περσινά επίπεδα των 220.000 τόνων.

Όσον αφορά την εμπορία αυτή καθεαυτή, η ζήτηση από την αγορά παραμένει υψηλή. Σε αυτό συμβάλλει, πέρα από την κεκτημένη φήμη του ελληνικού προϊόντος, η –για τρίτη συνεχόμενη χρονιά– μειωμένη παραγωγή της Ιταλίας.

Σε αυτό το στάδιο, σε κυρίαρχο ζητούμενο αναδεικνύεται το εάν και σε ποιον βαθμό ο εξαγωγικός κλάδος θα ανοίξει νέες αγορές και θα αξιοποιήσει το κενό που δημιουργείται από τη μειωμένη ιταλική παραγωγή, διευρύνοντας τη διείσδυση του ελληνικού ακτινιδίου με μια διάρκεια που δεν θα στηρίζεται σε πήλινα πόδια, έτσι ώστε να τη διατηρήσει και αφού ανακάμψει η παραγωγή της γειτονικής χώρας.

Σε αυτήν τη διαδικασία, η υγιής επιχειρηματικότητα έχει να αντιμετωπίσει τις αποσπασματικές τακτικές μερίδας του εμπορίου που δεν είναι άλλες από την κοινώς αποκαλούμενη «αρπαχτή». Τακτικές, οι οποίες υποκινούμενες από τη λογική του άμεσου και προσωρινού κέρδους, «σπρώχνοντας» με χαμηλές τιμές το προϊόν, μπορούν να λειτουργήσουν υπονομευτικά στην πορεία ενός από τα εμβληματικά προϊόντα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής σε βάρος τόσο των παραγωγών όσο και των υγιών δυνάμεων της αγοράς.

Όχημα για το άνοιγμα αγορών εκτός ΕΕ η υπογραφή πρωτοκόλλων

«Η παραγωγή σε πανελλαδικό επίπεδο, χωρίς να έχουμε οριστικά στοιχεία, φαίνεται ότι θα είναι μεγαλύτερη από πέρσι και μπορεί να φτάσει μέχρι 250.000 τόνους. Οι τιμές παραγωγού κινήθηκαν στα 50-65 λεπτά το κιλό, ενώ σε ό,τι αφορά την εμπορία, μπορώ να πω ότι στον βαθμό που το προϊόν έχει καλή μετασυλλεκτική συμπεριφορά στα ψυγεία, όλα δείχνουν ότι θα έχουμε μια χρονιά με καλές εμπορικές ροές και προστιθέμενη αξία στη διάρκεια της εμπορικής περιόδου», μας είπε ο Χρήστος Κολιός, διευθυντής του Ομίλου Κολιού ΑΒΕΕ και προσωρινός πρόεδρος της άτυπης Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Ακτινιδίου.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το εμπορικό ενδιαφέρον για το ελληνικό ακτινίδιο αποτυπώθηκε και στη διάρκεια της διεθνούς έκθεσης φρούτων και λαχανικών Fruit Attraction 2019, που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη. Την ίδια στιγμή, συμπληρώνει ως έναν από τους παράγοντες που μπορούν να έχουν καθοριστική επίδραση στην εμπορία το γεγονός ότι η παραγωγή της γειτονικής Ιταλίας, όπως φαίνεται στην πορεία της συγκομιδής, θα κινηθεί κατά 20%-30% χαμηλότερα από τους 300.000 τόνους. «Για εμάς αυτό σημαίνει ευκαιρία να κερδίσουμε μερίδια στις αγορές.

Να διευρύνουμε αυτά που έχουμε ήδη σε υπάρχουσες αγορές, και να διεισδύσουμε σε αγορές που δεν είχαμε παρουσία, π.χ. χώρες της Λατινικής Αμερικής, στις οποίες έχουμε πρωτόκολλα». Υπογράμμισε, όμως, ως καίριας σημασίας εμπόδιο στο άνοιγμα καινούργιων προορισμών την απουσία πρωτοκόλλων για το ακτινίδιο σε μια σειρά από χώρες– όπως συμβαίνει και για μια σειρά άλλων αγροτικών προϊόντων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Κολιός ανέδειξε ως σημαντικές τις επισκέψεις δύο αντιπροσωπειών κρατικών λειτουργών, της Ταϊλάνδης την προηγούμενη εβδομάδα και της Ν. Κορέας αυτές τις μέρες, σε σημαντικές περιοχές της καλλιέργειας ακτινιδίου, οι οποίες συντονίζονται από το ΥΠΑΑΤ, την υπό σύσταση Διεπαγγελματική Οργάνωση Ακτινιδίου και τον Σύνδεσμο Εξαγωγέων- ΣΕΒΕ. Οι επισκέψεις αυτές εντάσσονται στη διαδικασία που έχει ξεκινήσει μεταξύ της Ελλάδας και των δύο παραπάνω ασιατικών χωρών, με στόχο την υπογραφή πρωτοκόλλων για την εξαγωγή ελληνικών ακτινιδίων στις αγορές τους και σύμφωνα με τον κ. Κολιό είναι πολύ πιθανό να τεθούν σε ισχύ από την επόμενη σεζόν.

Για αναγκαιότητα καλής οργάνωσης του κλάδου με σχήματα που θα έχουν μεγάλα τονάζ και δυνατότητα ισχυρής διαπραγμάτευσης για καλές τιμές, προς όφελος των παραγωγών και των προοπτικών της καλλιέργειας, έκανε λόγο, μεταξύ άλλων, μιλώντας στην «ΥΧ», ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Εκμετάλλευσης Ακτινιδίων Άρτας (ΑΣΕΑ), Άγγελος Ξυλογιάννης. Αυτό, όπως τόνισε, σε συνδυασμό με τις κακές επιχειρηματικές πρακτικές ορισμένων μεσαζόντων που διέπονται από τη λογική του πρόσκαιρου και άμεσου κέρδους και «διώχνουν προϊόντα σε τιμές χαμηλότερες από αυτές που διαμορφώνονται με τα βασικά κόστη συσκευασίας», υπονομεύει τις προσπάθειές μας και τις προοπτικές που υπάρχουν για καλύτερες τιμές.

Να διευρυνθεί και να διατηρηθεί η παρουσία του ελληνικού ακτινιδίου

«Υπάρχει μια αντίσταση των εισαγωγέων από τις αγορές να πληρώσουν καλά, αλλά στο τέλος πληρώνουν. Μια καλή τιμή ενδεικτικά είναι το 1,25-1,3 ευρώ το κιλό για τη συσκευασία των δέκα κιλών νούμερο 30, δηλαδή το ακτινίδιο των 100 γραμμαρίων. Αυτή η κατηγορία καλής ποιότητας ακτινιδίου δεν πιστεύω ότι πρέπει να πουληθεί κάτω από 1,2 ευρώ το κιλό», τονίζει ο Ζήσης Μανώσης, διευθυντής της Ομάδας Παραγωγών ΖΕΥΣ Ακτινίδια, δίνοντας από την πλευρά του το στίγμα της αγοράς αυτής της περιόδου.

Ο ίδιος συμπλήρωσε, αναφερόμενος στην παραγωγή της Πιερίας, πως, χωρίς ακόμη να είναι σαφής η εικόνα, «φαίνεται ότι είμαστε μια κατηγορία πάνω από πέρσι στα νούμερα. Είμαστε στα 100 γραμμάρια. Αυτό είναι καλό, γιατί απ’ ό,τι φαίνεται θα υπάρξει έλλειψη στην αγορά σε βαριά ακτινίδια, λόγω της ιταλικής παραγωγής, η οποία φαίνεται ότι θα είναι μειωμένη σε σχέση με τις πρώτες εκτιμήσεις».

Ερωτηθείς από την «ΥΧ» πώς μπορεί να επηρεάσουν το ελληνικό ακτινίδιο τα δεδομένα της παραγωγής της γειτονικής χώρας, ο κ. Μανώσης σημείωσε: «Η αίσθησή μου είναι ότι έχουμε ευκαιρίες να μπούμε σε αγορές, τις οποίες οι Ιταλοί εκ των πραγμάτων δεν θα μπορέσουν να καλύψουν πλήρως. Το θέμα είναι εάν θα μπορέσουμε να τις διατηρήσουμε, όταν οι ποσότητές τους έρθουν σε φυσιολογικά επίπεδα, είτε αυτό γίνει σε δύο είτε σε πέντε χρόνια. Αυτό προϋποθέτει να επιμένουμε στην ποιότητα».