Copernicus high resolution crop type: Υψηλή ποικιλομορφία στο 25% της γεωργικής γης της ΕΕ

Κυρίαρχα τα βοσκοτόπια με το σιτάρι και το καλαμπόκι να ακολουθούν
31/03/2026
8' διάβασμα
copernicus-high-resolution-crop-type-ypsili-poikilomorfia-sto-25-tis-georgikis-gis-tis-ee-376115

Η ποικιλομορφία των καλλιεργειών αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για ανθεκτικά και βιώσιμα γεωργικά συστήματα, καθώς υποστηρίζει τη βιοποικιλότητα, την υγεία του εδάφους, την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και, κατ’ επέκταση, την παραγωγικότητα. Αντανακλά τόσο τις αποφάσεις των αγροτών —διαμορφωμένες από παράγοντες όπως έδαφος, κλίμα, αγορές και καλλιεργητικές πρακτικές— όσο και τα δομικά χαρακτηριστικά των τοπίων σε περιφερειακό επίπεδο.

Αξιοποιώντας δεδομένα χαρτογραφικών πληροφοριών, που προέρχονται από το πρόγραμμα Copernicus High Resolution Crop Type, ένα δορυφορικό προϊόν της ΕΕ που παρέχει χαρτογραφικές πληροφορίες για τις καλλιέργειες σε υψηλή χωρική ανάλυση, σε συνδυασμό με τα δεδομένα του δικτύου FADN (ευρωπαϊκό δίκτυο συλλογής οικονομικών δεδομένων για τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις στην ΕΕ), η κοινότητα καταφέρνει να χαρτογραφήσει την ποικιλομορφία των εδαφών της σε ετήσια βάση. Τα αποτελέσματα αυτής της χαρτογράφησης συνοψίζονται στην πρόσφατη έκθεση της Κομισιόν με τίτλο «Πόσο διαφοροποιημένες είναι οι ευρωπαϊκές καλλιέργειες» και συνιστούν ένα εργαλείο εξαιρετικής σημασίας για τον σχεδιασμό της ΚΑΠ μετά το 2027, όπως υπογραμμίζεται.

Στο πλαίσιο της ΕΕ, η αξιολόγηση της ποικιλομορφίας καλλιεργειών βασίζεται πλέον σε δορυφορικά δεδομένα, όπως αυτά προκύπτουν από τις χαρτογραφικές πληροφορίες υψηλής χωρικής ανάλυσης του Copernicus, σε συνδυασμό με πληροφορίες για τους βοσκότοπους και στοιχεία του ευρωπαϊκού δικτύου συλλογής οικονομικών δεδομένων για τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις (Farm Accountancy Data Network – FADN). Το Copernicus παρέχει για πρώτη φορά ετήσιες, εναρμονισμένες και χωρικά συνεπείς χαρτογραφήσεις καλλιεργειών σε ολόκληρη την ΕΕ-27, με ανάλυση 10 μέτρων, επιτρέποντας την παρακολούθηση της ποικιλομορφίας σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Η ανάλυση χαρτογραφεί τα χωρικά πρότυπα διαφοροποίησης, εντοπίζει κυρίαρχες εξειδικεύσεις, περιοχές με διαχρονικά χαμηλή ποικιλομορφία επισημαίνοντας περιοχές όπου αυτή μεταβλήθηκε.

Η συνολική εικόνα και οι επιμέρους μεταβολές

Κατά μέσο όρο, οι περιφέρειες καλλιεργούν περίπου πέντε τύπους καλλιεργειών. Σε τοπικό επίπεδο, περίπου το ένα τέταρτο των δήμων βρίσκεται σε περιοχές υψηλής ποικιλομορφίας και το ένα πέμπτο σε περιοχές με πολύ χαμηλή ποικιλομορφία, υποδεικνύοντας τη συνεχιζόμενη μονοκαλλιέργεια σε αρκετές περιοχές.

Οι περιοχές χαμηλής ποικιλομορφίας μπορεί να οφείλονται είτε σε εξειδικευμένα αροτραία συστήματα είτε σε περιοχές με μόνιμους βοσκότοπους, οι οποίες δομικά περιλαμβάνουν λιγότερους τύπους καλλιεργειών. Η ποικιλομορφία χαρακτηρίζεται από τρεις βασικούς τύπους χρήσης γης: αροτραίες καλλιέργειες, βοσκότοποι (προσωρινοί και μόνιμοι) και μόνιμες καλλιέργειες, όπως ελιές, αμπέλια και οπωροφόρα. Στις αροτραίες καλλιέργειες, η υψηλότερη ποικιλομορφία συνδέεται με σημαντικά περιβαλλοντικά οφέλη, όπως υγεία εδάφους, ρύθμιση παρασίτων, αύξηση βιοποικιλότητας και ανθεκτικότητα των συστημάτων.

Ορισμένα κράτη μέλη, όπως η Δανία, η Ουγγαρία, η Σλοβενία, η Πολωνία και η Κροατία, παρουσιάζουν ισορροπημένα πρότυπα καλλιεργειών, ενώ οι περισσότερες περιοχές παρέμειναν σταθερές μεταξύ 2017 και 2023. Παράλληλα, παρατηρούνται τοπικές «εστίες» αλλαγής, με αύξηση της ποικιλομορφίας σε περιοχές της κεντρικής Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Τσεχίας και της Σλοβακίας. Μειώσεις καταγράφονται στις χώρες της Βαλτικής, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Κροατία, σε μέρη της Ισπανίας (Ανδαλουσία και Αραγονία) και της Ιταλίας (Πιεμόντε και Μάρκες), αν και οι τελευταίες παραμένουν συνολικά μεταξύ των συστημάτων υψηλής ποικιλομορφίας.

Η σύγκριση των δεικτών Copernicus με τα δεδομένα FADN σε επίπεδο εκμετάλλευσης δείχνει ισχυρή ευθυγράμμιση, ενώ αναδεικνύει διαφοροποιήσεις σε εξειδικευμένα πολυετή συστήματα, όπως αμπελοκαλλιέργειες και κηπευτικά. Αυτό αποδεικνύει τη σημασία της χρήσης τους ως συμπληρωματικές πηγές παρέχοντας μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των καλλιεργητικών συστημάτων και αποτελεί πολύτιμο εργαλείο για τον σχεδιασμό πολιτικών διαφοροποίησης καλλιεργειών, υπογραμμίζεται.

Η χαρτογράφηση ως εργαλείο για τη νέα ΚΑΠ

Τα ευρήματα, αυτά, υποστηρίζουν τη χάραξη πολιτικής για την ΚΑΠ μετά το 2027, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ενίσχυση ανθεκτικών και διαφοροποιημένων γεωργικών συστημάτων. Η διαχείριση των εκμεταλλεύσεων μέσω των «πράσινων» εργαλείων περιλαμβάνει προστατευτικές πρακτικές για τη διατήρηση του εδάφους, της οργανικής ουσίας και της αμειψισποράς, ενώ οι αγροπεριβαλλοντικές και κλιματικές δράσεις μπορούν να ενισχύσουν τη βιοποικιλότητα και την περιβαλλοντική απόδοση των συστημάτων. Οι δορυφορικοί δείκτες ποικιλομορφίας θα βοηθήσουν στον εντοπισμό περιοχών με «επίμονη» μονοκαλλιέργεια ή μεταβαλλόμενη ποικιλομορφία και θα καθοδηγήσουν τις πολιτικές προστασίας και βιώσιμης ανάπτυξης των καλλιεργειών, περιγράφει η έκθεση.

Τι δείχνει η χαρτογράφηση των καλλιεργειών σε ΕΕ και Ελλάδα

Παρά το γεγονός ότι η χρήση του Copernicus συνδέεται με διοικητικούς ελέγχους, τα δεδομένα του προσφέρουν και πολύτιμες πληροφορίες για την ανάλυση της χρήσης γης και των καλλιεργειών, παρέχοντας πανευρωπαϊκή, συνεπή, εικόνα στην αξιολόγηση της γεωργίας. Η ΚΑΠ αξιοποιεί εκτενώς τα δορυφορικά δεδομένα του προγράμματος, με περίπου 43 δισ. ευρώ ετησίως – σχεδόν το 78% του συνολικού προϋπολογισμού – να στηρίζεται στην παρατήρηση της γης, κυρίως για την παρακολούθηση των πληρωμών ανά περιοχή.

Κατά τη νέα χαρτογράφηση, καταγράφονται πλήθος αροτραίων καλλιεργειών (σιτηρά, ρίζες και κόνδυλοι, όσπρια, βιομηχανικές καλλιέργειες, λαχανικά) και μόνιμων καλλιεργειών (αμπέλια, ελαιώνες, οπωροφόρα), ενώ οι βοσκότοποι ενσωματώνονται για πλήρη εικόνα της αγροτικής γης. Η ποικιλομορφία των καλλιεργειών εξετάζεται σε επίπεδο τοπίου και μετριέται μέσω του δείκτη Shannon, ο οποίος λαμβάνει υπόψη τόσο τον αριθμό τύπων καλλιεργειών όσο και την κατανομή τους.

Από τα δεδομένα του 2017–2023 προκύπτει ότι ο μέσος δείκτης ποικιλομορφίας στις 1.166 περιφέρειες είναι 4,6 και η διάμεσος 4,9. Περιοχές υψηλής ποικιλομορφίας εντοπίζονται σε νοτιοανατολική Γαλλία, κεντρική Ιταλία, βορειοανατολική Ισπανία, νότια Γερμανία, δυτική Πολωνία και ανατολική Κροατία. Αντίθετα, χαμηλή ποικιλομορφία παρατηρείται σε νότια Ελλάδα, πιθανόν λόγω μόνιμων καλλιεργειών όπως οι ελιές, και σε βορειοδυτική Ισπανία, νοτιοδυτική Γαλλία και βόρεια Ιταλία, περιοχές που κυριαρχούνται από εξειδικευμένα ή μόνιμα συστήματα. Επιπλέον, ορισμένες περιοχές χαμηλής ποικιλομορφίας στην ΕΕ συνδέονται με συστήματα βοσκότοπων, όπως στην Ιρλανδία και ορεινές περιοχές, όπου ο χαμηλός δείκτης αντικατοπτρίζει τη χρήση γης για κτηνοτροφία και όχι μονοκαλλιέργεια. 

Σχεδόν το 50,5% των δήμων έχει κυρίαρχη χρήση γης τους βοσκότοπους, ακολουθούμενους από καλλιέργειες όπως το σιτάρι (31,1%), το καλαμπόκι (8,6%), το κριθάρι (3,2%), τα αμπέλια (2,3%) και τις ελιές (1,1%). Στις χώρες με ισορροπημένη δομή καλλιεργειών περιλαμβάνονται οι Δανία, Ουγγαρία, Σλοβενία, Πολωνία και Κροατία.

Το 25% της γεωργικής γης της ΕΕ βρίσκεται σε περιοχές με υψηλή ποικιλομορφία (με περισσότερους από 5,9 τύπους καλλιεργειών), ενώ περίπου 21% εμφανίζει πολύ χαμηλή ποικιλομορφία (λιγότερο από 1,5 τύπους). Οι περιοχές χαμηλής ποικιλομορφίας επικεντρώνονται σε Ιρλανδία, μέρη της Ισπανίας και Πορτογαλίας, Κεντρική Γαλλία, Ολλανδία και βόρεια Γερμανία. Στην Ελλάδα, ο χαμηλός δείκτης ποικιλομορφίας εμφανίζεται κυρίως λόγω μόνιμων καλλιεργειών, ιδιαίτερα ελαιοκαλλιέργειας, όπως προαναφέρθηκε, κάτι που αντικατοπτρίζει ειδική διαχείριση και όχι μειωμένη περιβαλλοντική ποιότητα, σημειώνεται. 

 

Μεταξύ 2017 και 2023, η συνολική έκταση χαμηλής ποικιλομορφίας στην ΕΕ μειώθηκε κατά 2,8%, από 24,8 σε 22,3 εκατ. εκτάρια, με σημαντικές μειώσεις σε Μάλτα, Κύπρο, Ιταλία και Βέλγιο, ενώ καταγράφηκαν αυξήσεις σε Λουξεμβούργο, Βουλγαρία και Σλοβακία.

ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΑΠΟ: